Τοπικές ενδυμασίες από Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ
Τμήμα : Ιστορίας και Εθνολογίας
Μάθημα: Εισαγωγή στη Λαογραφία
Διδάσκων : κος. Βαρβούνης
Τίτλος Εργασίας: Συλλογή Λαογραφικού Υλικού του Λιμένα Θάσου
Ονοματεπώνυμο : Φιλιππίδου Βασιλική
ΑΕΜ : 553534
Εξάμηνο : A’
Ακαδημαϊκό Έτος : 2012- 2013
ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
Τα υφαντά της Θάσου παρουσιάζουν μιαν ομοιογένεια στο είδος, στο χρώμα και στο σχέδιο. Σε όλα τα χωριά υφαίνουν τα ίδια είδη και με τον ίδιο τρόπο, μάλλινα και βαμβακερά. Τα χρώματα είναι πολύ φωτεινά και ζωηρά : πράσινο και κόκκινο χτυπητό, πορτοκαλί ζωηρό, κίτρινο φαιό γαλάζιο και κεραμιδί σε έντονες αποχρώσεις.
Τα σχέδια είναι αυστηρά γεωμετρικά : αστέρι, ρόμβοι και άλλα ρομβοειδή και παραλληλόγραμμα. Υπάρχουν ορισμένα σχέδια, σε κιλίμια και σε προσκέφαλα, που τα συναντάμε σε όλα σχεδόν τα χωριά και τα σπίτια. Μετά τα 1900, εμφανίζονται και σχέδια νατουραλιστικά, όπως λουλούδια, πεταλούδες κ.ά. Υπάρχουν υφαντά για το στόλισμα του σπιτιού και υφαντά κοινής χρήσης για τις ανάγκες του νοικοκυριού και της καθημερινής ζωής.
Είδη διακοσμητικής υφαντικής είναι τα προσκέφαλα και τα κιλίμια. Τα προσκέφαλα είναι στενόμακρα με παράλληλες περίπου ραβδωτές ταινίες στο πλάτος, που χωρίζουν μεταξύ τους με πολύχρωμες αλυσίδες, ή διακόπτονται από σχέδια. Υφαίνονται με ιδιαίτερο μπρούλιασμα. Τα κιλίμια είναι υφαντά μάλλινα με μαύρο ή κόκκινο κόμπο και σκόρπια πολύχρωμα σχήματα σαν άστρα. Πιο συνηθισμένο είναι το κιλίμι με πολύχρωμους ρόμβους – ρομβοειδή σχήματα. Τα υφαντά είδη καθημερινής χρήσης είναι μάλλινα ή βαμβακερά. Παρουσιάζουν μιαν ομοιογένεια στο σχέδιο και στη μορφή.
Μερικά από αυτά είναι:
- Τα «σακλέρια». Είναι σακούλια, ντορβάδες μικροί και μεγάλοι ανάλογα με τις ανάγκες. Είναι μάλλινα, βαμβακερά ή τρίχινα, από κατσικίσια τρίχα με δίχρωμες αλυσίδες σε οριζόντιες ή κάθετες ραβδώσεις. Όλα έχουν κρέμασμα για τον ώμο.
- Το «μεσάλ». Είναι μια στενόμακρη πετσέτα. Με αυτήν σκεπάζουν το ζυμάρι για να ανέβει πριν από το φούρνισμα.
- Το «πανούδ’». Είναι συνήθως πανί υφαντό με μαύρες ραβδώσεις. Χρησιμοποιείται για πρόχειρο σκέπασμα του κρεβατιού ή του καναπέ, και μπορεί να μετατραπεί σε «σακλέρι».
- Το «γιαμπόλ’». Μάλλινη πολύ χοντρή και ζεστή κουβέρτα που την έφτιαχναν από μαλλί προβάτου, το οποίο έγνεθαν χοντρό σαν φυτίλι.
Το μαλλί των προβάτων το έπλεναν καλά και κατόπιν, ακολουθούσε το ξύσιμο με τα χέρια. Μετά το λανάριζαν και το έκλωθαν με τη ρόκα, όπου γινόταν κλωστή. Η επόμενη διαδικασία αφορούσε τη βαφή της κλωστής.
