Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΚΟΜΑΡΩΝ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Β. Την παραμονή των Χριστουγέννων στο χωριό έχουν το έθιμο των «εννιά φαγητών». Ο αριθμός εννιά συμβολίζει τους εννέα μήνες κύησης της Παναγίας.
Τα εννιά αυτά φαγητά ήταν νηστήσιμα. Το πιο βασικό φαγητό ήταν η λειψή μπουγανικά (ένα είδος πίτας). Τα άλλα φαγητά που τοποθετούσαν πάνω στο τραπέζι ήταν οι λαχανοντολμάδες, οι ελιές, ο χαλβάς, οι πατάτες και τα φασόλια. Ακόμη τοποθετούσαν τουρσί λάχανο, μπλιούρι και σαραγλί.
Πριν ξεκινήσουν το φαγητό ο αρχηγός της οικογένειας θύμιαζε τα φαγητά και μετά όλο το σπίτι. Καθώς περιμέναμε να ‘ρθει κι ο αρχηγός της οικογένειας στο τραπέζι, λέγανε προσευχές. Αφού σταυροκοπιούνταν όλοι κάθονταν για να φάνε.
Το έθιμο που γινόταν την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ήταν το έθιμο της Καμήλας.
Μαζεύονταν όλοι οι νέοι του χωριού και έφτιαχναν με ξύλα, κουρέλια, και δέρματα ένα κατασκεύασμα με μορφή καμήλας. Έμπαιναν από κάτω δύο αγόρια και αποτελούσαν τα πόδια της καμήλας.
Ο καμηλιέρης οδηγεί την καμήλα απ΄όλα τα σπίτια του χωριού με την συνοδεία πάντοτε γκάιντας και ζουρνά. Οι νοικοκυρές προσφέρουν στην καμήλα λουκάνικα και χρήματα. Τα παλικάρια που συνοδεύουν την καμήλα τραγουδάμε ρυθμικά:
«Λουκάνικα τρώει,
παστό μαζώνει»
Πάντοτε σε ρυθμό μπαιντούσκας.
Λέγεται πως το έθιμο αυτό αναπαριστά το ταξίδι των Μάγων με τις καμήλες ακολουθώντας το αστέρι για να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Βασιλιά.
Ακόμη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει κι άλλο έθιμο.
Μαζεύεται όλη η οικογένεια και κόβουν την παραδοσιακή θρακιώτικη βασιλόπιτα. Η βασιλόπιτα αυτή είναι η παραδοσιακή μιλίνα (είδος τυρόπιτας) που δεν είχε μέσα φλουρί, αλλά μικρά κομμάτια από κλωνάρια δέντρων με μπουμπούκια. Αυτά τα κλωναράκια αντιστοιχούσαν σε ένα αντικείμενο του σπιτιού.
Ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε την πίτα σε τόσα κομμάτια όσα ήταν και τα μέλη της οικογένειας. Τη γύριζε τρεις φορές. Έτσι ο καθένας έπαιρνε από ένα κομμάτι και αυτό που του τύχαινε είχε μέσα ένα κλωναράκι που αντιστοιχούσε σε κάποιο πράγμα. Άλλος τύχαινε την αποθήκη, άλλος τις κότες, άλλος τα χωράφια κι άλλος το σπίτι. Κι όλοι ήταν υποχρεωμένοι να ασχοληθούν μ’ αυτόν τον τομέα για ολόκληρη τη χρονιά.
Το Πρωτοχρονιάτικο έθιμο είναι η σούρβα.
Σούρβα ονομάζεται ένα κλαδί κρανιάς που είναι στολισμένο με πολύχρωμες κλωστές. Τις σούρβες τις κρατάνε μικρά παιδιά και τραγουδάνε «Σούρβα, σούρβα, γερό κορμί, γερό κορμί, γερό σταυρί, σαν ασήμι, σαν κρανιά και του χρόνου, όλοι γεροί και δυνατοί».
Το έθιμο αυτό γίνεται για την υγεία και για το καλό του καινούργιου χρόνου. Τα παιδιά με τις σούρβες γυρίζουν σε όλο το χωριό και μαζεύουν γλυκίσματα και χρήματα.
δ. Το έθιμο της Αποκριάς που τελείται την Καθαρή Δευτέρα είναι το έθιμο του Μπέη. Οι ρίζες του κρατούν από την αρχαιότητα, είναι ένα διονυσιακό έθιμο.
