Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΔΟΞΑΤΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ

124 Α.

Τσώνη Παναγιώτα

Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας

Εξάμηνο Δ’ έτος 2ο Α.Μ:10

Χώρος λαογραφικής έρευνας: Κύργια Δράμας

Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός

Ένδυμα: Οι Σωκιανοί φορούσαν ωραία ρούχα. Φορούσαν βράκες που κρεμόντουσαν εδώ πίσω, γιλέκα ωραία με κουμπιά και τα σακάκια τους. Οι γυναίκες φορούσαν φορέματα, όπως φορούμε τώρα, βράκες ποτές. Στο χωράφι οι δικές μας οι γυναίκες δεν πηγαίνανε, μόνον οι εργάτριες και φορούσαν πάλι φουστάνια. Αυτά τα ρούχα συνεχίζαμε και ‘δω στα Κύργια να φοράμε. Ημείς δεν αλλάξαμε την ενδυμασία μας. Φορέματα φορούσαμε μια ζωή ολόκληρη. Οι άντρες φορούσανε σκούφοι, οι γυναίκες ήταν ανοιχτές. Τσεμπέρι φορούσαν μονάχα οι πένθιμες. Οι πένθιμες φορούσαν τσιμπέρι ‘τα.

Υπόδημα: Οι άντρες φορούσαν μπότες, υποδήματα μέχρι το γόνα. Αλλά είχαν για το χωράφι και άλλα είχανε για το σπίτι. Το καλοκαίρι φορούσαν παπούτσια. Αυτοί που καβαλούσαν άλογο δεν φορούσαν παντελόνι. Πανταλόνι δεν ξέραμ’ εμείς. Φορούσαν γκιλότες για να μην εμποδίζουν το άλογο. Οι γυναίκες φορούσαν συνηθισμένα παπούτσια. Είχαμε τσαγκαράδες και κάνανε τα μέτρα και μας φτιιάχνανε κουντούρια. Στα φορέματα φορούσαν κατιφεδένια και μεταξωτά που το ‘χαν αγοράσει απ’ τα Σώκια, που ‘ταν μεγάλη πόλις. Κόσμος καλός, ευγενικός, πλούσιος.

Καλλωπισμός: Οι γυναίκες κάνανε μια αλοιφή οι ίδιες οι γυναίκες με λάδι, με σολμά, με κερί. Δεν τα ξέρω όλα και βάζανε λιγάκι στα χέρια και τα αλοίβανε και ‘κείνο ήτανε, έγιανε το πρόσωπο κρύσταλλο. Δεν το βάζανε όμως το βράδυ, γιατί είναι δηλητήριο. Το βάζανι το πρωί, να σκωθούνε, να χτινιστούνε, να πλυθούνε και να βάλνε και την κρεμούλα τσ’, ας την πούμε κρεμούλα- αλοιφή.

Κόμμωση: Τα μαλλιά τα φτιάνανε κότσο και οι αρχόντισσες γυναίκες τον κάνανι επάνω στην κορυφή τον κότσο. Κάνανε βέβαια και πλεξούδες μέχρι το γόνα. Η δική μου η μανούλα μέχρις εδώ ήτανε τα μαλλιά της πάντως όλις οι γυναίκες είχαν μακριά μαλλιά ωραία. Μπούκλες δεν άφηναν, σεμνά πράγματα.

(Θεοδοσία Δήμου ετών 85 αγράμματη).

Ενδυμασία: όταν ήρθαμε από την πατρίδα φορούσαμε διαφορετικά ρούχα. Άλλαξε η ατμόσφαιρα, άλλαξαν και τα ρούχα. Δεν θυμάμαι καλά, αλλά φορούσαν μισά ρούχα. Από πάνω φορούσαν μπλούζες, τέτοια ρούχα φορούσαν.

Υποδήματα: Είχαμε παπούτσια και τακούνια και τσαρούχια. Φτωχός ήτανε ο κόσμος. Στο κεφάλι φορούσαμε μαντήλα, τσιμπέρι. Κάθε ηλικία άλλα χρώματα. Οι νέοι συνήθως ανοιχτά χρώματα. Στο χωράφι όταν πήγαιναν άσπρα, τώρα βγήκαν και χρωματιστά τα πάντα.

Καλλωπισμός και κόμμωση: Τα μαλλιά μας τα φτιάναμε κότσο και οι νέες και οι μεγάλες και κοτσίδες, αλλά πιο πολύ κότσο, ειδικά σ’ αυτήν την ηλικία. Φτιασίδια φτιάχναμε σολμά. Ήταν σαν κρέμα και το βάζαμε την νύχτα για να ασπρίσει το δέρμα.

(Ελένη Τσουβαλά, ετών 83 αγράμματη).

Τοπική ονομασία ενδύματος

Υλικά κατασκευής

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
124
Έτος καταγραφής
1995-96
Επώνυμο
Τσώνη
Όνομα
Παναγιώτα