Τοπικές ενδυμασίες από ΚΟΣΜΙΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Επώνυμο : Τσορμπατζόγλου
Όνομα: Εμμανουήλ
Ακαδημαϊκό έτος: 2001-2002
Μ.Γ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
Λαογραφία
Χωριό Κόσμιο του δήμου Κομοτηνής
Β) Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Καθαρά τοπική και συγκεκριμένη η στολή ανδρών και γυναικών, που ανάλογα με τη περίσταση και το σκοπό αποτελούταν και από διαφορετικά υφάσματα. Την εμφάνιση των ανδρών συμπλήρωναν το παντελόνι-πουτούρι , το πουκάμισο- αντιρί, το σακάκι- αμπά και το ζωνάρι. Οι γυναίκες φορούσαν μακριές φούστες, πουκάμισα, κεντημένες ζώνες και άλλα συνοδευμένα από χρυσά κοσμήματα- ντούμπλες. Λίγο διαφορετική ήταν η στολή της νύφης και του γαμπρού.
Πηγές: « Η παραδοσιακή στολή του χωριού είναι μια. Συγκεκριμένη ονομασία δεν έχει, είναι όμως διαφορετική από τα υπόλοιπα χωριά, καθαρά τοπική. Την φορούσαν όταν πήγαιναν στην εκκλησία, στους χορούς, στους γάμους. Το ύφασμα ήταν από σατέν και από πάνω βελούδο, που το λέγανε κοντογούνι. Αποτελούνταν από δυο κομμάτια, φούστα- μπλούζα. Επίσης φορούσαν μαντήλι στο κεφάλι, το τσιμπέρι. Η φούστα ραβόταν από υφάσματα όλων των χρωμάτων. Έφτανε μέχρι τον αστράγαλο και κάτω κάτω είχε δαντέλα, που ήταν έτοιμη του εμπορίου. Η μπλούζα είχε το ίδιο χρώμα και την ίδια δαντέλα με τη φούστα, μπροστά στο στήθος, γύρω από το γιακά και στα μανίκια. Το κοντογούνι ήταν απαραιτήτως βυσσινί και γύρω-γύρω ήταν κεντημένο στο χέρι με χρυσή κλωστή. Το τσιμπέρι είχε γύρω- γύρω τον γουγιά, μια δαντέλα που την κάνανε στο χέρι και τα βάζανε γύρω-γύρω στο μαντήλι. Η στολή συνοδευόταν από κοσμήματα που λεγόταν ντούμπλες. Ήταν σαν μεγάλα χρυσά φλουριά και μικρά φλουριά. Η παραδοσιακή στολή των ανδρών είναι τα ποτούρια. Αποτελούνταν από παντελόνι, πουκάμισο, αμάνικο γιλέκο και ζωνάρι. Στο κεφάλι φορούσανε κασκέτο. Τα παπούτσια τα λέγανε γυμνιά. Το παντελόνι ήταν υφαντό, από αμπά, το υφαίνανε μόνοι τους. Ήταν μάλλινο. Πάνω ήταν φαρδύ και κάτω στενό στα μπατζάκια, γιατί έμπαινε από πάνω η κάλτσα. Το χρώμα ήταν μαύρο, καφε. Το πουκάμισο, που το λέγανε αντιρί, είχε παπαδίστικο γιακά. Το ύφασμα ήταν αλατζάς και φτιαχνόταν στον αργαλειό, οποιουδήποτε χρώματος, περισσότερο όμως μπλε. Το γιλέκο είχε το ίδιο ύφασμα, αλλά είχε γύρω-γύρω το σουτάσι. Είχε δυο σειρές από κουμπιά και δίπλωνε το γιλέκο. Το ζωνάρι ήτανε πάντοτε βυσσινί και αυτός που πενθούσε φορούσε μαύρο. Ήταν απλό, χωρίς κεντήματα, υφαντό στον αργαλειό γύρω στα τέσσερα μέτρα. Φορούσανε πάντα την ίδια στολή σε μορφή. Είχαν μια για καλή και άλλες για καθημερινή χρήση. Η καλή ήταν φτιαγμένη από καλά υφάσματα, ενώ οι καθημερινές από λιγότερα καλά υφάσματα».
