Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

                                                         Αρχείο 1682

 

                           ΕΠΩΝΥΜΟ: Στογιαννίδου

                           ΟΝΟΜΑ: Ιωάννα

                           ΤΜΗΜΑ : Γλώσσας, φιλολογίας, πολιτισμού

                                             παρευξείνιων χωρών

                           ΑΡ. ΜΗΤΡΩΟΥ:   575

                          ΧΩΡΙΟ : Σουφλί Έβρου

                          ΑΚΑΔ. ΧΡΟΝΙΑ : 2004-2005

 

                           ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ : Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

 

 

               Ένδυμα, Υπόδεση, Κόμμωση, Καλλωπισμός.

          α) Η βεργολυγερή Σουφλιώτισσα έπαιρνε από το Γίκου ( σημερινή εντοιχισμένη ντουλάπα ) το μπουχτσιά της ( μπόγο ), όπου είχε διπλωμένα τα γιορτινά της ρούχα και τα στολίδια της για τη μεγάλη γιορτή ( Σνιόρατου ) . Τον άνοιγε προσεκτικά και άρχιζε το ντύσιμο.

              Πρώτα-πρώτα, φορούσε ένα άσπρο μακρύ πουκάμισο, αν ήταν νέα, με μανίκια. Αυτό ήταν καμωμένο με βαμβακερή κλωστή και μετάξι στριμμένο. Ήταν ιδιόχειρο, υφαμένο στον αργαλειό, που ήταν απαραίτητος σε κάθε σπίτι κι ήταν σύμβολο της καλής νοικοκυράς, γιατί εκεί θα υφαίνετο ολόκληρη η προίκα των κοριτσιών του σπιτιού. Οι γριές φορούσαν άσπρα πουκάμισα, κλωσμένα με ρίγα μπλε, οι πολύ γριές δε, φορούσαν πουκάμισα γιράνια ( μπλε ). Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το μισοφούστανο ( το σημερινό φουρώ ).

              Αυτό ήταν σουρωτό και χρωματιστό, μακρύ μέχρι τη γάμπα και τελείωνε σ' ένα φαρμπαλά με ωραία δαντέλα στην άκρη, ήταν δε καμωμένο, ως επι το πλείστον, από το ίδιο ύφασμα με το καφτάνι.

              ΚΑΦΤΑΝΙ: Αυτό το φορούσε πάνω απ’ το μισοφούρι ( μισοφούστανο )

κ' ήταν χρωματιστό, μεταξωτό ή μάλλινο σουπανιασμένο ( φοδραρισμένο ). Το ύφασμα με το οποίον ήταν καμωμένο είχε διάφορα ονόματα ( σαμαλατζέΐνιο, ατλαζένιο, βελουδένιο, που αγοράζονταν απ' τα υφασματοπωλεία και τα φορούσαν κυρίως οι πιο πλούσιες ).

              Το καφτάνι ήταν ιδιότροπα ραμμένο, σαν μαντό.

              Ανοιχτό μπροστά και κάτω από τη μέση στα πλάγια για να δείχνει γεμάτη μια γυναίκα, είχε τις λεγόμενες γάζες. Αυτές ήταν γωνιακά στρογγυλοποιημένα κομμάτια , που στο ράψιμο προεξείχαν από το καφτάνι.

             Το μάκρος του έφτανε ψηλότερα από το πουκάμισο, ίσια με το μισοφούστανο, που είχε το ίδιο χρώμα με το καφτάνι. Πολλές φορές οι γυναίκες σκουμπώνονταν ( σήκωναν τις δύο άκρες του καφτανιού προς τα πλάγια και τις σκάλωναν πίσω στη ζώνη τους, ούτως ώστε να φαίνεται και το σουπάνι του καφτανιού, μα και το μισοφούστανο, που όπως είπαμε, έπρεπε να ΄ναι καμωμένο απ' το ίδιο ύφασμα ). Πάνω απ' το καφτάνι έζωνε τη μέση της με το ζουνάρι ή με τη ζούνα.

             ΖΟΥΝΑ : Λεγότανε μια πόρπη ασημένια ή χάλκινη, που είχε πλάτος

4-5 πόντους κι ήταν σκαλιστή και στολισμένη πολλές φορές με διάφορα πετραδάκια. Ήταν φτιαγμένη σε δυο κομμάτια, που μπροστά κλείνανε, έτσι που να μη φαίνεται το χώρισμα και σκάλωνε με ένα ειδικό καρφί, το τσιαμπί λεγόμενον που ήταν δεμένο με μια κλωστή ή με μια αλυσιδίτσα που εδένετο σε ιδιαίτερο κρίκο, ειδικά καμωμένο.