Η βαφή γινόταν κύρια με λουλάκι για το μπλε χρώμα. Με φύλλα μουριάς έπαιρναν τις αποχρώσεις του πράσινου, με το χόρτο «χύμιλλη» το κίτρινο, με φύλλα κυδωνιάς το μπεζ, με φύλλα καρυδιάς και πράσινα καρύδια το καφέ. Τα υπόλοιπα χρώματα έβγαιναν με ανάμειξη δύο ή περισσότερων χρωμάτων. Χρησιμοποιούνταν τα παραπάνω φυτά και χόρτα για να είναι ανεξίτηλα τα χρώματα και να μη «βγάλουν» κατά το πλύσιμο. Βέβαια δεν αποκλείονταν και η περίπτωση να γίνει χρήση μπογιάς.
Οι κλωστές τώρα αν προορίζονταν για κεντητό υφαντό, γίνονταν κουβαράκια, αν όμως θα χρησιμοποιούνταν για ίσιο υφαντό (με εναλλασσόμενες οριζόντιες γραμμές σε διαφορετικά χρώματα), τις έκαναν μασούρια.
Ο αργαλειός, όπως είναι γνωστό, ήταν ξύλινος και τοποθετούνταν σε ένα ιδιαίτερο δωμάτιο ή αν δεν υπήρχε, στο χαγιάτι. Τα μέρη του αργαλειού ήταν τα παρακάτω :
α) Το μπροστινό αντί, ένα ξύλινο δοκάρι που τυλιγόταν το υφαντό.
β) Το πίσω αντί, ένα ξύλινο δοκάρι που τυλιγόταν το στημόνι.
Το καθένα από αυτά είχε τέσσερις οπές. Στο πίσω, οι οπές ήταν αριστερά για να βάλουν μια βέργα με την οποία θα τέντωναν το υφαντό κατά μήκος, ενώ στο μπροστινό ήταν δεξιά για να μπαίνει το σφήχτρο, ένα ξύλο που χρησίμευε στο να σφίγγει το υφαντό και να παραμένει τεντωμένο.
γ) Η ξύγκλα, ήταν μια σιδερένια βέργα με τρύπες κρίκο (χαλκά) στη μέση. Έμπαινε πάνω στο υφαντό για να το τεντώνει κατά πλάτος και να μη στενεύει σε σημεία. Δηλαδή να παραμένει σε όλο το μήκος ομοιόμορφο.
δ) Το χτένι, ήταν ένα εξάρτημα σα χτένα και έμπαινε στο ξυλόχτενο (ξύλο για χτένι). Χρησίμευε για το χτύπημα της κλωστής.
ε) Τα μιτάρια. Βρίσκονταν πίσω από το ξυλόχτενο και ήταν δύο. Αποτελούνταν από δύο παράλληλα ξύλα ανάμεσα στα οποία υπήρχαν δύο επίμηκες αλυσίδες ενωμένες από διχτόνημα.
στ) Τα καρούλια ήταν τοποθετημένα πάνω από τα μιτάρια δεξιά και αριστερά με σχοινιά. Χρησίμευαν για να δένουν τα μιτάρια.
ζ) Οι πατήτηριες. Δύο στον αριθμό, με σχοινιά συνδεδεμένες. Πάνα σε αυτές πατούσε η υφάντρα εναλλάξ, πότε τη μία και πότε την άλλη, για να ανοίγει το πανί και να πλέκει την κλωστή στο στημόνι.
η) Τα καλάμια βρίσκονταν πίσω από τα μιτάρια και ήταν και αυτά δύο. Ήταν τοποθετημένα παράλληλα, και σε αυτά πλεκόταν το στημόνι (η μία κλωστή μέσα στην άλλη).
Βέβαια, όπως σε όλες τις δραστηριότητες, δεν έλειπαν και από την υφαντική οι δοξασίες και οι προφυλάξεις. Μόλις στηνόταν ο αργαλειός για να αρχίσει να υφαίνεται η προίκα, έφτιαχνα γλυκά για να είναι «γλυκιά». Επίσης, αν υπήρχε υφαντό πάνω στον αργαλειό και έφτανε η Μ. Τετάρτη, έβγαζαν το σφήχτρο, κατέβαζαν το μπροστινό αντί κοντά στο ξυλόχτενο, για να μην είναι τεντωμένο τη Μ. Βδομάδα και αποβεί σε κακό. Αν βαζιόταν η νοικοκυρά να κάνει την προίκα, τέντωνε το υφαντό και άρχιζε να υφαίνει μετά το Πάσχα. Διαφορετικά, έπρεπε να περιμένει 40 ημέρες.