« Οι άνδρες καταρχήν ντυνόταν παλιά με τα πουτούρια. Ήταν φαρδιές βράκες και φορούσαν το ζωνάρι. Τραγιάσκα σχεδόν χειμώνα καλοκαίρι. Το μπαστούνι απαραίτητο και όλα αυτά τα κάναν σε μια ηλικία παράξενη για σήμερα, στην ηλικία των πενήντα χρόνων. Οι γυναίκες φορούσαν την παραδοσιακή στολή. Πάντα σχεδόν φορούσαν και αυτές στο κεφάλι τους τη μαντήλα, το λεγόμενο τσιμπέρι. Γιλέκο οπωσδήποτε και στη μέση είχαν τη ποδιά. Το χρώμα των ρούχων ήταν σκούρο. Τα μαλλιά των ανδρών ήταν πάντα κουρεμένα πολύ. Το μουστάκι περιποιημένο σχεδόν απαραίτητο για όλους. Οι γυναίκες, χωρίς τα κομμωτήρια, φτιάχναν τα μαλλιά τους σε κότσο δεμμένο με κάποιο μαντήλι ή το τσιμπέρι που φορούσαν. Η περιποίηση και των ανδρών και των γυναικών δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν προλάβαιναν να περιποιηθούν καθόλου λόγω της εργασίας που ασχολιόταν σχεδόν ολημερής και οληνυχτής με τα χωράφια. Δεν είχαν ελεύθερο χρόνο για να προσέξουν τον εαυτό τους. Όλοι συνήθως οι άνδρες κάπνιζαν στριφτό τσιγάρο, το οποίο και αυτό ήταν δικό τους. Τα ρούχα τα έφτιαχναν μόνοι τους ή έγνεφαν το μαλλί με τη ρόκα ή τα έφτιαχναν στον αργαλιό και ήταν σκούρα. Τα βάφαν με μπογιές και ζεστό νερό μόνοι τους. Τα παπούτσια ήταν λαστιχένια ή ήταν σαντάλια. Τα έφτιαχναν από δέρμα ζώων, συνήθως στον τσαγκάρη της πόλεως και τα φορούσαν μέχρι σχεδόν να διαλύσουνε».
« Όταν πηγαίναμε εκκλησία, όταν βγαίναμε έξω τις Κυριακές βόλτα ντυνόμασταν με καλό παλτό, ταγιέρ, ωραία φορέματα. Στο σπίτι φορέματα φορούσαμε τότε ρόμπες δεν είχε. Παπούτσια μέσα στο σπίτι τερλίκια φορούσαμε, τα πλεκτά, τα εκλώθαμνε, τα επλίκαμε και ύστερα φορούσαμε και καλτσάκια. Τα πλέκαμε και κείνα. Όταν βγαίναμε έξω φορούσαμε ωραία παπούτσια, όπως τώρα, πολύ ψηλιά γόβα δεν είχε. Δεν είχαμε πολλά ζευγάρια. Μαντίλες όταν βγαίναμε έξω δεν φορούσαμε. Δεν βάλαμε καμιά φορά μαντίλα. Όταν πηγαίναμε στα χωράφια για τον ήλιο είχαμε μαντίλες χοντρές, δηλαδή άλλος φορούσε υφαντές, άλλος φορούσε κάποτο, αγοραστό. Οι άνδρες φορούσαν σώβρακα μακριά. Άλλος φορούσε υφαντό. Τα έφαιναν τότε, δεν είχε, φτωχός ήταν ο κόσμος. Και άλλα φορούσε, πάντως τα πολλά ήταν τέτοια υφαντά, δεν είχε αγοραστά. Φαρδιές σωβρακάρες, δεν ήταν όπως τώρα που φορούν οι άντρες. Ζωνάρια φορούσαν στα πουτούρια, παντελόνια που χορεύουν τώρα. Το ζωνάρι είχε και κρόσια. Από πάνω φορούσαν υφαντό πουκάμισο. Φορούσαν ένα γιλέκο υφαντό, πάλι στον αργαλιό και από παν φορούσαν αμπά. Στο χωριό μας τώρα δεν έχει να φορέσει ο άνθρωπος πουτούρι. Έχει σαράντα σαράντα-πέντε χρόνια που δεν φορούν πουτούρια. Όταν βγαίναν έξω είχαν καινούρια πουτούρια, αλλά και που πήγαιναν τότε εκκλησία. Τραγιάσκες φορούσαν οι άντρες. Και παπούτσια φορούσαν τις τουλούμπες. Όπου και να παν εκείνα τα παπούτσια φορούσαν. Στα χωράφια φορούσαν τσερβούλια, έτοιμα τα παίρναμε από την Κομοτηνή, τα αγοράζαμε από μαγαζιά. Όσοι τα έφτιαχναν, κοίταζαν που αγόραζαν, τα έφτιαχναν το ίδιο. Φορούσαν τα πουτούρια, φαινόταν μεγάλοι και δεν ξυρίζονταν πυκνά, όπως τώρα ξυρίζεται ο κόσμος, λίγα γένια είχαν.
