Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

2261

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ: ΓΛΩΣΣΑΣ,ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΑΡΕΥΞΙΝΙΩΝ ΧΩΡΩΝ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 02.02.2011

ΕΠΩΝΥΜΟ: ΜΕΡΜΗΓΚΑ

ΟΝΟΜΑ: ΟΛΙΑ

ΕΞΑΜΗΝΟ: Α         ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΤΟΥΡΚΙΚΑ

ΟΝΟΜΑ ΚΑΘΗΓΗΤΗ :κ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

ΤΙΤΛΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ : ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

 

Ένδυμα ,υπόδεση ,κόμμωση και καλλωπισμός

Α. Οι τοπικές ενδυμασία εκείνα τα χρόνια ήταν δύο ειδών η αντρική ενδυμασία και η ενδυμασία της Σουφλιώτισσας. Στην αντρική το πουκάμισο που φορούσαν οι ηλικιωμένοι άντρες ήταν βαμβακερό “γιράνιο” υφαντό στον αργαλειό. Οι νέοι φορούσαν λευκό τις καθημερινές και μεταξωτό  στις γιορτές με φαρδιά μανίκια. Το βρακί (είδος βράκας) ήταν βαμβακερό , υφαντό και βαμμένο  “ γιράνιο” στο υπογιατζή . Εσωτερικά φορούσαν το παλιό ως εσώρουχο και εξωτερικά το καινούριο. Το γελέκι ήταν χωρίς μανίκια. Το καθημερινό ήταν υφασμένο στον αργαλειό και το γιορτινό των νέων ήταν μεταξωτό το καλοκαίρι και “πιλουξένιο” το χειμώνα. Ήταν κεντημένο με σείρτι. Τα κουμπιά του γιλέκου ήταν μεταξωτά και κούμπωναν με “θηλίκια”. Στην αριστερή πλευρά είχε μια μικρή τσέπη. Σ ’αυτήν έβαζαν το ρολόι με αλυσίδα που ήταν πιασμένη από ένα θηλύκι και κρεμόταν. Το μιντάν, το φορούσαν πάνω στο γιλέκο. Ήταν καμωμένο με μαύρο σιαγιάκι και είχε μακριά μανίκια. Εσωτερικά ήταν γυμνωμένο με λεπτό αρνικό δέρμα. Στην άκρη της “λιμαράς ” είχε στενή λουρίδα από αρνικό δέρμα πλάτος 0,03μ. Το σιαλβαρι το φορούσαν το χειμώνα μαζί με το “μιντάν”. Ήταν ραμμένο όπως το βρακί, ήταν μαύρο, φτιαγμένο με “ σιαγιάκι ” . Στα πλάγια είχε δύο σκιοτές τσέπες κεντημένες με σειρίτι. Το γουνάρι ήταν μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό. Οι ηλικιωμένοι φορούσαν μαύρο και οι νέοι κόκκινο. Στις άκρες είχε κρόσια και φορούσαν πάντοτε. Όσοι γέροι κάπνιζαν έχωναν στις δίπλες του γωναριού την κρίνα (ταμπακέρα). Η σαλταμάρα ήταν ραμμένη όμοια με το “ριντάν ” , παλαιά ήταν από καφέ τσόχα. Αργότερα από λεπτό μαύρο ύφασμα και ήτα φοδραρισμένη . Τη φορούσαν οι ηλικιωμένοι την Άνοιξη και το Φθινόπωρο, τις Κυριακές. Τα καλτσούνια (είδος γκέτας) τα φορούσαν οι άντρες το χειμώνα. Ήταν καμωμένα από λεπτό “σιαιάκι ” και κούμπωναν στο πλάι με κόπτσες. Τα κουντούρια έτσι λέγονταν τα παπούτσια που φορούσαν, ήταν ευρύχωρα για να μπαίνουν εύκολα τα πόδια τους, γιατί το δέρμα τους ήταν πολύ χονδρό. Τη γιαμουρλάκια (παλτό) τη φορούσαν οι άντρες το χειμώνα για να μην κρύωναν. Ήταν ραμμένη με μαύρο σιαϊκι. Ιδιαίτερα ωραία ήταν και η γιορτινή φορεσιά της Σουφλιώτισσας. Ολομέταξο ήταν το πουκάμισο της, φτιαγμένο με της  προύσας το μετάξι, με δαντέλα βελονιού στη λιμαρά (τραχηλιά) και στο ποδόγυρο της. Ήταν μακρύ 0,20μ κάτω από το γόνα και με φαρδιά και μακριά μανίκια. Πάνω από το πουκάμισο φορούσε μισοφόρι, χωρίς μανίκια. Ήταν βαμβακερό, λεπτό, υφαμμένο στον αργαλειό. Στη μέση είχε πάσες (πιέτες για να χοντραίνει). Επάνω φορούσε το φορούσε το φουστάνι, είδος φουρό με φαρμπάδες και πολύ ωραία  δαντέλα στον ποδόγυρο. Συνήθως το φουστάνι ήταν καμωμένο από το ίδιο ύφασμα με το ατλαζωτό, μεταξωτό με κλάρες και σε διάφορα χρώματα όπως ροζ, σιέλ, μπορντό, χρυσαφί κ.α. Η “λιμαρά” ήταν στολισμένη με σιρίτι και “ χαρτζα ” (είδος μεταξωτής δαντέλας με διάφορα σχέδια και χρώματα). Τα μανίκια ήταν σκιστά στην άκρη και δίπλωναν προς τα επάνω. Και αυτό ήταν στολισμένα με σιρίτι και χαρτζια . Μεταξωτά καφτάνια ήταν ένα είδος ταφτά σε χρώμα μπορντό με λεπτή άσπρη ρίγα. Τα καφτάνια αυτά τα φορούσαν οι ηλικιωμένες με ποδιά “σπαργάτσι ”. Το καφτάνι σκέπαζε τα γόνατα και το φουστάνι της. Η πόδια επάνω στένευε με πιέτες. Την έραβαν σε ζώνη από το ίδιο ύφασμα με πλάτος 0,03μ και έπαιρνε κάτω από το ασημοζούναρο. Στο ποδόγυρο είχε φραμπαλά. Στη μέση της φορούσε το ασημοζούναρο. Τα κομμάτια του 24-30, ήταν φτιαγμένα με ασήμι και μπρούντζο. Στη πόρπη φαίνονταν η τέχνη του χρυσοχόου. Ήταν δουλεμένη με μπρούτζο, σε χρυσάφι χρώμα, σμάλτο και πολύχρωμες πέτρες. Στο κέντρο πόρπης ξεχώριζε ο δικέφαλος αετός με ανοιχτές τις φτερούγες του. Στο κεφάλι φορούσε “διστιμέλι”, δηλαδή μια μαντίλα, μεταξωτή η μάλλινη, ανάλογα με την εποχή και το έδεναν κάτω από το σαγόνι. Πάνω από αυτό έβαζε τη μαγλίκα, μεγάλη και λεπτή μαντήλα, σε σκούρο μπόρντο χρώμα, με κόκκινα ανθάκια και “σατσιάκια”(λεπτά κρόσια) στις γωνίες. Τη δίπλωναν σε τρίγωνο και έπειτα πολλές φορές ώσπου γίνονταν 0,06μ και τη τύλιγαν γύρω από το διστεμέλι. Έπειτα έπαιρνε τις δύο άκρες της, της περνούσε από τη διπλωμένη μαγλίκα με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται τα “σατσιάκα” της. Η Σουφλιώτισσα στόλιζε το κεφάλι της, δηλαδή πάνω από τα αυτιά της σκάλωσε στη μαγκίλα δύο “παγούνια”. Ήταν ασκημένα ανάγλυφα με σχέδιο , κάποιου πουλιού, σε σχήμα τριγώνου ή κύκλου με εννιά αλυσίδες από τις οποίες κρέμοταν χρυσά ή ασημένια. Η καρφίτσα “φιόγκος” που έκλεινε το πουκάμισο τα σκουλαρίκια “φιόγκος” , που έκλεινε το πουκάμισο τα σκουλαρίκια “καλαθάκια” και η βέρα της. Γύρω στο λαιμό της είχε γιορτάνι, μια κορδέλα με φλουριά, μαχμουντιέδες, τριαντάρια, εικοσάρια και άλλα μικρότερα. Όλες οι Σουφλιώτισσες είχαν μακριά μαλλιά πλεγμένα πάντα κότσο(κύσα)

