Τοπικές ενδυμασίες από ΠΥΘΙΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
2541 Α
ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ: Δεληγκουντίνη Φωτεινή
ΑΕΜ: 3211
ΕΞΑΜΗΝΟ: Γ’
ΔΙΔΑΣΚΩΝ: Κ. Βαρβούνης
ΤΜΗΜΑ: Ιστορίας- Εθνολογίας
ΘΕΜΑ: Συλλογή λαογραφικού υλικού του Πύθιου-Διδυμότειχου.
Β. ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
α. Ένδυμα
«Άλλα ρούχα φορούσαμε κάθε μέρα και άλλα ήταν τα καλά μας. Τα καθημερινά μας ρούχα ήταν παρτάλια. Όπου έβρισκαν οι γιαγιάδες μας κλωστές και μαλλί τα έπαιρναν και μας έφτιαχναν ρούχα για να μην κρυώνουμε. Τα κορίτσια φορούσαμε πιο πολύ φούστες ή φουστανάκια, ενώ τα αγόρια παντελόνια και μπλούζες. Παρ’ όλα αυτά, όταν γινότανε πανηγύρια και τελετές φορούσαμε όλοι τα καλά μας, τα οποία ήταν οι παραδοσιακές μας στολές. Κάθε οικογένεια, είχε στην ντουλάπα τις δικές της παραδοσιακές στολές, ανάλογα με την περιοχή από την οποία καταγόταν. Η παραδοσιακή στολή για τους άνδρες ήταν πολύ ευκολοφόρετη. Περιλάμβανε ένα ποντούρι ( το παντελόνι τους λέγεται έτσι) μαύρο στο δικό μας χωριό, ένα πουκάμισο άσπρο, που εμείς το ονομάζουμε πουκαμίσα, ένα ζωνάρι (μάλλινο συνήθως, το οποίο είναι καφεκόκκινο) και το έσφιγγαν στη μέση τους σαν ζώνη. Φορούσαν ακόμη ένα μαύρο γιλέκο και πάνω σ’ αυτό είχαν ραμμένα πούλια και κλωστές φανταχτερές. Στο κεφάλι φορούσαν το καπελάκι, μαύρο χρώμα και αυτό και πάνω σ’ αυτό στο δεξί τους αυτί σκάλωναν με μια καρφίτσα το χαϊμαλί τους. Το χαϊμαλί ήταν το περιουσιακό στοιχείο κάθε οικογένειας. Εκεί πάνω είχαν ακριβά υλικά και λίρες. Οι γυναίκες πάλι φορούσαν ρούχα πολλά και κυρίως βαριά. Άσπρο καλσόν και το χειμώνα, αλλά και το καλοκαίρι χοντρό. Πάνω από το καλσόν φορούσαν το φουστάνι τους ένα ολόσωμο ύφασμα που γινόταν από τσόχα. Το χρώμα του ήταν καφέ ή και μερικές φορές κόκκινο. Στο μανίκι και κάτω είχε ραμμένα με κλωστές διάφορα σχέδια. Πάνω από το φουστάνι φορούσαμε ένα αμάνικο γιλέκο μακρύ κι αυτό ( ως το γόνατο περίπου) λίγο πιο κοντό όμως από το φουστάνι. Το γιλέκο ήταν μαύρο χρώμα και είχε πάνω του πολύ χειροποίητη δουλειά. Στη μέση έδεναν την ποδιά τους, η οποία ήταν ή παλτακένια δηλαδή μαύρη με πολλά πούλια και πολλά σχέδια από άσπρες και πολύχρωμες κλωστές ή μπορντό χρώμα με πούλια και τρείς γραμμές. Η μια μπλε, η άλλη κίτρινη και η Τρίτη πράσινη. Για να κρύψουν τα σκοινιά της ποδιάς, τα οποία είχαν χρώμα άσπρο και πράσινο και μαύρο ή ήταν απλώς κίτρινα, αλλά και για να σταθεροποιήσουν την ποδιά, φορούσαν στη μέση τους το σημοζούναρο. Το έλεγαν έτσι, γιατί γινόταν από ασήμι, αλλά εμείς που να βρούμε λεφτά για τέτοια; Στολίζαμε μόνες μας, εμείς οι γυναίκες το λαιμό μας με πολλά κολιέ που μας άφηναν κληρονομιά οι γιαγιάδες μας. Στο κεφάλι φορούσαμε μαντίλα κίτρινη και χαϊμαλί όπως οι άνδρες πάντα στο δεξί αυτί. Τα παπούτσια ήταν μαύρα και για τους άνδρες και για τις γυναίκες.
β. Υποδήματα
«Τι με ρωτάς τώρα κορίτσι μου; Παπούτσια να βρούμε; Συνήθως δεν είχαμε καθόλου. Από τα δέρματα των ζώων που σφάζαμε είχαμε έναν στο χωριό που έφτιαχνε δερμάτινα παπούτσια, αλλά τα πουλούσε πολύ ακριβά και δεν αγοράζαμε, γιατί δεν είχαμε χρήματα. Είχαμε παντόφλες που φτιάχναμε από κλαδιά, αλλά κυρίως είχαμε για το κρύο κάλτσες που έφτιαχναν στο σπίτι οι γιαγιάδες από μαλλί ζώων και κλωστές. Για τις γιορτές όμως, είχαμε μαύρα παπούτσια όλοι μας ανεξαρτήτως».
γ. Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση
«Στις παραδοσιακές εμφανίσεις τους, οι γυναίκες φορούσαν μαντίλα. Το χρώμα της ποικίλει ανάλογα με την καταγωγή του κάθε ενός, αλλά πάντα πάνω είχε λουλούδια. Επομένως, τα μαλλιά τους δεν φαινόταν καθόλου. Κάθε μέρα οι γυναίκες έπρεπε να έχουν τα μαλλιά τους πιασμένα για κοινωνικοηθικούς λόγους, αλλά και γιατί βοηθούσε τις ίδιες όταν έκαναν δουλειές και μαγείρευαν. Ήταν πάρα πολύ όμορφό, όταν μια γυναίκα έπιανε τα μαλλιά της ψηλά και ακόμη πιο όμορφο, όταν τα έκανε πλεξούδα. Εμείς οι άνδρες κουρευόμασταν πολύ συχνά στο μπαρμπέρη του χωριού, αλλά ούτως ή άλλως φορούσαμε καπέλο κάθε μέρα, για να μην κρυώνει το κεφάλι μας. Στις γιορτές με τα παραδοσιακά ρούχα, φορούσαμε το μαύρο καπελάκι μας, που έμοιαζε με φέσι».
δ. Καλλωπισμός
«Οι άνδρες ποτέ δεν έκαναν κάτι για να βελτιώσουν την εμφάνιση τους. Εμείς προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπο να ομορφύνουμε, αλλά δεν είχαμε και καλλυντικά, όπως σήμερα εσείς. Το καλύτερο ήταν για μας όταν είχε πολύ κρύο έξω. Βγαίναμε και καθόμασταν εκεί για ώρες, για να σφίξει το δέρμα μας. Βάζαμε στο πρόσωπο μας κάτι κρέμες που έφτιαχνα λίγοι στο χωριό από βότανα για να νιώθουμε όμορφες. Άλλους τρόπους δεν είχαμε»