Ακόμη, το υφαντό δεν έπρεπε να τελειώσει Σάββατο. Αν υπήρχε τέτοια περίπτωση, το άφηνα για άλλη μέρα. Τέλος, κακό ήταν να υφαίνουν μετά τον Εσπερινό.
Πριν πούμε τι τραγούδια ακούγονταν από τα κορίτσια που ύφαιναν, θα παραθέσουμε ένα τετράστιχο που έλεγαν, και στο οποίο φαίνεται το πόσο αντιπαθητικό ήταν στις κοπέλες να υφαίνουν, αντίθετα με άλλες παρόμοιες δραστηριότητες.
Το κέντημα είναι γλέντημα
Η ρόκα είναι σεργιάνι (=βόλτα)
Με το καταραμένο το αργαλειό
Είναι σκλαβιά μεγάλη.
Αυτό το έλεγαν, γιατί με το κέντημα ή το κλώσιμο του μαλλιού μπορούσαν να φύγουν από το σπίτι και να πάνε σε άλλα σπίτια με παρέες. Όμως, ο αργαλειός δεν μετακινούνταν, και έτσι να μένουν μέσα. Για αυτό τον αποκαλούσαν σκλαβιά.
Τα τραγούδια που έλεγαν υφαίνοντας ήταν διάφορα. Υπήρχαν όμως και μερικά που είχαν σχέση με τον αργαλειό, όπως:
Τάκου Τάκου ο αργαλειός μου,
Τάκου κι έρχεται ο καλός μου.
Τάκου Τάκου στην αυλή μου,
Ώσπου να’ ρθει το πουλί μου.
Τάκου και σε λίγο φτάνει,
Για φιλί και για στεφάνι.
Οι Θασίτικες ενδυμασίες είναι πολλές και πλούσιες σε σχέδια, και μας δίνουν μια πολύμορφη εικόνα από ιδιότυπα υποδείγματα. Κατασκευάζονταν από υφάσματα, συνήθως μεταξωτά, βελούδινα, τσόχινα και λινομέταξα, ενώ δεν λείπουν, από την χειμωνιάτική κυρίως στολή, τα μάλλινα υφάσματα. Είχαν πλούσια κεντήματα και πολύτιμους επενδυτές που ήταν διακοσμημένοι με χρυσοποίκιλτα κεντήματα ή με χρυσά, αργυρά, μεταξωτά κορδόνια.
Τη μεγαλύτερη ποικιλία παρουσιάζουν οι γυναικείες Θασίτικες ενδυμασίες, οι οποίες ανάλογα με την ηλικία, την εποχή και την επισημότητα της μέρας που φοριόταν, διαμορφώνονταν και σε διαφορετικό στυλ.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την καθημερινή γυναικεία ενδυμασία της Θάσου, η οποία ήταν και η πιο ευχάριστη. Κύριο ένδυμα ήταν ένα φόρεμα χωρίς μανίκια και με βαθύ στρογγυλό ντεκολτέ, το λεγόμενο «φ’ στάνι», δηλαδή το φουστάνι. Αυτό κατασκευαζόταν από έτοιμα υφάσματα, σε διάφορους χρωματισμούς, τα οποία αγόραζαν από το εμπόριο και δεν είχαν σχέση με την υφαντική τους τέχνη. Το ύφασμα το πήγαιναν σε ειδικές μοδίστρες για να το ράψουν στο στυλ που προαναφέρθηκε, ένα στυλ απλό, που περιοριζόταν μόνο στο ράψιμο, γιατί ό, τι κέντημα υπήρχε σε αυτό, ήταν ήδη πάνω στο ύφασμα και δεν κατασκευάζονταν από την ειδική αυτή μοδίστρα. Το μόνο που πρόσθετε αυτή ήταν γύρω – γύρω στο ντεκολτέ και στον ποδόγυρο στενό σιρίτι, το λεγόμενο «γαϊτάνι», το οποίο επίσης αγόραζαν από το εμπόριο με το μέτρο. Το ένδυμα αυτό ήταν μακρύ και έφτανε μέχρι τον αστράγαλο.
