Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΜΑΝΗΣ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

2398 Α

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΟΝΟΜΑ: ΧΡΥΣΑ

ΕΠΩΝΥΜΟ: ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ε. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

ΕΞΑΜΗΝΟ: Α΄

ΤΟΠΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ: ΜΑΝΗ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΕΒΡΟΥ  2011-2012

 

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΑΝΔΡΙΚΗ

Η ενδυμασία των ανδρών, απλή και μικρή σε ποικιλία, ήταν έργο των γυναικών κάθε οικογένειας. Αποτελούνταν δε από τα εξής είδη:

Π'κάμσου: Πουκάμισο χρώματος λευκού

Βρακί: Περισκελίδα χρώματος μπλε

Σαλβάρ': Μάλλινο παντελόνι μαύρου χρώματος. Φοριότανε κατά το χειμώνα και πάνω από το βρακί.

Γιλέκ': Γιλέκο μάλλινο, μαύρου χρώματος, χωρίς μανίκια.

Τζιμαντάν: Είδος σακακιού με μανίκια, αλλά κοντό, μάλλινο και μαύρου χρώματος. 

Ζ'ναρ: Ζωνάρι: Στενόμακρο μάλλινο ύφασμα, μήκους 4 μέτρων και πλάτους 0,40 μέτρων που το τύλιγαν στη μέση τους.

Σαρίκ': κάλυμμα της κεφαλής, στενόμακρο βαμβακερό ύφασμα, χρώματος μπλε, που το τύλιγαν στο κεφάλι.

Μπιάλια: Τετράγωνο μάλλινο ύφασμα, διαστάσεων 0,60x0,60 μ., που το τύλιγαν στα πόδια τους.

Τσαρχόσχοινα: Σχοινιά μαύρου χρώματος από τρίχα γίδας, μήκους 2-3 μέτρων, με τα οποία έδεναν τα μπιάλια.

 

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η ενδυμασία των γυναικών μεγάλη σε αριθμό και ποικιλία ήταν χειροποίητη σαν και των ανδρών, εκτός από διάφορα στολίδια τα οποία αγόραζαν από καταστήματα του Διδυμότειχου ή τους πλανόδιους μικροπωλητές. Αποτελούνταν από τα εξής είδη: Π’ κάμισου: πουκάμισο φορούσανε κατάσαρκα και είχε διάφορες ονομασίες ανάλογα με το είδος της ύφανσης: κιναρουτό, χριαδένιο,ναφοσουτό , πουδιές, μηλασμένο, κίτρινου, κότνιου, κουτνιούδ’, μπουχασένιου.

Φ’στάνι: Φουστάνι που φορούσαμε πάνω από το πουκάμισο. Είχε και αυτό πολλές ονομασίες. Μουχαέρο (μάλλινο). Μουχσέρα ήταν τρία είδη Τσιαρπαλιάρα, φτερουτή, περιστέρα. Υπήρχαν και βαμβακερά φουστάνια που είχαν κι αυτά τις ονομασίες τους: Χαλάζιου (μπλε), πράσνου νυφτή (πράσινο) και βουλωτό. Τέλος, τα φουστάνια ήταν χωρίς μανίκια, τα δε πουκάμισα με μανίκια τα οποία έφταναν μέχρι την παλάμη.

Ζουνάρι: Ζώνη. Διακρίνονταν σε ανεπίσημο και επίσημο. Το πρώτο ήταν επίσημο από μάλλινο ύφασμα, λωρίδα, με την οποία έζωναν τη μέση τους. Το δεύτερο, το σημοτούναρι όπως λεγόταν ήταν μεταλλικό. Ήταν έργο τέχνης και το φορούσαν μόνο οι νέες γυναίκες. Όταν αρραβωνιάζονταν η κοπέλα οι γονείς του αρραβωνιαστικού της, την πήγαιναν δώρο μαζί με άλλα τιμαλφή.

Μισαλούδα: Κομμάτι ύφασμα ειδικό υφασμένο που φοριόταν για ποδιά. Όταν η νέα ύφαινε ποδιές για την προίκα της δεν έλεγαν ότι ύφαινε ποδιές αλλά ότι γραφ’μισαλούδις.

Γούνα: Είδος γιλέκου, αλλά από δέρμα προβάτου κατά προτίμηση αρνιού, κατάλληλα καταρτισμένο και από ειδικό ράφτη ραμμένο στους γλουτούς. Φοριόταν όλες τις εποχές.

Συλλούνα: Είδος  Επανωφωριού με μανίκια φοριόταν το χειμώνα.

