Τοπικές ενδυμασίες από ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ, Δ. ΔΡΑΜΑΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
ΕΝΔΥΜΑ – ΥΠΟΔΕΣΗ
Τοπικές φορεσιές
Οι φορεσιές του Ξηροποτάμου χωρίζονταν σε χειμωνιάτικες και καλοκαιρινές, ενώ ήταν και καθημερινές, αλλά και γιορτινές φορεσιές.
Ανδρική φορεσιά
Η ανδρική φορεσιά ονομαζόταν “πατουρλής” και αποτελούνταν από τα εξής εξαρτήματα:
Τραγιάσκα : Ήταν ένα τσόχινο καπέλο με γείσο που το φορούσαν συνήθως το χειμώνα ενώ οι ηλικιωμένοι το φορούσαν πάντα.
Ρίζα: ήταν το ανδρικό πουκάμισο από άσπρο υφαντό βαμβακερό (πλάτνου).Έχει φαρδιά μανίκια και κυκλική λαιμόκοψη με κουμπάκια και όρθιο γιακαδάκι, ενώ η ρίζα νεώτερη ήταν το γιορτινό πουκάμισο. Ως προς τη μορφή ήταν ίδια με τη ρίζα μόνο που αυτή στην ύφανση είχε μπλέ ρίγα.
Ιλέκ : ήταν εξάρτημα της γιορτινής και γαμπριάτικης φορεσιάς από μαύρη χοντρή τσόχα. Το σχήμα του μοιάζει με τα σημερινά γιλέκα. Το καλοκαίρι φορούσαν το πλάτνινου Ιλέκ που ήταν εξάρτημα της καθημερινής φορεσιάς. Ηταν σκούρο μπλε υφαντό ύφασμα.
Κιστέκ. : ήταν μια διπλή συρμάτινη ή με κρίκους αλυσίδα που φορούσαν στο λαιμό και κατέληγε σε σουγιά το οποίο είχαν στην εσωτερική τσέπη του ιλέκ. Στην μέση αυτής της αλυσίδας υπήρχε κόσμημα με το οποίο ρύθμιζαν το άνοιγμα της αλυσίδας.
Κουμπαράν: ήταν μια τσόχινη ζακέτα με μανίκια σε σκούρο μπλε ή μαύρο χρώμα και ήταν μέρος της χειμωνιάτικης φορεσιάς. Ακόμα, ήταν ένα από τα βασικότερα εξαρτήματα της αντρικής γιορτινής φορεσιάς του Ξηροποτάμου.
Πατούρι : ήταν ή αντρική βράκα από μαύρη τσόχα. Ήταν μέρος της χειμερινής γιορτινής και γαμπριάτικης φορεσιάς. Στο πάνω μέρος ο περίγυρος ήταν διπλωμένος και έτσι δημιουργούνταν θήκη για τη ζώνη για να στέκεται το πατούρι. Το καλοκαίρι φορούσαν το Σαλβάρι που ήταν κι αυτό βράκα από σκούρο μπλε βαμβακερό ύφασμα που υφαίνονταν στον αργαλειό.
Πόες: Είναι το ζωνάρι το οποίο ήταν εξάρτημα της γιορτινής φορεσιάς. Το πόες είναι δύο ειδών :
α) Ντίμιτνι πόες : εξάρτημα μαύρου χρώματος μάλλινο με δύο μύτες και είχε μήκος τρία ως τέσσερα μέτρα. Άλλοτε είχε κρόσια και άλλοτε όχι.
β) Απλό πόες : ήταν τσόχινο και είχε μήκος τριών μέτρων.
Σιάρενι τσουράπε (παρδιαλά τσουράπια) : Τα τσουράπια ήταν ζευγάρι μάλλινες μαύρες κάλτσες που φτάνουν λίγο κάτω από το γόνατο και έχει λεπτό πλεκτό κορδόνι για να μπορεί να στερεώνεται. Ήταν διακοσμημένες με πολύχρωμα μοτίβα. Αποτελούσαν εξάρτημα της γιορτινής φορεσιάς.
Νάουε : ήταν ημίλευκα τσόχινα ποδοπάνια που κάλυπταν το επάνω μέρος του ποδιού (κουντουπιέ) και έκλειναν αγκαλιάζοντας τη γάμπα με κόπτσες. Αποτελούσε εξάρτημα καθημερινής φορεσιάς.
Τερλίτσι: Eίναι τα ονομαστά τερλίκια που ήταν πλεγμένα από μαλλί. Αποτελούσαν μέρος και της ανδρικής και της γυναικείας φορεσιάς (τα ανδρικά με σκούρα χρώματα, ενώ τα γυναικεία σε ανοιχτά και έντονα χρώματα.