Το καθημερινό φόρεμα ήταν κυρίως κατασκευασμένο από ένα χοντρό ύφασμα, και το χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι, που λεγόταν «νεφτί». Με τον όρο αυτό, υποδήλωναν το καθημερινό τους ένδυμα, το οποίο για ευκολία κατασκευαζόταν με κοφτές τσέπες.
Δεύτερο ρούχο, το οποίο φοριόταν μέσα απ’ το «φ’ στάνι» και κάλυπτε τα χέρια και το ντεκολτέ, ήταν το «πουκάμισο». Αυτό έφτανε στο ίδιο μάκρος με το φόρεμα και είχε στρογγυλή λαιμόκοψη. Κάλυπτε όλο το λαιμό και έκλεινε με ένα κουμπί στο μπροστινό πάνω μέρος του λαιμού. Επίσης, μπροστά από το σημείο που ήταν το κουμπί και κατά μήκος του ντεκολτέ, υπήρχε άνοιγμα περίπου 15 εκατοστών. Κατά μήκος του ανοίγματος αυτού υπήρχε μικρή δαντέλα. Δαντέλα υπήρχε και στις άκρες των μανικιών (στον καρπό του χεριού περίπου), και αυτή πλεκόταν με βαμβακερή λεπτή κλωστή και βελονάκι από τις ίδιες τις γυναίκες που το φορούσαν.
Και τον χειμώνα και το καλοκαίρι, ήταν κατασκευασμένο το πουκάμισο από λευκό καμπότο, ενώ οι πιο εύποροι είχαν τη δυνατότητα να το κατασκευάσουν από άσπρο καλό χασέ. Το ράψιμό του γινόταν στις ίδιες μοδίστρες με αυτές που έραβαν τα φορέματα.
Ωστόσο, οι γυναίκες που πήγαιναν στα χωράφια ή ασχολούνταν με διάφορες γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες, για να μη λερώνουν το μακρύ αυτό πουκάμισο, το αντικαθιστούσαν με τη λεγόμενη «τραχ’ λιά».
Αυτή ήταν κατασκευασμένη από το ίδιο ύφασμα με το πουκάμισο και είχε ακριβώς το ίδιο στυλ με αυτό. Η διαφορά βρισκόταν στα μανίκια, που δεν είχε αυτό το ένδυμα, και ακόμη ήταν κοντό – έφτανε περίπου μέχρι τη μέση. Το μάκρος άλλωστε, ήταν και το πρόβλημα του πουκάμισου, για αυτό δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν κατά την ώρα της εργασίας τους. Την «τραχ’ λιά» την ανέφεραν μέσα στα ενδύματά τους, σαν ένα ύφασμα που μοιάζει με το πετραχήλι που φορούσε ο παπάς, γιατί έμοιαζε στην κατασκευή πάρα πολύ με αυτό. Για το ράψιμό της δεν ήταν απαραίτητο να απασχοληθεί η μοδίστρα γιατί ήταν εύκολο.
Για την κάλυψη των χεριών, πάνω από αυτό το ένδυμα φορούσαν, και το χειμώνα και το καλοκαίρι, το λεγόμενο «κοντογούνι». Αυτό φοριόταν όλες τις εποχές και πάνω από το «πουκάμισο». Ήταν απαραίτητο για την καθημερινή γυναικεία ενδυμασία. Ράβονταν στις ειδικές μοδίστρες και ήταν φτιαγμένο από δίμιτο σε διάφορους χρωματισμούς. Έφτανε μέχρι τη μέση (για αυτό άλλωστε λεγόταν και κοντογούνι), ήταν ανοιχτό μπροστά, για να φαίνεται η άσπρη δαντέλα που κάλυπτε το ντεκολτέ, και το κόψιμό του ήταν στρογγυλό, όπως το καθιερωμένο γιλεκάκι. Το μανίκι έφτανε μέχρι τον καρπό, ενώ την επάνω πλευρά του χεριού και τα δάχτυλα κάλυπτε μια προέκταση του μανικιού σε σχήμα γλώσσας. Η κάτω πλευρά δεν καλυπτόταν πέρα από τον καρπό. Γύρω – γύρω το «κοντογούνι» είχε το «γαϊτάνι», το στενό αυτό ειδικό σιρίτι, που ήταν σε μια απόχρωση του χρώματος του υφάσματος.