Την μέρα εκείνη όλα τα σπίτια είναι φρεσκοβαμμένα και οι αυλές ασπρισμένες με ασβέστη. Όλα έτοιμα για να υποδεχτούν τον Μπέη. Ο Μπέης είναι κάποιος κάτοικος του χωριού που την προηγούμενη χρονιά είχε τύχει το νόμισμα από την πίτα που είχε κοπεί στην προηγούμενη γιορτή.
Την ακολουθία του Μπέη αποτελούσαν η Καντίνα (γυναίκα του Μπέη), ο Καντί Μπαμπάς (πεθερός του Μπέη), οι σωματοφύλακες, ο γύφτος και οι αράπηδες (δούλοι).
Ο Μπέης βρίσκεται πάντα επάνω στο άρμα του, που είναι στολισμένο με κλαδιά δέντρων και αμπελιών. Κάθεται επάνω στο θρόνο του που είναι φτιαγμένος από δέρματα ζώων.
Το άρμα λοιπόν του Μπέη μαζί με την ακολουθία γυρίζει από σπίτι σε σπίτι. Σε κάθε αυλή οι αράπηδες ελέγχουν τα εργαλεία και αν δεν είναι τακτοποιημένα κλέβουν τα αυγά από τα κοτέτσια.
Οι νοικοκυρές προσφέρουν κρασί, φαγητά και γλυκά σε όλη την συνοδεία. Οι άντρες δίνουν στο Μπέη σιτάρι και καλαμπόρι κι αυτός παίρνει μία χούφτα από κάθε σπόρο και καθώς τον σκορπίζει εύχεται καλή σοδειά.
Όποιος προσπαθήσει να κλέψει την Καντίνα τον πιάνουν οι φύλακες και τον αφήνουν μόνο όταν πληρώσει πρόστιμο.
Στη διάρκεια της περιφοράς δε σταματάει να ακούγεται ο ζουρνάς και η γκάιντα σε διάφορους θρακιώτικους ρυθμούς.
Γύρω στο μεσημέρι όταν τελειώνει η περιφορά του Μπέη στο χωριό, όλη η ακολουθία καταλήγει στην πλατεία, όπου ήδη είναι συγκεντρωμένο όλο το χωριό.
Ο Μπέης κατεβαίνει από το άρμα του και με την βοήθεια των σωματοφυλάκων του μετράει το χωράφι. Μετά ζεύει στον ξύλινο ζυγό τους αράπηδες και αρχίζει το όργωμα. Οι φύλακες είναι κοντά στον Μπέη μήπως κάποιος πλησιάσει τον αφέντη τους και του κάνει κακό.
Μόλις τελειώσει το όργωμα, αρχίζει η σπορά. Παίρνει ο Μπέης ένα τενεκέ με σπόρο και αρχίζει το σπάρσιμο. Κάποιοι από το πλήθος προσπαθούν να τον ρίξουν κάτω. Εάν ο τενεκές πέσει κάτω και σκορπιστεί ο σπόρος, τότε η σοδειά δεν θα είναι καλή. Εάν όμως ο τενεκές πέσει χωρίς να σκορπιστεί ο σπόρος, τότε η σοδιά θα είναι καλή.
Μετά τη σπορά ακολουθεί το θέρισμα. Αυτό το κάνουν οι φύλακες με τα δρεπάνια και τα παλαμάρια. Οι αράπηδες αποτελούν τη θημωνιά, μια υποτιθέμενη στοίβα από δεμάτια.
Το θέρισμα ακολουθεί το αλώνισμα. Αυτό γίνεται με την ντουκάνα που ξεχωρίζει το σιτάρι από τα στάχυα.
Με το αλώνισμα κλείνει ο κύκλος των αγροτικών εργασιών και αρχίζουν οι γαϊδουροδρομίες . Μετά και από τις γαϊδουροδρομίες αρχίζει το πραγματικό γλέντι που κρατάει μέχρι αργά το βράδυ με χορούς και τραγούδια από πολλά συγκροτήματα αλλά και από τον κόσμο που βρίσκεται εκεί.
Πριν όμως τελειώσει η γιορτή η γυναίκα του Μπέη μοιράζει πίτα σε όλους τους άντρες που βρίσκονταν εκεί για να γίνει η εκλογή του επόμενου Μπέη.