Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΜΕΤΑΞΑΔΩΝ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Χριστούγεννα

Οι νοικοκυρές θυμιάτιζαν το σπίτι για να καλωσορίσουν τους καλικάντζαρους. Αργά το βράδυ οι άντρες γυρνούσαν στα «κόλιαντα». Δεν τραγουδούσαν, αλλά χωρίς θόρυβο, έπαιρναν από τις αυλές των σπιτιών, κάρα, αυλόπορτες και ότι άλλο αντικείμενο μικρό ή μεγάλο ξεχνούσαν έξω οι νοικοκυραίοι. Τα συγκέντρωναν στην πλατεία του χωριού και από εκεί τα έπαιρναν οι ιδιοκτήτες την άλλη μέρα, αφού πρώτα έδιναν χρήματα.

Την παραμονή το πρωί έσφαζαμε του γουρούνια. Τα παιδιά γυρνούσαν στα κάλαντα.

Το βράδυ στο τραπέζι έβαζαμε εννιά φαγητά, νηστίσιμα. Μαζευόμασταν όλη η οικογένεια για να δειπνήσουμε περιμένοντας του «Χριστοτανάδες» Αυτοί είναι τα παλικάρια του χωριού που λένε τα «Χριστόταννα» (κάλαντα) το βράδυ της παραμονής. Ξεκινάνε από το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου και γυρνάνε σε όλο το χωριό, τραγουδώντας κατά ομάδες τα κάλαντα, διαφορετικά σε κάθε σπίτι, ανάλογα με την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, την εργασία κ.τ.λ.

Για τον ιερέα ή τον άρχοντα του χωριού:

Αφένη μ’ αφεντάκι μου, πέντε φορές αφέντη 

σήκω   σαμπάχλια  αφέντη μου και κάτσε στο

 θρονί  σου  και  πάρε  το  αργυρό  ταψί   και 

νίψε το πρόσωπό σου.

 

Για τους χτίστες:

Αφέντη χρυσομάστορα κι ολάργυρη η τέχνη σ’ 

το σκιπαράκι σ’ άδραξε και στο βουνό 

 ακούσ’κει…

 

Για τους καταστηματάρχες:

Ένας ‘μορφος πραγματευτής κι μορφομπιζιργιάν-

νης στην Προύσα κι αν πραμάτεψε στη Βενετιά

 να πάει…

 

Για το νεογέννητο μωρό:

Ένα μικρό μικρούτσικο Σαββατογεννημένο

 Σάββατο και αν γεννήθηκε την Κυριακή

 Βαφτίσ’ κει.

 

Για τα αγόρια:

Μάνα ν’ οπού ‘χει τον υγιό τον πουλιοκανακάρη 

τον έλουζε, τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει…

 

Για τους νέους:

Και κείνος που ‘ναι νιούτσικος να πάει 

ν’ αρραβωνιάσει.

 

Για τα κορίτσια:

Φραγκίτσα με τα κόκκινα και με τα μαύρα μάτια

Φραγκίτσα, δος μας το φιλί, δος μας και την αγάπη…

 

Για τους μαθητές:

Γραμματικέ μ’ και λειτουργέ μ’ και ψάλτη μ’ κι 

αναγνώστη μ’ χαρτί βαστάει στα χέρια του 

χαρτί και καλαμάρι…

 

Και ακόμα τραγουδούσαν για τους πεταλωτές τους σιδεράδες, τους ράφτες, τους στρατιωτικούς, τους μπογιατζήδες, τους βοσκούς, τους αρραβωνιασμένους, τους παντρεμένους, τους άτεκνους.

Σ΄ όλα τα σπίτια όμως άρχιζαν με το :

Χριστόϊαννα, Χριστόϊαννα, τώρα Χριστός 

γεννιέται, γεννιέται κι ανατρέφεται στο 

μέλι και στο γάλα, το μέλι το τρώνε

οι άρχοντες και τα φλουριά στους άγιους

κι το μελισσοβότανο φορούν τα παλικάρια.

 

Τελείωναν κατά τα μεσάνυχτα τραγουδώντας:

Κι απέδου διάβαινε ο Χριστός με δώδεκα

Αποστόλους

Και πάλι πίσω γύρισε με τους  εννιά αρχαγγέλους

Κι όπου ακούμπησε ο Χριστός χρυσό δεντρίτσι βγήκε 

χρυσά ήταν τα κλωνάρια του κι ολόργυρα τα φύλλα

κι απάνω στις κορφούδες του Περίστερα φωλάζαν.

 

Πρωτοχρονιά

Αποβραδίς ανοίγαμε φύλλα για τη βασιλόπιτα. Τα παιδιά γυρνούσαν στους δρόμους και έλεγαν τα «σούρβαλα» (πρωτοχρονιάτικα κάλαντα) και φώναζαν: «Σούρβαλα, μπάμπου, τσιτσί» που σημαίνει: «κρέας, γιαγιά, στη σουρβαλιά». Η σουρβαλιά ήταν μια γερή βέργα από κρανιά στην οποία περνούσαν ότι τους έδιναν: λουκάνικα, κουλουράκια και κυρίως παστό κρέας. Οι πιο τσιγκούνες ή οι πιο φτωχές πετούσαν στην αυλή καρύδια και τα παιδιά σκοτώνονταν ποιο θα μαζέψει τα περισσότερα.