Αυτή ήταν η καθημερινή γυναικεία Θασίτικη στολή, από την οποία φυσικά δεν έλειπε η «ποδιά». Αυτή, και το χειμώνα και το καλοκαίρι, ήταν υφαντή και είχε ορισμένα σχέδια. Υφαίνονταν από τις ίδιες τις νοικοκυρές που τη φορούσαν, γιατί ο αργαλειός ήταν ένα από τα συνηθισμένα, αν όχι απαραίτητα, εξαρτήματα ενός σπιτιού. Υπήρχαν τρία ή τέσσερα σχέδια, που στηρίζονταν πάνω στη γεωμετρική διακοσμητική, και από αυτά διάλεγαν οι νοικοκυρές κάποιο για να φτιάξουν την καθημερινή τους ποδιά. Όσες είχαν την δυνατότητα έφτιαχναν περισσότερες από μία σε διαφορετικά σχέδια. Κάθε γυναίκα είχε το δικαίωμα να αλλάξει τα χρώματα του κάθε σχεδίου, όχι όμως και το ίδιο το σχέδιο.
Η ποδιά ήταν ένα ορθογώνιο κομμάτι που έδενε στη μέση, και το μάκρος της έφτανε μέχρι δύο παλάμες πάνα από το φόρεμα. Ήταν δηλαδή αρκετά μακριά και φαρδιά, ώστε να προφυλάσσει το φόρεμα και να μη λερώνει. Γύρω – γύρω από το υφαντό κομμάτι της ποδιάς έβαζαν στενή φάσα απ’ ό, τι ύφασμα διέθεταν, και από το ίδιο το ύφασμα έφτιαχναν τη ζώνη που έδεναν την ποδιά στη μέση τους, και η οποία ήταν κυλινδρική. Η φάσα είχε και κέντημα ή όχι.
Συμπλήρωμα της φορεσιάς ήταν και άλλη μία κυλινδρική ζώνη μεγαλύτερου πάχους από αυτή της ποδιάς, και χρησιμοποιούνταν για να συγκρατεί το φόρεμα, και ήταν κατασκευασμένη από το ίδιο ύφασμα που ήταν και το φόρεμα.
Η όλη καθημερινή ενδυμασία πλαισιωνόταν από τις κάλτσες, οι οποίες ήταν μάλλινες σε άσπρο χρώμα και έφταναν μέχρι το γόνατο. Αυτές πλεκόταν από τις ίδιες τις γυναίκες με μάλλινη κλωστή.
Το καλοκαίρι φορούσαν κάλτσες που πάλι τις έπλεκαν οι ίδιες, όμως όχι από τόσο χοντρό μαλλί αλλά από «καλτόνημα», που ήταν πιο λεπτό και το οποίο αγόραζαν εφ’ όσον βαμβακερή κλωστή δεν είχαν τη δυνατότητα να φτιάξουν.
Εξάρτημα όμως της καθημερινής ενδυμασίας ήταν και τα καλύμματα του κεφαλιού. Δύο ειδών ήταν αυτά. Το πρώτο ήταν ένα τετράγωνο μαντίλι μεταξωτό, μονόχρωμο και σε ποικιλία χρωμάτων. Γύρω- γύρω υπήρχαν τσιμπιδάκια μικρά που έπλεκαν με το βελονάκι. Αυτό το κάλυμμα λεγόταν «τσίπα» και το έβαλαν στο κεφάλι τους διπλωμένο τριγωνικά, καθώς το έδεναν με ένα μικρό φιόγκο αριστερά.
Η νύφη φορούσε βέβαια το καθιερωμένο «φ’ στάνι» όμως αυτή τη φορά ήταν ολόχρυσο. Όλο το ύφασμα είχε χρυσό πυκνό κέντημα και ελάχιστος φόντος φαινόταν, ο οποίος μπορεί να ήταν εμπριμέ, κόκκινος ή γαλάζιος. Όλο το ράψιμο και το στυλ ήταν ακριβώς το ίδιο με το παραδοσιακό.
Τα νυφιάτικα, επίσης, παπούτσια ήταν μαύρες λουστρινιένες γόβες, κάτω από τις οποίες έγραφαν τα ονόματα των ανύπαντρων κοριτσιών και όταν η νύφη έφτανε στο κατώφλι της εκκλησίας, σκούπιζε δυνατά τα πόδια της στο έδαφος ώστε να σβηστούν τα ονόματα. Όποιο όνομα σβηνόταν, αυτό το κορίτσι θα παντρευόταν σύντομα και πρώτο απ’ όλα τα υπόλοιπα.
