Τοπικές ενδυμασίες από Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ
Σαρακατσάνοι των Βαφέινων Ξάνθης
2007
Μπίκου Στυλιανή 1874
Τμήμα Ιστορίας Εθνολογίας
Γ. Μ. Βαρβούνης
Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση, καλλωπισμός
Η φορεσιά των Σαρακατσάνων ήταν βαριά αλλά και πρακτική. Τα ρούχα ήταν υφασμένα στον αργαλειό και κεντημένα από τα άξια χέρια της. Για να φορέσει όλη τη στολή της η γυναίκα, για να καρματωθεί όπως έλεγαν, ακολουθούσε μια ορισμένη σειρά. Πρώτα φόραγαν το κατασάρκι που γινόταν από άσπρο μάλλινο ύφασμα. Το ρούχο αυτό είναι κοντομάνικο κι ανοιχτό από μπροστά. Το φόραγαν σ’ επαφή με το σώμα. Μετά φορούσαν το βαμβακερό αμάνικο π’καμ’σο (πουκάμισο) το οποίο είναι μακρύ μέχρι κάτω στη γάμπα. Μπροστά στο στήθος είναι ανοιχτό μέχρι τη μέση και είναι κεντημένο. Στο στήθος ράβονται δύο κομμάτια ξεχωριστά τα μπρουμάν’ τα και γύρω-γύρω από το λαιμό ράβονταν η τραχ’λιά. Τον ποδόγυρο από το πουκάμισο τον κένταγαν ασπροκέντι με μεταξωτή κλωστή. Στο πουκάμισο πρόσθεταν τα μανίκια που ήταν φαρδιά και τα κένταγαν με κλωστές που τις έγνεθαν με τα χέρια. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το τσιαμαντάνι. Το μάκρος του φτάνει μέχρι τη μέση και στην άκρη του πιάνονταν με κόπτσες η φούστα. Το τσαμαντάνι το κένταγαν με κουδέλα στη μέση κι από τις δύο πλευρές. Έπειτα όπως είπαμε φορούσαν την φούστα. Η φούστα ήταν ανοιχτή από τη δεξιά πλευρά και ραβόταν κομμάτι-κομμάτι με σαράντα λαγκιόλια (κομμάτια) που ήταν κομμένα λοξά (πάνω ήταν στενά και κάτω φαρδύτερα) και φτάνει μέχρι κάτω από τη γάμπα. Στην πάνω μεριά της φούστας ραβόταν το κεμέρι που ήταν κεντημένο με κατσέλια σε τρόπο που να είναι η φούστα σουρωμένη (να έχει σούρες). Από το κεμέρι ξεκίναγε η τσάκιση. Στο κάτω μέρος της φούστας την στόλιζαν βάζοντας τρεις, τέσσερις σειρές δαντέλα και κορδέλες πολύχρωμες . Κάτω από τη φούστα φαίνονταν ο ποδόγυρος από το πουκάμισο με τα κεντίδια . Στη μέση τους τώρα έβαζαν πάνω από τη φούστα και το τσαμαντάνι το ζωνάρι. Αυτό είναι υφαντό, μάλλινο κομμάτι ίσα με μια πιθαμή φάρδος, κεντημένο με κατσέλι και φρέντζες. Ύστερα φόραγαν την πόλκα, το μάκρος της οποίας έφτανε μέχρι τη μέση κι ήταν χωρίς μανίκια. Πίσω είχε τέσσερις ή έξι κουφοπιέτες και στη μέση ήταν στενότερη, για να φαίνεται πιο κομψή. Γύρω-γύρω από τον λαιμό φορούσαν την πετσέτα όπως την έλεγαν. Γίνονταν με άσπρο πανί αγοραστό αυτό και επάνω της έβαζαν γαλάζιες και κόκκινες δαντέλες. Για να γίνει στρογγυλή γύρω από το λαιμό τη μάζευαν πιέτες- πιέτες. Στα πόδια φορούσαν τις κάλτσες που τις έπλεκαν με πέντε βέργες (βελόνες πλεξίματος) και με τρία γνέματα, άσπρο, κόκκινο και γαλάζιο. Η κάλτσα έπιανε κάτω από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο. Μετά φόραγαν τις πατούνες που έπιαναν τα δάχτυλα, τη φτέρνα και την πατούσα. Το γυμνό μέρος του ποδιού ανάμεσα από την κάλτσα και την πατούνα το κάλυπταν με το κουτοτσούραπο, όπου το κάτω μέρος του, το έραβαν με την πατούνα και από επάνω το έδεναν με σκοινί γύρω- γύρω στο πόδι. Τέλος φορούσαν την παναούλα που ήταν κεντημένη ποδιά που την έβαζαν μπροστά από τη φούστα. Και στο κεφάλι φορούσαν τον μάλλινο μπόχο. Έτσι η φορεσιά δεν άφηνε κανένα σημείο του γυναικείου σώματος ακάλυπτο, παρά μόνο τα δάχτυλα του χεριού της για δουλειές.
Οι γυναίκες των σαρακατσαναίων φόραγαν αημένια ή χρυσά κοσμήματα στα χέρια, στο λαιμό, στα μαλλιά, στα αυτιά και στη μέση. Τα κοσμήματα αυτά ήταν ψιλοδουλεμένα και είχαν μεγάλη ποικιλία μορφών και σχεδίων. Όταν η Σ. φορούσε όλα της τα κοσμήματα και τα στολίδια έλεγαν ότι ήταν αρματωμένη. Στα χέρια φορούσαν : Ασημένια πελετζίκια (βραχιόλια) που τύλιγαν ολόκληρο τον καρπό κι άνοιγαν με μία αγκράφα σπάζοντας στα δύο. Ασημένια δαχτυλίδια που στο κέντρο είχαν πετράδι ή πλάκα με ασημένιο (ή χρυσό) κεφάλι. Στο λαιμό φορούσαν : Μια κοπτσιά (αρμαθιά) με κρεμασμένα επάνω ασημένια νομίσματα ή χρυσά φλουριά και πεντόλιρα. Στα μαλλιά φορούσαν : Το κατσαμέρι που ήταν μακριά ασημένια αλυσίδα με φλουράκια και ψιλά κόκκινα μερτζάνια (χάντρες). Η αλυσίδα αυτή πιάνονταν από τις κοτσίδες πάνω από το λαιμό (στο σβέρκο) Τα φλουράκια κρέμονταν δίπλα στ’ αυτιά . Τέλος έβαζαν μια ασημένια πλατιά καρφίτσα για να κρατά τον μπόχο. Στ’ αυτιά φορούσαν : ασημένια σκουλαρίκια με φλουριά . Στη μέση φορούσαν : Τα κλειδώματα που είναι ο γκουμπές, δηλαδή η βαριά ασημένια πόρπη που κλείνει τις δύο άκρες του λουριού ή τ’ ασημοζώναρα. Στο ζωνάρι φορούσαν. Τα κουστέκια, δηλαδή ασημένιες αλυσίδες που η μία άκρη τους στερεώνεται στο ζωνάρι και στην άλλη δένουν το σουϊά ( τον σουγιά).