Τσιρβούλε: ήταν ζεύγος δερμάτινων χοιρινών παπουτσιών που έφτιαχναν οι άνδρες μόνοι τους όταν έσφαζαν τα γουρούνια που εξέτρεφαν στο σπίτι τους. Αφού επεξεργαζόταν το δέρμα, κατασκεύαζαν τα τσιρβούλε και τα έθαβαν στο έδαφος για μήνες μέχρι να μαλακώσει το δέρμα. Το δέρμα ράβεται μπροστά στα δάχτυλα σχηματίζοντας μύτη και γύρω γύρω κάνανε τρύπες από όπου περνούσαν ένα δερμάτινο κορδόνι.
Γυναικεία φορεσιά
Η γυναικεία φορεσιά ονομαζόταν “γκελίνκα”. Υπήρχαν δύο φορεσιές μία καλοκαιρινή και μία χειμωνιάτικη. Η γκελίνκα αποτελείται από τα εξής εξαρτήματα:
Κεφαλόδεσμοι: Ήταν από τα βασικότερα εξαρτήματα και ήταν διαφόρων τύπων.΄Ηταν ή μπρόζενα πισκιουλία σεμία , η νιβιάστινσκα σεμία, η σεμία, η σερβέτα, και το τσεμπέρι τουλπάνι. Άλλα απ'αυτά ήταν της καθημερινής φορεσιάς, άλλα της γιορτινής της νυφιάτικης, άλλα για το χειμώνα και άλλα για το καλοκαίρι. Οι μαντήλες της νυφικής φορεσιάς ήταν συνήθως αραχνοΰφαντες, διακοσμημένες με πολύχρωμα μοτίβα, φλουριά και κρόσσια. Οι καθημερινές ήταν πιο απλές. Η χαρακτηριστική και πιο συνηθισμένη πάντως μαντήλα της Ξηροποταμίτικης γυναικείας νυφικής φορεσιάς είναι η σεβέτα που ήταν μαντήλα από κόκκινο βαμβακερό ύφασμα με σταμπωτά φυτικά μοτίβα. Στην άκρη είχαν μια μεταξωτή δαντέλα σε διάφορα χρώματα με πούλιες.
Πλίτκες: Οι πλίτκες ήταν τις οποίες έπλεκαν οι κοπέλες όταν κόβανε τα μαλλιά τους.
Σάρκοι : ήταν ζευγάρι μαύρου μάλλινου κορδονιού το οποίο το φορούσαν οι γυναίκες μαζί με τις τις πλίτκες και τα σεσλούκια. Το κορδόνι πλέκονταν με το μαλλί μαζί, ενώ η φούντα προεξείχε.
Σεσλούκια : ήταν ένα ζευγάρι ασημένιας αλυσίδας η οποία είχε φλουριά και κατέληγε σε τρεις αλυσίδες. Οι γυναίκες φορούσαν τα σεσλούκια στα μαλλιά τους μαζί με τους σάρκους και τις πλίτκες, χαμηλότερα όμως απ' αυτές.
Εσώρουχα-φανέλα : είναι ένα άσπρο και βαμβακερό υφαντό με κάθετες μπλε ρίγες στη ύφανση στο πλάι. Έχει λαιμόκοψη ρελιασμένη από υφαντό και κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά, ενώ τα μανίκα του είναι κοντά.
Ρίζα: ήταν ένα φαρδύ γυναικείο λευκό πουκάμισο, υφαντό στον αργαλειό. Είχε και αυτό λαιμόκοψη ρελιασμένη από υφαντό και κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά. Τα μανίκια ήταν μήκους σαρανταπέντε εκατοστών. Στον ποδόγυρο είναι ραμμένες δύο σειρές μεταξωτό γαϊτάνι.
Πλαντνίνα σαέ : ήταν ένας αμάνικος μπλε βαμβακερός επενδύτης, υφαντό εξάρτημα της καλοκαιρινής ενδυμασίας των γυναικών. Είχε κυκλική λαιμόκοψη και κατακόρυφο άνοιγμα στο μπροστινό μέρος ως τη μέση. Γύρω γύρω ήταν επενδυμένος με ένα χρωματιστό μάλλινο ή μεταξωτό γαϊτάνι. Υπάρχει και το “Σμίλιανσκα σαέ” μόνο που αυτό ήταν από μαύρη τσόχα και το φορούσαν την άνοιξη.
Αντερία ή Αντέρι (πάπλωμα): το ρούχο αυτό ήταν γιορτινό και γινόταν από ριγωτό μεταξοβάμβακο ύφασμα. Η αντερία εσωτερικά ήταν ενισχυμένη με βαμβάκι και φοδραρισμένη με μπεζ υφαντό ύφασμα. Το γύρω γύρω της αντερίας καθώς και το τελείωμα των μανίκων είναι διακοσμημένα με γαϊτάνια. Η αντερία κατασκευαζόταν απο ειδικευμένο άτομο.