Τα χέρια τους κάλυπταν με άσπρα γάντια φτιαγμένα από πολύ λεπτό διαφανές ύφασμα.
Φυσικά δεν έλειπαν τα κοσμήματα από το στολισμό της νύφης. Αυτά για το λαιμό ήταν πολλαπλές σειρές, φλουριά και ντούμπλες, οπωσδήποτε χρυσά, καθώς και κρεμαστά σκουλαρίκια χρυσά, χαλκάδες (κρίκοι).
Αυτά τα κοσμήματα ήταν απαραίτητα, και ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα καθενός, επεκτείνονταν σε χρυσά δαχτυλίδια, βραχιόλια, κλπ.
Τα ίδια κοσμήματα φορούσαν και οι παντρεμένες γυναίκες με τη γιορτινή τους ενδυμασία, ενώ οι ανύπαντρες δεν φορούσαν κοσμήματα. Το πολύ να έβαζαν σκουλαρίκια ή κάτι άλλο από ασήμι.
Στη δουλειά τους λοιπόν οι άντρες φορούσαν το λεγόμενο «πουτούρι» της δουλειάς, το οποίο ήταν φαρδύ παντελόνι και έφτανε μέχρι το γόνατο. Το χρώμα του ήταν σκούρο και το χειμώνα κατασκευαζόταν από μάλλινο ύφασμα, ενώ το καλοκαίρι από πιο λεπτό. Συνηθιζόταν το μαύρο χρώμα.
Κάτω από αυτό φορούσαν το «σώβρακο», το οποίο ήταν στο ίδιο μάκρος με το «πουτούρι», και κατασκευαζόταν από μαλλί το χειμώνα, και το καλοκαιρινό ήταν βαμβακερό. Το χρώμα του ήταν λευκό.
Από τη μέση και πάνω καλυπτόταν με υφαντό σκουρόχρωμο πουκάμισο στο γνωστό σε μας στυλ.
Στη μέση φορούσαν βαμβακερό ζωνάρι φαρδύ σε χρώμα σπαστό άσπρο (εκρού, μπεζ, κλπ. ), και το οποίο τύλιγαν αρκετές φορές γύρω από τη μέση τους. Αυτό φοριόταν κάτω από το σακάκι και πάνω από το παντελόνι και το πουκάμισο.
Συμπλήρωμα της ανδρικής ενδυμασίας ήταν τα παπούτσια, τα οποία ονομάζονταν «καουτσένια».
Αυτή ήταν η καθημερινή ανδρική ενδυμασία. Φοριόταν τα ίδια και τις δύο εποχές του έτους (μιλάμε για τις μεγάλες εποχές χειμώνα – καλοκαίρι), ενώ αν έκανε πολλή ζέστη ήταν δυνατό να μη φορεθεί το σακάκι από χοντρό ύφασμα αλλά από πιο λεπτό. Το ίδιο ίσχυε και για το πουκάμισο.
Όταν επέστρεφαν από τη δουλειά έβαζαν διαφορετικό παντελόνι. Αυτό ήταν μαύρο, έφτανε μέχρι το γόνατο, το ύφασμα ήταν διαφορετικό την κάθε εποχή, και το παντελόνι αυτό ονομαζόταν «κόφα» ή «βράκα» και είχε πολύ σούρα. Όλα τα υπόλοιπα ρούχα και μετά τη δουλειά ήταν ίδια.
Η γιορτινή ανδρική ενδυμασία είναι βέβαια διαφορετική, δεν έχει όμως ιδιαίτερη διακόσμηση όπως η γυναικεία. Γιορτινό παντελόνι ήταν η λεγόμενη «κόφα» ή «βράκα» σε ένα διαφορετικό ράψιμο από την καθημερινή. Είχε και αυτή πολύ σούρα στη μέση, όμως, ενώ στο ύφασμα έφταν μέχρι το γόνατο (κάλυπτε το γόνατο), και στο σημείο που τελείωνε ήταν εφαρμοστή στο πόδι, η σούρα ήταν τόσο μεγάλη ώστε να κρεμόταν και έφτανε μέχρι τον αστράγαλο περίπου. Το ύφασμα της σούρας κρεμόταν και από το πλάι του κάθε ποδιού αλλά και στο εσωτερικό των ποδιών. Το ιδιότυπο αυτό παντελόνι είχε χρώμα και κατασκευαζόταν από ύφασμα βατίστα και το χειμώνα και το καλοκαίρι.