               Στα δύο αυτά κομμάτια ερράβετο μια ζώνη από ύφασμα, πλάτους όσο και η πόρπη και μπορούσε να μεγαλώνει ή να μικραίνει, ανάλογα με τη μέση που τη φορούσε, γιατί έπρεπε να σφίγγει αρκετά τη μέση της.

             ΖΟΥΝΑΡΙ : Στις γιορτές όμως, που η στολή τους ήταν πιο φανταχτερή, φορούσε το ζουνάρι, που ήταν κι αυτό μια πόρπη ασημένια ή χάλκινη, που είχε

πλάτος έως 10 πόντους, επίσης σε δύο κομμάτια, που ήταν κεντημένη με τον δικέφαλο αετό και στολισμένη όλο με χρωματιστά πετραδάκια, η δε ζώνη του καμωμένη με ύφασμα, στο οποίο όμως περνούσαν και ιδιαίτερα πλακάκια, καμωμένα απ' το ίδιο μέταλλο της πόρπης. Και το ζουνάρι αυτό σκάλωνε μπροστά, όπως και η ζώνη με το ιδιαίτερο τσαμπί.

             ΠΟΔΙΑ : Αυτή μπορούμε να τη χωρίσουμε σε δύο είδη :

             1ον) Την ποδιά που φορούσαν οι νέες, κι ήταν καμωμένη συνήθως απ' το ίδιο ύφασμα που ήταν και το καφτάνι, που την σκάλωναν στη ζούνα, γιατί ήταν χωρίς κορδόνια, με δαντέλλες στην άκρη και ως επί το πλείστον υφαντή στον αργαλειό, από τις ίδιες τις κοπελιές και 2ον) η ποδιά Σπαργάτσι, τη  οποία φορούσαν οι ηλικιωμένες και που ήταν κεντημένη στον αργαλειό με διάφορα ωραιότατα σχέδια, που έφεραν και διάφορα ονόματα: Θυμιατή, χολέΐνο, κλαδάκια κ.λπ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως, για να κεντηθεί μια τέτοια ποδιά ( σπαργάτσι ) στον αργαλειό χρειαζόταν δυο και τρείς μήνες. Σήμερα σπαργάτσια δεν υπάρχουν πια, ή και αν υπάρχουν, σπανίζουν, είναι δε πανάκριβα, διότι αγοράζονται ως κειμήλια.

             ΚΟΝΤΟΓΟΥΝΙ : Πάνω απ' το καφτάνι το χειμώνα, φορούσαν το κοντογούνι καμωμένο με τσόχα ή βελούδο, γύρω-γύρω με γούνα μαύρη και εσωτερικά επίσης επενδυμένο με γούνα, ανοιχτό μπροστά και με μανίκια.

             Οι περασμένης ηλικίας γυναίκες φορούσαν δερμάτινη γούνα από δέρμα αρνιού ή κατσικιού, χωρίς μανίκια, και επενδυμένη επίσης με γούνα άσπρη. Έντυσε το σώμα της. Ήρθε η σειρά στο κεφάλι, που το περιποιούταν ξεχωριστά γιατί το στόλιζαν πραγματικά.

              ΔΙΣΤΥΜΕΛΙ : Ήταν ένα κάλυμμα της κεφαλής, βαμβακερό ή μεταξωτό για το καλοκαίρι και μάλλινο για το χειμώνα. Οι γριές φορούσαν το μαύρο τσεμπέρι. Πολλές φορές και οι νέες φορούσαν άσπρο διστυμέλι, που λεγόταν και τσιβρές κι ήταν γύρω-γύρω με πούλιες κίτρινες, που άστραφταν στην αναλαμπή του ήλιου.

              ΜΑΓΛΙΚΑ : Πάνω απ' το τετράγωνο χρωματιστό διστυμέλι ( μαντήλα ) έμπαινε ένα μαυροκόκκινο τετράγωνο διπλωμένο διαγωνίως και γυριστό, σε πλάτος 5-6 εκ., που λεγόταν μαγλίκα. Στις δύο απέναντι γωνίες είχε φράντζα χρωματιστή. Η μάγλικα αυτή διπλωμένη στενά, γύριζε γύρω-γύρω από το κεφάλι. Οι δυο άκρες από τη φράντζα αφήνονταν λίγο ελεύθερες, ενώ το χρωματιστό διστυμέλι τις άπλωνε ωραία στα πλάγια, ελαφρά μέσα στη μαγλίκα. δ) Σε λίγο πάνω απ’ αυτό το ωραίο σύμπλεγμα, αριστερά και δεξιά, άρχιζε να τοποθετεί τα στολίδια της εποχής. Καρφίτσες τριμτές ( ήταν πουλιά διάφορα, που λέγονταν παγώνια και κατασκευασμένα έτσι ώστε να τρέμουν όταν η νέα περπατούσε ).

