Τοπικές ενδυμασίες από ΚΟΡΝΟΦΩΛΕΑΣ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
ΜΠΑΛΑΤΣΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ
ΑΕΜ 2846
ΕΞΑΜΗΝΟ Ε’
ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΚΟΡΝΟΦΩΛΙΑ ΣΟΥΦΛΙΟΥ, ΝΟΜΟΥ ΕΒΡΟΥ
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση, καλλωπισμός
Το παραδοσιακό γυναικείο ένδυμα της Κορνοφωλιάς ήταν το καφτάνι. Τα χωριά του βορείου Έβρου φημίζονται για τις πλουμιστές και περίτερες πολύχρωμες φορεσιές τους. Το χωριό της Κορνοφωλιάς δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Σε αντίθεση λοιπόν με αυτές, τα φορέματα καφτάνια ήταν λιτά και απέριττα.
Αρχίζοντας από μέσα προς τα έξω, πάνω από τα εσώρουχα φορούσαν μια άσπρη χοντρή πουκαμίσα. Στο θώρακα έβαζαν ένα ασπρόρουχο σαν μακριά σαλιάρα για να καλύπτει το στήθος. Το καφτάνι ήταν ένα φόρεμα με στενή μέση και με σχισμή στο θώρακα ανάμεσα στο στήθος που έφτανε μέχρι την μέση, γι’ αυτό και χρησιμοποιούσαν το ασπρόρουχο που το ονόμαζαν «τραχηλιά».
Πληροφορίες για το καφτάνι μου έδωσε η γιαγιά μου, κάτοικος Κορνοφωλιάς, 73 ετών: «Το καφτάνι ήταν πολύ απλό φόρεμα. Ήταν σαν ρόμπα. Ανοιχτό από μπροστά μέχρι κάτω. Πάνω από την υφαντή πουκαμίσα και την «τραχλειά» φορούσαν το καφτάνι. Για να το κλείσουν «επανωτιζαν» μια μεριά στην άλλη και το έσφιγγαν στη με το ζωνάρι. Οι περισσότερες φορούσαν μαύρο καφτάνι, αλλά άλλες γυναίκες έκανα και άλλο χρώμα, καφέ, μπλε, πράσινο. Το έραβαν με υφαντά. Υπήρχαν κι αυτές που είχαν περισσότερα λεφτά και αγόραζαν «ατλαζ», που ήταν σαν σατέν. Το ζωνάρι κι αυτό ήταν άμα είχες λεφτά, αλλιώς ήταν πάνινο με μπρούτζινο τοκά. Αν είχες λεφτά έπαιρνες ασημοζούναρο δηλαδή με ασημένιο τοκά.
Το χειμώνα με τα κρύα είχαμε τα κοντογούνια για πανωφόρια. Ήταν σαν κοντή ζακέτα που το φτιάχναμε τσόχινο ή μαλλίσιο ύφασμα. Κοντογούνι το έλεγαν γιατί στο γιακά ράβαμε ένα κομμάτι γούνα.
Τη μαντήλα στο κεφάλι, τον «γιασμά» εγώ δεν τον έβαλα, αλλά μεγαλύτερες από μένα τον φορούσαν. Οι κάλτσες ήταν μαλλίσιες που τις πλέκαμε και ποδήματα είχαμε γαλότσες ήταν τσαρούχια και γκαλέτσια. Οι γαλότσες ήταν λαστιχένιες και τα τσαρούχια ήταν δερμάτινα και τα είχαμε για το χειμώνα. Τα γκαλέτσια ήταν ξύλινοι πάτοι με ένα λουράκι δέρμα.
Για το ανδρικό ένδυμα επιστράτευσα την μνήμη του παππού μου, Σεχούδη Κωνσταντίνου κατοίκου της Κορνοφωλιάς , 75 χρονών:
Εγώ δεν φόρεσα «πουτούρια». Εγώ φόρεσα παντελόνια. Οι μεγαλύτεροι από μας φορούσαν. Έβαζαν το πουκάμισο, αυτό ήταν υφαντό και άσπρο και από κάτω φορούσαν τα πουτούρια. Ήταν πολύ φαρδιά παντελόνια και κάτω από το γόνατο στένευαν. Στην μέση ήταν φαρδύ και το έσφιγγαν με ζωνάρι. Το ζωνάρι ήταν υφαντό συνήθως καρό άσπρο ύφασμα και ήταν μακρόστενο. Το τύλιγαν γύρω από την μέση κάπου στις τρεις τέσσερις γύρους πάνω και από το πουκάμισο και από το πουτούρ.
Μετά είχαμε τα γιλέκα. Για το καλοκαίρι είχαμε αμάνικα και για το χειμώνα με μανίκια. Το χειμώνα είχαμε ακόμα τις κάπες, που ήταν μάλλισιες όπως και τα γιλέκα. Στο κεφάλι φορούσαν άλλοι καπέλο σαν τραγιάσκα και άλλοι σαρίκι. Το σαρίκι ήταν ένα υφαντό άσπρο κι αυτό σαν το ζωνάρι για να διώχνει τον ήλιο που το τύλιγαν πολλές φορές γύρω από το κεφάλι.
Για ποδήματα είχαν τσαρούχια. Ούτε από αυτά φόρεσα. Μόνο όταν ήμουν πολύ μικρός. Έπαιρναν δέρμα ζώου, γουρουνιού και για πάτο έβαζαν κανά δύο στρώσεις ακόμα από μέσα μόνο από κάτω και το έσφιγγαν με «πετσιά» , κορδόνια δερμάτινα.