Τοπικές ενδυμασίες από ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
46 Α.
Τσομπανίδου Βενετία-Μαρία
Α.Μ.: 241
Α’ εξάμηνο 1995-1996
Εξεταζόμενος τόπος: Κρυόνερο Ανατολική Θράκη, Καλαμπάκι Δράμας
Χρόνος συλλογής: Χριστούγεννα 1995
Διδάσκων Καθηγητής: Βαβρούνης Μανώλης
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Α) Ένδυμα
Τα ρούχα στο Κρυόνερο κατασκευάζονταν από βαμβάκι, λινάρι και μαλλί προβάτου.
«Ντυνόντουσαν με μία στολή οι άντρες, τα ονομαζόμενα πουντούρια που τα λέμε, στο πίσω μέρος είχανε τη φούσκα και στα πόδια ήτανε στρωτά. Οι δε γυναίκες είχανε τις φούστες πάλι κι είναι ως επί τον πλείστων από μαλλί προβάτου γιατί είχανε κτηνοτροφία και ήτανε υφαντά, τα κάνανε οι ίδιοι. Και το μαύρο χρώμα που είχανε, τα ονομαζόμενα σαγιάκα, υφαίνανε στα αργαλειά οι γυναίκες και βγάζανε το σαγιάκι αυτό. Το επεξεργαζόταν δε για να μην έχει συστολή-αναστολή, το επεξεργαζόταν οι ίδιοι σε δικά τους πάλι χειροποίητα, ντουλάπια τα λέγανε, για να πήξει το υφαντό και προτιμούσανε ρο χρώμα το μαύρο να προέρχεται από φυσικό χρώμα. Δηλαδή από πρόβατα μαύρα, που ΄χανε μαύρο μαλλί. Αυτά για τους άντρες. Οι δε γυναίκες είχανε τις άσπρες φούστες κι εκείνες υφαντές, μ’ ένα γιλεκάκι έτσι και γύρω είχανε γαρνιτούρα ας την ονομάσουν μαύρη. Ήτανε η ενδυμασία αυτή και είχανε την ωραία περιβολή ας πούμε την ωραία εμφάνιση.. Ο άντρας, επανέρχομαι στον άνδρα, από κάτω είχε είπαμε το πουτάρι στη μέση είχε ζωνάρι κι εκείνο πάλι υφαντό είτε πλεχτό στο χέρι, εκείνο το προτιμούσανε, κατά παράδοση, κόκκινο το ζωνάρι κι από πάνω είχανε τη σαλταμάρκα, ονομαζόμενη. Σαλταμάρκα λέγανε το σημερινό σακάκι, αλλά τότε ήτανε σε άλλο στυλ. Σε στυλ μπουφάν. Αυτή ήταν η ενδυμασία. Οι δε κτηνοτρόφοι οι βοσκοί, που ήτανε στα πρόβατα, εκείνο έιχανε μια άλλξ ενδυμασία, εκείνοι είχανε μια άλλη ενδυμασία, δεν είχανε αυτό το πουτάρι, που λέμε, με τη φούσκα πίσω. Ήτανε κατευθείαν»1
Εκτός αυτού όμως: «Οι γρες και τα φτουχά κορίτσα φόραγαν σαλβάρια. Οι πλούσιες φόραγαν φούστες και τρεις σειρές φλουριά άμα πήγαιναν στην εκκλησία».2
Η νύφη φορούσε στο γάμο λευκό ή μπλε φόρεμα από μετάξι. Στο κεφάλι φορούσε μαντήλα στολισμένη με χρυσή κλωστή.
Τα παιδιά μέχρι τα εφτά τους χρόνια φορούσαν φούστα. Μετά το έβδομο χρόνο τ’ αγόρια φορούσαν καραβάν’ και τα κορίτσια σαλβάρια.
- Περιγραφή Νικολάου Νικητόπουλου, κατοίκου Καλαμπακιού
Β. Υποδήματα
Άντρες: «Γυμνιά τα ονομάζανε. Ήτανε μονοκόμματο, μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε τα σημερινά τα παντοφλέ. Τότε ήταν τα γυμνιά με δέρμα επεξεργασμένο. Πάλι τα επεξεργαζόταν οι ίδιοι»1
Γυναίκες: «Τα υποδήματα τω γυναικών ονομάζονταν κοντούρες»
Παιδιά: Φορούσαν υποδήματα με τ’ όνομα τουλουμπατζίδικα ή τσερβούλια.
Γ. Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση.
Οι άνδρες φορούσαν στο κεφάλι φέσι με φούντα ή βυσσινί σαρίκι. Οι γυναίκες φορούσαν στο κεφάλι τσιμπέρ’ μαύρο ή καφέ. Στις γιορτές οι μεγάλες φορούσαν κόκκινο ή λευκό τισμπέρ’ με κεντημένα λουλούδια. Οι νέες φορούσαν άσπρα κουλουπάνια με χάντρες στις άκρες.
Τις μαντήλες πιθανόν να τις αγοράζουν από τις μεγαλύτερες πόλεις και το θεωρούσαν μεγάλο δώρο. Η γυναίκα άμα ο άντρας την έφκιανε ένα δώρο, μαντήλα το θεωρούσε δώρο. Φορούσαν τις μαντίλες, αλλά όχι σκεπασμένα τα πρόσωπα.»1
- Περιγραφή Καλλιόπης Ιωαννίδου στο Κυρόνερο
Δ. Καλλωπισμός
Οι Κρυονερίτισσες φρόντιζαν ιδιαίτερα την εμφάνιση τους και περιποιούνταν τον εαυτό τους με διάφορα καλλυντικά.
«Φόραγαν μπούντρες και μπογιές να γενούν έμορφες».
Συγκεκριμένα χρησιμοποιούσαν:
Α) Το ασπράδι, που ήταν κρέμα για το πρόσωπο
Β) Το κοκκινάδι, που αντιστοιχεί στο σημερινό ρουζ
Γ) Το μουσκάλειμμα, ένα πολτώδες μαύρο παρασκεύασμα για το βάψιμο των φρυδιών
Δ) Η κινά, πορτοκαλί σκόνη την οποία, αφού ανακάτευαν με κρασί, χρησιμοποιούσαν για τη βαφή των μαλλιών ή ακόμη και των νυχιών.
Ε) Η μούσα. Με μια βελόνα δημιουργούσαν μικρή οπή στο μέτωπο, ανάμεσα στα φρύδια. Την οπή αυτή γέμιζαν με μείγμα από πυρίτιδα και νερό, κατασκευάζοντας έτσι ένα είδος ελιάς που διατηρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.