               Άλλες σκέτες και άλλες γύρω με φλουράκια. Πολλές μάλιστα και έλασμα, όπου τρέμανε επιδεικτικά ανάλογα με το χορό που χόρευαν. Των πλουσίων τα στολίδια ήταν ως επί το πλείστον χρυσά. Μετά το κεφάλι άρχιζε να στολίζει τα αυτιά και το λαιμό της ( τη Λεμαριά όπως λέγανε τότε ). Στ' αυτιά φορούσε σκουλαρίκια ασημένια ή χρυσά και στο λαιμό πρώτα πρώτα θα φορούσε το Γκιουρντάνι. Ήταν κι αυτό μια χρυσή καδένα ή και απλώς βελούδινο πανί πάνω στο οποίο ράβανε σειρές Φλουριά, έπειτα Ντούμπλες και πολλές φορές και πεντόλιρα. Κι επειδή το πουκάμισο στο στήθος ήταν ανοιχτό το σκάλωνε με μια ολόχρυση καρφίτσα ή και ασημένια ( που συνηθίζονταν πολύ τότε ) και στους νεότερους χρόνους χρησιμοποιούσαν και ειδικές γυναικείες γραβάτες από βελούδο σε διάφορα χτυπητά χρώματα. Δε χόρταινε να καθρεπτίζεται. Πού όμως ; Στο τζάμι του παραθύρου ως επί το πλείστον ή στον κουβά με το νερό και αργότερα φυσικά και στον καθρέφτη γ) Πίσω απ' το κεφάλι της έπλεκε τα μαλλιά της σε μια πλεξούδα με τρεις πλέξεις ( την Κόσα όπως την λέγανε ) ή τα έπλεκε σε μια φαρδιά κόσα με πολλές πλεξούδες ( εάν είχε δικά της μαλλιά ναι εάν όχι χρησιμοποιούσε και ξένα μαλλιά ή απ' τα δικά της τα οποία συνεκέντρωνε κάθε φορά που λουζόταν και τα χτένιζε. Η κόσα αυτή ήταν μακριά κ' έφθανε ως τη μέση ακριβώς κοντά στο ζουνάρι και στην άκρη της έδενε ένα ωραίο μεταξωτό φιόγκο με μερικά χρυσαφικά ( καρμπόνια λεγόμενα ).

                β) Στα πόδια της φορούσε κάλτσες χρωματιστές χειροποίητες που τις έπλεκε η ίδια ετοιμάζοντας την προίκα της και αργότερα μονόχρωμες, με πατίκια ( παντόφλες ) ή γοβάκια με χαμηλό τακούνι ( για τις γιορτάσιμες στιγμές αρραβώνες, γάμοι ). α) Τώρα πια ήταν έτοιμη να φωνάξει τις φίλες της που είχανε κι εκείνες την ίδια ετοιμασία για να πάνε στο χορό που γινόταν στην πλατεία της γειτονιάς ή στις μεγάλες πλατείες όπως ήταν η πλατεία Σάρπ. Μπουνάρ ή Σραμπνάρ στον απάνω μαχαλά, στην Καρκατσελιά, ή στην πλατεία Μισοχωρίου ή στην Αγελαδαριά, σήμερα πλατεία Νάνου, όπου γινότανε κι ο μεγαλύτερος χορός. Η φορεσιά της ήταν η ίδια και στις εργάσιμες ημέρες με τη διαφορά ότι ήταν κατωτέρας ποιότητος τα υφάσματα και χωρίς τα γιορτερά στολίδια. Στο χορό που γινότανε στις πλατείες δε μαζεύονταν μονάχα οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες ( σχεδόν όλοι στο χωριό ) νέοι-νέες-γέροι, γριές και τα παιδιά ακόμη. Την ίδια ετοιμασία είχαν και οι νέοι στα σπίτια τους αλλά σε λιγότερη ώρα.

                    Η ανδρική ενδυμασία αποτελείτο : 1ον απ' το βρακί βαμβακερό για το καλοκαίρι και βαμμένο γαλάζιο ( ή όπως λεγόταν Γιρανιό ). 2ον το σαλβάρι 

