Τοπικές ενδυμασίες από ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Ευαγγελίδης Δημήτρης
Α.Μ.: 1636
Σουφλί Έβρου
Εργασία στο μάθημα Λαογραφίας
Καθηγητής: Μ.Γ. Βαρβούνης
Κομοτηνή
Ιανουάριος 2008
Β. Ένδυμα υπόδεση
α. Η γυναικεία φορεσιά έχει χαρακτηριστικό το καφτάνι. Είναι φόρεμα μακρύ, με μανίκια και έχει ένα τριγωνικό άνοιγμα στο στήθος.
Το μπούστο είναι εφαρμοστό και κάτω από τη μέση φαρδαίνει. Στα πλάγια του καφτανιού δεξιά, και αριστερά μπαίνουν οι γάζες δηλαδή πρόσθετα κομμάτια που γύριζαν προς τα πίσω και τα κουλτούκια δηλαδή τριγωνικά κομμάτια που έδιναν φάρδος στο καφτάνι. Το γιορτινό καφτάνι είναι ατλαζένιο (από ταφτά). από βελούδο, από σαλαματζένιο (ταύτα σε χρώμα βυσσινί με ρίγες χρυσαφιές) και από σαντράτς (καρό μεταξωτό πάλι βυσσινί ή κόκκινο με χρυσές ρίγες που σχημάτιζαν καρό). Πάντοτε γύριζαν προς τα έξω το τελείωμα των μανικιών (καπάκια) για να φαίνεται το διαφορετικού χρώματος ύφασμα που έραβαν εσωτερικά στο τέλος του μανικιού.
Μετά από το καφτάνι φορούσαν το πουκάμισο (μεταξωτό) σε χρώμα υπόλευκο που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους, έχοντας αρκετά μεγαλύτερο μήκος από το καφτάνι και που τελείωνε πάντα σε δαντέλα βελονιού ή μπιμπίλα.
Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν τη λιμαρά, δηλαδή ένα ύφασμα λίγο πιο μεγάλο από το τριγωνικό άνοιγμα του καφτανιού πάντα στολισμένο με σειρίτι και μεταξωτή δαντέλα ώστε να αλλάζει τακτικά και να πλένεται εύκολα.
Κάτω από το καφτάνι συνήθισαν να φορούν το μεσοφόρι για να φουσκώνει το καφτάνι από τη μέση και κάτω. Το μεσοφόρι τελείωνε σε φραμπαλά και δαντέλα και ήταν λίγο πιο μακρύ από το καφτάνι αλλά συνήθως από το ίδιο ύφασμα από το καφτάνι. Όταν κάθονταν οι γυναίκες και σκούμπωναν το καφτάνι, δηλαδή το γύριζαν προς τα πάνω και το σκάλωναν στη ζώνη τότε φαινόταν ο φραμπαλάς και η δαντέλα από το μεσοφόρι.
Στη μέση φορούσαν την ποδιά που μπορούσε να είναι είτε κεντημένη στον αργαλειό με σχέδια (ποδιά σπαργάτσι με σχέδιο «θυματιοί», «τσιάρκια», «χαλένιο» κ.λ.π.), ή επίσης ατλαζένια ή βελούδινη. Στα ατλαζωτά καφτάνια που ήταν τα ωραιότερα από όλα, η ποδιά συνήθως ήταν ίδια με το καφτάνι.
Το χειμωνιάτικο καφτάνι συνήθως λεγόταν «μπιτένα».
Στη μέση στερέωναν ασημένιες ή μαλαμοκαπνισμένες φαρδιές ζούνες με το δικέφαλο αετό ή άλλα σχέδια. Υπήρχαν όμως και πιο απλές καθημερινές ζώνες από μπρούντζο.
Το χειμώνα φορούσαν το κοντογουνι βελούδινο ή μάλλινο με επένδυση από γούνα προβάτου. Στη λιμαρά, δηλαδή στο τελείωμα έβαζαν γουνάκι καλύτερης ποιότητας.
Στο κεφάλι φορούσαν τσεμπέρι και από πάνω έδεναν τις μαγλίκες δηλαδή μεγάλες μεταξωτές μαντήλες, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διπλώνεται το τσεμπέρι στη μαγλίκα και να κάνει ένα χοντρό μπροστά στο κεφάλι. Επάνω στις μαγλίκες κάρφωναν τρεμτές καρφίτσες δηλαδή καρφίτσες με κάποια σούστα ώστε να βρίσκονται σε κίνηση.
Στο λαιμό κρεμούσαν τα γκιορντάνια με τα φλουριά και στο στήθος της ντούμπλες με φλουριά.
β. Η ανδρική φορεσιά αποτελείται από το πουτούρι φτιαγμένο από σαγιάκι δηλαδή μάλλινο ύφασμα της νεροτριβής ή το σαλβάρι δηλαδή τη μάλλινη επίσημη βράκα. Το καλοκαίρι το ύφασμα είναι πιο ελαφρύ. Κάτω από το πουτούρι φορούσαν γαλάζιο «γιράνιο» βρακί.
Από πάνω μπαίνει το πουκάμισο πάντα με μικρό όρθιο γιακαδάκι, βαμβακερό τις καθημερινές και μεταξωτό άσπρο με φαρδιά μανίκια για τους νέους τις γιορτές. Τα πουκάμισα ήταν συνήθως κεντημένα στο λαιμό, στην τραχηλιά, και τα μανίκια και τα σχέδια αυτά λέγονταν «κνάρια».
Το «γιλέκι» φοριέται πάνω από το πουκάμισο και την καλή φορεσιά είναι μεταξωτό για το καλοκαίρι και πιλιουζένιο το χειμώνα. Έχει μεταξωτά κουμπιά που κούμπωναν με θηλύκια (το κούμπωμα του γιλέκου διακρίνεται στη φωτογραφία 1). Το καθημερινό είναι συνήθως υφαντό.
Τις κρύες μέρες του χειμώνα φορούσαν «το μιντάν» δηλαδή το χειμωνιάτικο σακάκι με εσωτερική επένδυση γούνα ή «τη σαλταμάρκα» δηλαδή το μάλλινο επίσημο σακάκι με φόδρα. Οι φτωχοί φορούν το χειμώνα που βρέχει τη «γιαμουργλούκα» δηλαδή επενδυτή φτιαγμένη από κατσικότριχα με κουκούλα σαν τη κάπα του τσομπάνη.
Στη μέση φορούσαν πάντα μακρύ μάλλινο ζουνάρι που κατέληγε στις άκρες σε κρόσσια.
Στα πόδια φορούσαν συνήθως γουρουνοτσάρουχα ή βοϊδοτσάρουχα και τις γιορτές τα κουντούρια (παπούτσια από σκληρό δέρμα) ή τα γεμενιά δηλαδή παπούτσια ίσα που κατέληγαν μπροστά σε μύτη αγορασμένα από τους γεμενετζήδες.
Στο κεφάλι τύλιγαν ένα δίμετρο ύφασμα πολλές φορές που κατέληγε σε άκρη με κρόσσι. Αυτό λεγόταν σαρίκι.