Ρακάβε : ήταν μια ζακέτα με μανίκια από άσπρο υφαντό ή σκούρο μπλε βαμβακερό ύφασμα. Το ρούχο αυτό το φορούσαν το χειμώνα κάτω από το “κλασνίκ”(βλέπε παρακάτω). Είναι κι αυτό όπως και η αντερία ενισχυμένο με βαμβάκι και φοδραρισμένο με μπεζ υφαντό ύφασμα.
Κλασνίκ : ήταν ένας αμάνικος επενδύτης. Πρόκειται για ένα γιορτινό ρούχο από μαύρη τσόχα το οποίο το έραβε και το διακοσμούσε ειδικός ράφτης. Είναι και αυτό διακοσμημένο με γαϊτάνια, ενώ έχει και εσωτερική τσέπη.
Λιουμπάντε : ήταν εξάρτημα της γιορτινής γυναικείας φορεσιάς του Ξηροποτάμου. Είναι τσόχινη ζακέτα με 3/4 μανίκι και είναι διακοσμημένο με γαϊτάνια στο τελείωμα του.
Τέκνον σκουτνίκ (καρώ ποδιά): είναι μια μάλλινη υφαντή ποδιά με πράσινο, κόκκινο και πορτοκαλί χρώμα. Είναι η χαρακτηριστική ποδιά του χωριού και αποτελούσε εξάρτημα της γιορτινής και νυφικής φορεσιάς. Η ποδιά που φορούσαν καθημερινά ονομαζόταν “τουπάνου σκουτνίκ” και ήταν σκουρόχρωμη με πολύ απλή διακόσμηση. Οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας φορούσαν πιο σκούρα χρώματα ενώ οι νεότερες πιο ανοιχτά και έντονα χρώματα.
Σιάρενι τσουράπε : ήταν ζευγάρι ημίλευκων πλεκτών καλτσών από μάλλινα νήματα και αποτελούν ένα ενιαίο τμήμα. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται πολύχρωμη φτέρνα με πράσινο, κόκκινο και μπλε χρώμα, ενώ παρόμοιο πολύχρωμο σχέδιο υπάρχει και στη μύτη της κάλτσας.
Γκράσνινι τερλίτσι: αποτελούνταν από μαύρη τσόχα. Είναι διακοσμημένα από μεταξωτά και μάλλινα γαϊτάνια σε μαύρο χρώμα, αλλά και πράσινο και κίτρινο στην πάνω επιφάνεια της τσόχας.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ
Τα γυναικεία κοσμήματα ήταν συνήθως γιορτινά και κάποια άλλα τα φορούσαν οι γυναίκες στο γάμο τους. Τα εξαρτήματα αυτά είναι τα παρακάτω :
Λες: ήταν ένα κόσμημα που το φορούσαν οι γυναίκες στο μέτωπο την ημέρα του γάμου και το πρώτο διάστημα του έγγαμου βίου. Αποτελούνταν από ασημένια φλουριά, κρεμασμένα σε μια διπλή ασημένια αλυσίδα της οποίας τα άκρα ενώνονταν με μια καρφίτσα για να μπορεί να στερεωθεί πάνω στη σέμια. Τα φλουριά είχαν χαραγμένα αραβουργήματα και ο αριθμός τους εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας.
Κίτκα (λουλούδι) : ήταν ασημένιο κόσμημα που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι απο τη δεξία πλευρά την ημέρα του γάμου και σε γιορτές και πανηγύρια. Ήταν ασημένια τρίγωνη καρφίτσα με μια βυσσινί πέτρα στο κέντρο. Από την καρφίτσα κρεμόταν πέντε αλυσίδες και η κάθε μια είχε από τρία φλουριά. Από την κάτω γωνία της καρφίτσας έβγαινε μια διπλή αλυσίδα όπου κρέμονταν επίσης φλουριά και κατέληγε σε μια μικρότερη καρφίτσα.
Σαλκαντρίκ : κόσμημα που το φορούσαν στο κεφάλι και αποτελούνταν από φλουριά που βρίσκονταν σε μια διπλή ασημένια αλυσίδα και μια καρφίτσα στερεωνόταν στη σέμια.
Παρένου κόπτσε : ασημένιο κόσμημα που το φορούσαν οι γυναίκες σ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής τους για να κλείνει το άνοιγμα της λαιμουδιάς του πουκαμίσου.
Πόες : ήταν από τα βασικότερα εξαρτήματα της γιορτινής φορεσιάς. Ήταν δώρο του αρραβώνα και φοριόταν από τις γυναίκες την ημέρα του γάμου καθώς και στις γιορτές και τα πανηγύρια.