Τσ’ πούν: Επίσημη συλλούνα που φοριόταν μόνο κατά τις μεγάλες γιορτές.

Σακιένια: Μαντήλα, επίσημο κάλυμμα του κεφαλιού.

Β. Υποδήματα

Τα σημερινά υποδήματα παλιότερα ήταν εντελώς άγνωστα. Οι άνδρες μικροί και μεγάλοι φορούσαν σχεδόν όλο το χρόνο τσαρούχια κατασκευασμένα, το μεν χειμώνα από δέρμα βοδιού, το δε καλοκαίρι από δέρμα χοίρου. Επίσης υπόδημα ήταν η τ’λούμπα ή τα γιμινιά, τα οποία φορούσε μόνο ο γαμπρός κατά την ημέρα του γάμου.

Άλλα υποδήματα: Τσαρούχια: Αναφέρεται η χρήση απ’ τις γυναίκες, τα παλιά χρόνια, γουρνοτσάρουχων για την εκτέλεση γεωργικών εργασιών. Τα τσαρούχια αυτά στην κατασκευή τους ήταν παρόμοια με τα ανδρικά.

Μποτίνια: Δερμάτινο με μικρό τακούνι, πιο κάτω από την γάμπα. Μαύρου χρώματος. Δένονται με κορδόνια σταυρωτά. Φοριόταν ως νυφιάτικα και γιορτινά.

Γόβες (καπ’ τσωτά)

Μετά το 1930 φορέθηκαν τα λεγόμενα κοπιτσωτά (κοπ’ τσωτά). Είναι γόβες με τακούνια με φαρδύ λουράκι (μπαρέτα) και κούμπωναν στο πλευρό.

Γεμενιά: Είδος παντούφλας, σκούρου χρώματος και δερμάτινα. Είναι κλειστό υπόδημα.

Τερλίκια (Μέστια) : Πλεγμένα απ’ τις γυναίκες με μάλλινο νήμα διαφόρων χρωμάτων με βελονάκι ή φτιαγμένο απ’ του ράφτη (τερζή) με τσόχα (σαγιάκι-τσουκνένια) χωρίς σόλα. Μπορούσαν να φορεθούν μέσα στο χειμώνα.

Ιωυντούρια: Χαμηλά κλειστά δερμάτινα υποδήματα, με μικρό τακούνι και δεμένα με κορδόνια. Μετά τα μποτίνια τα κοντούρια αποτελούσαν τα επίσημα υποδήματα.

Γ. Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση

Βασικό κάλυμμα του κεφαλιού ήταν το τσεμπέρι. Το τσεμπέρι ήταν βαμβακερή μαντήλα διαφόρων χρωμάτων, με συνηθέστερο το μαύρο. Έχει σκοπό τη συγκράτηση των μαλλιών όταν φοριόταν πάνω απ’ αυτό άλλα είδη μαντηλιών. Οι νέες γυναίκες τις καθημερινές φορούσαν μόνο τσεμπέρι. Τις Κυριακές και τις γιορτές πάνω απ’ το τσεμπέρι φορούσαν την γραμμένη μαντήλα. Όσες γυναίκες δεν είχαν πολλά μαλλιά κυρίως οι ηλικιωμένες, δίπλωναν το τσεμπέρι σε τρίγωνο και το έριχναν μπροστά, έδεναν τις κοτσίδες επάνω του και μετά γυρνούσαν την γωνία ξανά πίσω.

Άλλα είδη μαντήλας ήταν:

Γραμμένη Μαντήλα (κεφαλομαντήλα)

Καλή Μπορμπούλα (Σακέινια)

Καβαδωτή Μαντήλα

Ντιλμπένα (μαμούκα ή μπαρμπούλα)

Διάφορα μαντήλια (κεφαλομαντήλα)

Χειρομάντηλα

Γ. Κόμμωση

Η κόμμωση των γυναικών ήταν στερεότυπη. Τα μαλλιά τους τα χτένιζαν ίσια πίσω με χωρίστρα στη μέση και δύο κοτσίδες (πλεξούδες, κόσες) πίσω. Τα κορίτσια σε ηλικία γάμου και οι νέες γυναίκες κατέβαζαν μέρος των μαλλιών τους στα μάγουλα και έκαναν από ένα τσουλούφι δεξιά και αριστερά.

Δ. Καλλωπισμός

Στον καλλωπισμό των γυναικών αν ήταν τα εξής: Ασημοτούναρο, Αλυσίδες, Κρεμαστάρες (παταράς), Ασημένιες παράδες (τέλια) ή Τσακατιά, παραδήκασα, καναρίδες, κορδέλες.