Μετά την εκκλησία μαζευόμασταν όλοι γύρω απ’ το σοφρά  (ξύλινο χαμηλό στρόγγυλο τραπέζι) για να κόψουμε τη βασιλόπιτα. Αφού θυμιατίζαμε, ο κύριος του σπιτιού, σταύρωνε την πίττα και έκοβε κομματάκια, πρώτα για τον Αι -Βασίλη, μετά για το Χριστό, για το σπίτι, για τα ζωντανά, για τα χωράφια και για κάθε μέλος της οικογένειας με τη σειρά, από τα μεγαλύτερα προς τα μικρότερα.

 

Θεοφάνεια

Την παραμονή έβαζαμε την «μπάμπω» (χοντρό λουκάνικο από έντερο γεμισμένο με χοιρινό κρέας ψιλοκομμένο) να βράσει.

Ανήμερα πάϊναμε (πηγαίναμε) στη βρύση για το άγιασμα των νερών. Έπαιρναμε αγιασμό για να ρίξουμε στα χωράφια, στα ζώα και κρατούσαμε και για γιατρικό στο εικονοστάσι.

Τα παιδιά γύριζαν τα «φώτα» τραγουδώντας:

Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη και αγιασμός

κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό 

κάθεται η κυρά μας η Δέσποινα.

Με τα σπαργανίδια στα γόνατα

με τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα

και στα δυο χέρια Κύριον κρατεί 

και τον Αϊ -Γιάννη παρακαλεί

«Άγιε μου Αϊ -Γιάννη και Πρόδρομε

δύνασαι βαφτίσεις Θεού παιδί ;»

«Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ, 

και τον Κύριο μου παρακαλώ . Αύριο

Θ’ ανέβω στους ουρανούς να 

Καθαγιάσω τους ουρανούς,

να καθαγιάσω τα ύδατα,

να’ ρθω να βαφτίσω Σε το Χριστό»

Καλημέρα, καλησπέρα, καλή σου μέρα

αφέντη με την κυρά.

 

Μετά την απόλυση της εκκλησίας γίνονταν – και γίνεται- έξω στην πλατεία της πλειστηριασμός των εικόνων. Οι εικόνες αγοράζονται συμβολικά από τους πλειοδότες και τα έσοδα πηγαίνουν στην εκκλησία για τις ανάγκες της και για τις άπορες οικογένειες.

Γιορτές του Φεβρουαρίου

Του Αγίου Συμεών

Εξαφανίζαμε για να μην κόψουμε, ψαλίδια, μαχαίρια, τσεκούρια κλπ, γιατί αν είχαμε έγκυο γυναίκα ή ζώο, θα γεννούσε σημαδεμένο παιδί.

 

Απόκριες

Την Τσικνοπέμπτη έσφαζαμε κοτόπουλα για να μην τσικνώσει το φαγητό όλο τον χρόνο.

Την τελευταία Κυριακή, της Τυρινής πάϊναμε (πηγαίναμε ) όλοι στα πατρικά μας σπίτια,

 όπου και ετρώγαμε, επίναμε και εύχομασταν  «σ’ χωρεμένα κι βλοημένα», αλληλοσυγχωρού-

μασταν δηλαδή για μικροκαβγάδες που είχαμε κάνει τον προηγούμενο χρόνο. Η πεθερά κερ-

νούσε την νύφη χαλβά.

Την Καθαρή Δευτέρα κάποιος εκλέγονταν μπέης και μαυρίζονταν με κάρβουνο. Μαζί με την ακολουθία του, πάνω σ’ ένα δίτροχο αμάξι γεμάτο σκόρδα και κρεμμύδια κρεμασμένα, γυρνούσαν στα σπίτια και μάζευαν σιτάρι και όσπρια, που στο τέλος τα πουλούσαν και τα χρήματα τα έδιναν για την εκκλησία και για  τους φτωχούς.

Ένας άλλος ντυνόταν αράπης. Έφτιαχναν έναν άνθρωπο από άχυρο πάνω σε τροχούς, το «σταμπουλούδι». Ο αχυρένιος άνθρωπος είχε πάνω του ένα γράμμα για τον αράπη, που έγραφε ότι ήρθε από το εξωτερικό και θέλει να παλέψουν. Άρχιζε λοιπόν η πάλη και νικητής ήταν το σταμπουλούδι. Ο αράπης κρατούσε ένα μακρύ ξύλο, που κατέληγε στο «τοπούζι», ένα πλατύ και βαθύ πιάτο, μέσα στο οποίο οι θεατές έριχναν χρήματα. Μ’ ένα ζευγάρι ξύλινα κιάλια «παρακολουθούσε » ποιος δεν έριχνε χρήματα στο τοπούζι. Ακολουθούσε χορός και πρώτη χόρευε η « γυναίκα» του κρατώντας ένα μπακίρι γεμάτο νερό, μέσα στο οποίο ο κόσμος έριχνε χρήματα. Στο τέλος ο αράπης έδινε ευχές για τα σπαρτά. Σκορπούσε στον αέρα σπόρους και ευχόταν, όσο ψηλά πήγαιναν, τόσο μεγάλη να είναι η σοδειά. Όσα χρήματα συγκεντρώνονταν μοιράζονταν στους άπορους του χωριού.