ο ίδιος τύπος με το βρακί μόνο που ήταν καμωμένο από μαλλί ( σιαγιάκι ) για το χειμώνα. Και τα δύο αυτά δένονταν στη μέση  με τη βρακοζώνα οι δε σούρες   των μαζεύονταν στα πλάγια, πίσω δε άφηνε προς τα κάτω μια μύτη που λεγόταν τσιουτσιουμίκα. Στη μέση τους τύλιγαν το ζουνάρι που ήταν για τους νέους μεταξωτό και ως επί το πλείστον κόκκινο, για τους μεγαλύτερους μαύρο μάλλινο. Είχε μάκρος περίπου τρία μέτρα και μ' αυτό σφίγγανε γερά τη μέση τους. Στις άκρες είχε κρόσσια. Επάνω φορούσαν το άσπρο πουκάμισο με τα μακριά μανίκια και πάνω από το πουκάμισο το γιλέκο χωρίς μανίκια και χρωματιστό. Γύρω γύρω στο λαιμό είχε μικρά κουμπάκια καμωμένα από σιρίτι καφέ και το λεγόμενο γαϊτάνι καμωμένο από μεταξωτό σιρίτι. Το χειμώνα εκτός απ' το γιλέκο φορούσανε και το Ντουλαμά από βαμβακερό ύφασμα και με μανίκια ΣΑΛΤΑΜΑΡΚΑ και το ΜΙΝΤΑΝΙ : Η σημερινή καμπαρντίνα αλλά κοντή ως τη μέση, καμωμένη από τσόχα μαύρη ή καφέ και με μανίκια, τη φορούσαν δε κυρίως οι νέοι την άνοιξη ή το φθινόπωρο το δε μιντάνι αντικαθιστούσε τότε το σημερινό παλτό κι ήταν καμωμένο απο σιαγιάκι κι αυτό κοντό ως τη μέση με τη διαφορά ότι ήταν φοδραρισμένο με γούνα μάλλινη. Οι γεροντότεροι πάνω απ' το γιλέκο φορούσαν και το Τζεμιντάνι ( ζακέτα μάλλινη ) και στο κεφάλι ένα ιδιόρρυθμο κάλυμμα που λεγόταν Σαρίκα ή Σιαρβέτα ή τσαλμάτα ( ένα στενό μακρύ ύφασμα σαν ζουνάρι που το τύλιγαν στο κεφάλι ).

                   β) Τα πόδια τα τύλιγαν με βαμβακερά ή μάλλινα ποδοπάνια που λεγόταν Μπγιάλια και από δέρμα γουρουνιού που είχε κάθε νοικοκύρης στο σπίτι του για να σφάζει στις γιορτές των Χριστουγέννων. Επίσης φορούσανε τα Γυμίνια, φτιαγμένα από μαλακό δέρμα και τα φορούσανε πατημένα  ( παπούτσια ) και τα κουντούρια, σκληρά δερμάτινα και είχανε στα τακούνια τους καλτσιάδες και μικρά πεταλάκια στις σόλες. Πολύ παλιά φορούσαν και τα

καλέβρα, ξύλινα μονοκόμματα πελεκητά από τους ίδιους.

                   Με τα γυμινιά και τα κουντούρια στα πόδια τους φορούσανε τα καλτσούνια. Αυτά ήταν είδος γκέτες μάλλινες, άσπρες, ανοιχτές στο πλάι και κούμπωναν με ειδικά τέλινα κουμπιά. Πολλά καλτσούνια ήταν σαν κάλτσες και τα φορούσαν με τα κουντούρια.

                   δ) Είχανε όμως και οι άνδρες τα στολίδια τους. Οι νέοι, που τότε δεν κάπνιζαν, κρατούσαν στα χέρια τους κομπολόγια σαντιφέΐνια, ενώ οι γέροι κεχριμπαρένια ή μαύρα. Στο γιλέκο τους είχαν για στολίδι το ρολόγι και στο ζουνάρι τους, στο επάνω μέρος, τοποθετούσαν ένα ολόασπρο (μεταξωτό ή λινό ) μαντήλι, που η άκρη του έπεφτε έξω από το ζουνάρι, όπως και οι γέροι με τη διαφορά πως το μαντήλι θα ήταν κι αυτό, άσπρο βέβαια, αλλά βαμβακερό.

                   α) Η μητέρα έφτιαχνε στο νεογέννητο ωραίες πλουμιστές πάνες, ζώνη για το μικρό. Οι πάνες ήταν βαμβακερές ή μάλλινες. 'Όπως, και τα σκουφάκια βαμβακερά ή μάλλινα, με δαντέλες ή πλεχτά βαμβακερά για το καλοκαίρι και μάλλινα για το χειμώνα, με χρωματιστές φουντίτσες. Πάνω στα σκουφάκια η μάννα έβαζε φλουράκια και 2-3 γαρύφαλλα για να μοσκομυρίζει και πολλές φορές και μια σκελίδα σκόρδο για να μη βασκαίνεται. Μόλις άρχιζε

ν' αρκουδίζει φορούσε πια την καραβάνα ( ειδικό φόρεμα σαν φουστανάκι ), κι όταν πια η ηλικία του το επέτρεπε να φορέσει τη γνήσια φορεσιά  ( το βρακί ), γινόταν τότε περήφανος και περήφανη Σουφλιώτισσα.        

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
1682
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Στογιαννίδου
Όνομα
Ιωάννα