                                                                                                                                   Νικολτσούδη- Τερζή Ειρήνη 67 ετών

 

Β) Τα παπούτσια που φορούσαν το χειμώνα λέγονταν “κουντούρια”. Οι γριές είχαν μαύρα και οι νέες κόκκινα. Ήταν καμωμένα από πολύ χονδρό δέρμα. Το καλοκαίρι φορούσαν σαν τις “τούρνες” είδος δερματίνης παντόφλας με χρωματιστή φούντα. Και τέλος στα επόμενα χρόνια φορούσαν λουστρίνια παπούτσια με χαμηλό τακούνι και κίτρινα σκαρπίνια που κούμπωναν στο πλάι. 

                                                                        Νικολτσούδη-Τερζή Ειρήνη 67 ετών

 

 

 

Γ) Εκείνα τα χρόνια σχεδόν σε όλη την Ελλάδα οι γυναίκες είχαν πάρα πολύ μακριά μαλλιά. Η μόδα όσο αφορά τα μαλλιά ήταν ή να το κάνουν πλεξούδες ή να τα μαζεύουν αλογοουρά. Βέβαια πολλές φορές κυρίως αν γίνονταν κάποιος γάμος ή είχαν γιορτές τότε οι γυναίκες έφτιαχναν τα μαλλιά τους “μπανάνα”. Από την άλλη πλευρά οι άνδρες πήγαιναν πολύ συχνά στο κουρείο. Εκεί ο μπαρμπέρης κούρευε πολύ κοντά τα μαλλιά τους γιατί έτσι συνήθιζαν οι άντρες τότε. Στα κουρεία φυσικά δούλευαν μόνο άνδρες, οι οποίοι ονομάζονταν μπαρμπέρηδες που κούρευαν τους πελάτες μόνο με ψαλίδι ή κάποιο ξυράφι που είχαν.

                                                                                       Νικολτσούδης Παναγιώτης  73 ετών  

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
2261
Έτος καταγραφής
2010-11
Επώνυμο
Μέρμηγκα
Όνομα
Όλια