Ασημοζούναρο: Τις γιορτές οι νέες γυναίκες ανύπαντρες και παντρεμένες φορούσαν το ασημοζούναρο αντί για το καθημερινό μάλλινο ζουνάρι. Η πρόσοψη του, που στο μέσο της είναι υπερυψωμένη σαν κορώνα είναι διακοσμημένη με σμάλτο και πέτρες. Το υπόλοιπο τμήμα αποτελείται από σχετικό σκληρό υφασμάτινο σκελετό όπου ολισθούνουν πόρπες μεταλλικές οι λεγόμενες χλάπες. Το ασημοζούναρο ήταν ακριβό γυναικείο κόσμημα που σε εποχές που φοριόταν κανονικά παραγγέλνονταν όπως λένε στο Διδυμότειχο ή ακόμη πιο παλιά και στην Ανδριανούπολη. Αποτελούσε οικογενειακό κειμήλιο που ο πεθερός το δώριζε στη γυναίκα του πρώτου γυιού του. Μετά τον πόλεμο περίπου το 1950 φορέθηκαν οι αγοραστές λαστιχωτές κίτρινες ή χρυσαφί ζώνες που ήταν οικονομικότερες.

Αλυσίδες: Οι Αλυσίδες με ασημένια φλουράκια, τα λεγόμενα να σουλντούδια στερεώνονταν στο πίσω μέρος του ασημοζούναρου και το άλλο άκρο στο εμπρός μέρος του έτσι ώστε για τις νέες γυναίκες οι αλυσίδες να σχηματίζουν στο αριστερό ή δεξιό πλευρό στρογγυλάδες (τόξα). Για τις μεγαλύτερες γυναίκες οι αλυσίδες στερεώνονταν σε σημεία του ασημαζούναρου ώστε οι στρογγυλάδες να δημιουργούνταν πίσω.  Οι νύφες τις κρεμούσαν απ’ το ασημοζούναρο μπροστά σε ένδειξη σεβασμού προς τα πεθερικά και τους συγγενείς της όταν τους φιλούσε τα χέρια. Οι ηλικιωμένες γυναίκες δεν κρεμούσαν αλυσίδες.

Κρεμαστάρες (παταράς): Υφασμάτινα ορθογώνια, ρομβία ή τετράγωνα με χάνδρες και πούλιες ή πλεγμένες σκέτες χάνδρες και πούλιες που αναρτώνται απ’ το κεφαλομάντηλο και κρέμονται στις πορειές (μάγουλα) του προσώπου. Στις παλιές φωτογραφίες δεν επιβεβαιώνεται το γεγονός πλην όμως μαρτυρίες μεγάλης ηλικίας γυναικών αποδεικνύουν την χρήση τους την χρήση τους την ημέρα του γάμου και σε πολύ παλαιές εποχές.

Ασημένιες παράδες (τέλια) ή Τσακατιά: Υφασμάτινη κόκκινη λουρίδα  μήκους όσο το οριζόντιο φάρδος του γυναικείου μετώπου με υφασμάτινα κόκκινα κορδόνια και το δέσιμο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Επάνω στην λουρίδα είναι τοποθετημένοι ασημένιου παράδες σε τρεις μπουρλιές. Δηλαδή σειρές από παράδες περασμένοι σε κλωστές και κρεμασμένοι απ’ την λουρίδα, σε τρία συγκροτήματα, με μεγαλύτερο το κεντρικό, που πέφτουν στο μέτωπο με μορφή τόξων.

Παραδόκοσα: Υφασμάτινη κόκκινη λουρίδα επάνω στην οποία τοποθετούνται ασημένιοι παράδες συνήθως σε τρεις σειρές κατά την κατακόρυφη έννοια. Αναρτάται απ΄ την πλάτη του ρούχου μέσω ενός υφασμάτινου οριζόντιου στελέχους απ’ το οποίο αναρτώνται και οι κανορίδες και οι κορδέλες. Η παραδοκόσα φαντάζει μεταξύ των δύο πλεξούδων.

Κανορίδες: Πολύχρωμες κλωστές κατά μήκος των πλεξούδων. Επάνω στις κανορίδες συνήθως είναι τοποθετημένες πολύχρωμες φούντες, πεταλόνια, βασκαντήρες κλπ.

Κορδέλλες: Πολύχρωμες υφασμάτινες λουρίδες αναρτημένες απ’ την πλάτη του ρούχου και έφταναν μέχρι τα κεντήματα του φορέματος.

Λουκιπούδη Ευαγγελία, ετών 65

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
2398
Έτος καταγραφής
2011-12
Επώνυμο
Ζαφειροπούλου
Όνομα
Χρύσα
Εικόνες