Το γιορτινό «πουκάμισο» ήταν λευκό, κατασκευαζόταν από καμπότο το χειμώνα και από λεπτό χασέ το καλοκαίρι. Είχε κόψιμο σε σχήμα V, καθώς και σαν χαρακτηριστικό του είχε τις πιέτες γύρω-γύρω από το γιακά – μπρος και πίσω – που ονομαζόταν «μπλέτες». Επίσης, στο μπούστο είχε δαντελωτό «φιλτιρέ». Το πουκάμισο δεν ήταν κουμπωτό.
Τα γιορτινά παπούτσια ήταν τα ίδια για όλες τις εποχές με χαρακτηριστικό τους το μαύρο χρώμα. Επίσης, το μυτερό μπροστινό κόψιμο. Τέλος, τα παπούτσια αυτά ήταν δερμάτινα και δεν είχαν κορδόνια.
Μέσα στη γιορτινή ανδρική ενδυμασία, υπήρχε και το κάλυμμα του κεφαλιού. Αυτό ήταν ένα καπέλο μαύρο, το οποίο έμοιαζε με βάρκα και ονομαζόταν «δίκοχο». Το ύφασμα αυτό ήταν τσόχα.
Η γαμπριάτικη ανδρική ενδυμασία έχει ελάχιστες διαφορές με την γιορτινή ανδρική ενδυμασία.
Τα γυναικεία φορέματα είχαν αρκετές τσέπες πάνω στις πλαϊνές ραφές, όπως ειπώθηκε. Οι άνδρες όμως περισσότερο τις εργάσιμες ώρες που χρειαζόταν κάτι τέτοιο δεν το διέθεταν. Για το λόγο αυτό, χρησιμοποιούσαν σαν τσέπη το «ζωνάρι» τους.
Τέλος, χαρακτηριστικό όλων των εσωρούχων – και των δύο φύλων αλλά και των παιδιών – είναι ότι ήταν μακριά και έφταναν στο ύψος των εξώρουχων σε μάκρος.
Η παιδική ενδυμασία διακρίνεται στη σχολική και στη γιορτινή. Τα κοριτσάκια στο σχολείο φορούσαν ακριβώς αυτά που φορούσαν και οι γυναίκες – δηλαδή, την ίδια στολή και είδος ρούχων- με τη μόνη διαφορά ότι τα φορεματάκια τους είχαν χρώμα πράσινο, καθώς και ήταν απλά χωρίς χρυσά κεντήματα.
Η γιορτινή ενδυμασία των κοριτσιών ήταν ακριβώς η ίδια με τη σχολική. Βέβαια, το κάθε παιδί είχε το σχολικό του και το γιορτινό του. Φυσικά το γιορτινό φορεματάκι ήταν σε καλύτερο ύφασμα και σε διαφορετικούς χρωματισμούς. Το ίδιο συνέβαινε και με τα υπόλοιπα ρούχα. Τα παπούτσια μπορεί να ήταν λουστρίνι αν υπήρχε οικονομική δυνατότητα.
Τα αγοράκια στο σχολείο τους φορούσαν και αυτά ό’ τι φορούσαν οι άντρες. Η καθιερωμένη «κόφα» ή «βράκα» ήταν μαύρη και φτιαγμένη από δίμιτο ή καμπότο. Επίσης, η γιορτινή στολή των αγοριών δεν διέφερε σε τίποτα με τη σχολική. Διαφορά υπήρχε μόνο στο πουκάμισο που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν υφαντό. Κάλυμμα κεφαλιού σε μικρή ηλικία δεν υπήρχε.
Αυτή ήταν η παραδοσιακή ενδυμασία της Θάσου για κάθε ηλικία, για κάθε φύλο. Μια ενδυμασία που όπως όλες οι ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, κλείστηκε στα μπαούλα αφού εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από την ευρωπαϊκή.
«Καβανόζη Βασιλική (65 ετών)»