Πρώτα είχαμε κοτσίδες, κονδύλες που τις λέμε. Κάναμε δυο κονδυλάκια και τα δέναμε επάν στο κεφάλι, αν ήταν μεγάλα τα μαλλιά. Μετά ύστερα βγήκαν τα περμανάν. Οι άντρες πήγαιναν στον κουρέα στην κομοτηνή. Κοντά τα έκοβαν ήθελαν, δεν ήθελαν να τα κόψουν κοντά ήταν ακριβά τότε τα έκοβαν να μην παένουν συχνά στον κουρέα. Μπαστούνι κρατούσαν οι γέροι. Οι νέοι όχι. Κάπνιζαν τσιγάρα, αγόραζαν καπνό και τα τύλιγαν μοναχοί τους. Το καπνό τον έκοβαν, είχαν ένα σανιδάκι και εκεί τον έκοβαν. Γυαλιά δεν φορούσαν, όσοι δεν βλέπαν, δεν πιστεύω. Πολλοί πλούσιοι όταν ήταν, μόνο τότε».
«Οι άντρες φορούσαν αντιρί (πουκάμισο), πουτούρι (παντελόνι), αμπά (σακάκι), ζουνάρ, μάλλινες κάλτσες και παπούτσια που ήταν από δέρμα με ραφή, τα τουλουματζίθκα, όπως τα έλεγαν. Όταν πήγαιναν στο χωράφι φορούσαν άλλα πιο ελαφριά ρούχα και παπούτσια όχι τα τουλουματζίθκα, αλλά τα τσιρβούλια. Η γυναίκα πάλι, η καλή φορεσιά ήταν μεταξωτή και γυαλιστερή. Φορούσαν φλούδα στο καφαλ΄(μαντίλα) με γουγιά γύρω-γύρω χρυσή, μαντινέ (πουκάμισο), μακριά φούστα μεταξωτή και από μέσα μουσφούστανο. Απου πάνω απ΄του μαντινέ φορούσαν κουντουγούν, κόκκινο ή μαύρο βελούδινο, ζώνη φαρδιά βελούδινη κεντημένη με χρυσό, με τοκάδες χρυσές και σκαλιστές. Φορούσαν χοντρές κάλτσις, άσπρις, παντόφλες ραφτές απου δέρμα μι φούντα. Για κάθε μέρα όμως τα πρόχειρα τς τα ρούχα ήταν υφαντά».
« Τα κορίτσια ντυμένα με τις ατλαζένιες φορεσιές, τις «μπούρλες», με τα φλουριά κρεμασμένα στο λαιμό και τις μακριές πλεξούδες, με τις πολύχρωμες κορδέλες που κρεμόνταν κάτω από τη φλούδα. Πιασμένα απ΄τα ζωνάρια τα παλικάρια κι από τα ασημοζούναρα οι κοπέλες χόρευαν και συγχρόνως τραγουδούσαν».
Αφηγητές:
Τσορμπατζόγλου Κατερίνα
Τσορμπατζόγλου Αναστάσιος
Θεολόγου Μαρία
Ψαλτού Φραγκιά
Κεμαλάκης Γιώργος