 

Κινητές εορτές

Σαρακοστή, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή

Οι εκδηλώσεις άρχιζαν από το Σάββατο του Λαζάρου. Οι Λαζαρίνες, κορίτσια ντυμένα με την τοπική ενδυμασία, γύριζαν από το πρωί στα σπίτια και τραγουδούσαν. Οι νοικοκυρές τους έβαζαν αυγά μέσα στο καλαθάκι που κρατούσαν. Όταν έμπαιναν στην αυλή κάποιου σπιτιού, τραγουδούσαν:

Σ’ αυτά τα σπίτια τα ψηλά, με μάλαμα στρωμένα 

με μάλαμα και με φλουριά και με μαργαριτάρι…

και συνέχιζαν το τραγούδι ανάλογα με την οικογένεια, λέγοντας τα ίδια τραγούδια με τα Χριστούγεννα, αλλάζοντας όμως τη μουσική. Στη διαδρομή από το ένα  σπίτι στο άλλο τραγουδούσαν:

«Π’ άρχοντα σπίτι βγαίνουμεν σ’ αρχοντικό θα

πάμε, λάλ’ αηδονάκι μ’ λάλα

 

Την Κυριακή των Βαΐων, μετά τη λειτουργία, πάϊναμε (πηγαίναμε ) στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, όπου τραγουδούσαμε και χορεύαμε. Το πρώτο τραγούδι που έλεγαμε ήταν:

Γιάννης τη Μάιδω θέλει και την αγαπάει

Μα η Μάιδω δεν τον θέλει, δεν τον αγαπάει

και κίνησε ο Γιάννης όλο κλαίγοντας κι όλο παίζοντας 

στην αδερφή του να πάει και στην Κάλλιω του.

-Ωχ! Τι να κάμω Κάλλιω, Κάλλιω μ’ αδερφή μ’ 

που Δε με θέλει η Μάιδω, δε με αγαπάει.

-Σώπα, σώπα συ Γιάννη, εγώ θα κολαστώ

Θα κάνω εγώ τη Μάιδω να ‘ ρθει μοναχή

 

Βάζει γυναίκας ρούχα και κόρης πρόσωπο παίρνει και τη ρόκα και διαλάλησε και ψιλόγνεσε

 

Άϊντε, μωρέ κορίτσια, να πάμε για λουλούδια, 

για τριαντάφυλλα.

Άϊντε, μωρή Μάιδω, για δεν έρχεσαι;

Φοβούμαι απ’ το Γιάννη και δεν έρχομαι.

Ο Γιάννης κάπου πάει και δεν είναι εδώ. 

Εκίνησε κι η Μάιδω όλο παίζοντας κι όλο ρίχνοντας.

Στη στράτα που πηγαίνα Γιάννης την κοιτάει,

την καλοκοιτάει.

Μάιδω, αν ήταν ‘δω ο Γιάννης, τι θα έκανες;

Εγώ, αν ήταν Γιάννης, ή θε να σφαχτώ ή θε να πνιχτώ,

Μάιδω, εγώ είμ’ ο Γιάννης, γιατί δε σφάζεσαι, γιατί

δεν πνίγεσαι;

Ανάθεμά την Κάλλιω που με πρόδωσε

και έκαμε το Γιάννη και με ντρόπιασε.

 

Την Μεγάλη Πέφτη (Πέμπτη), εβάφαμε τ’ αυγά με ριζάρι ( κόκκινη ρίζα) και κρεμμυδότσουφλα. Όταν τελειώναμε όλη η οικογένεια με τη σειρά επαίρναμε ένα αυγό, το γυρίζαμε τρεις φορές στο πρόσωπό μας και λέγαμε:

«Καλώς ήρθες Πασχαλίτσα μ’, καλώς ήρθες σ΄εμάς η υγεία, στους γύφτους η αρρώστια.»

Την Μεγάλη Παρασκευή έφτιαχναμε τις πασχαλιάτικες κουλούρες με το κόκκινο αυγό στη μέση και τσουρέκια.

Την Κυριακή του Πάσχα μετά την Εκκλησία πηγαίναμε στη νονά την Πασχαλιάτικη κουλούρα κι αυγά κι ετρώγαμε όλοι μαζί το αρνί. Το απόγευμα γίνονταν χορός στην πλατεία του χωριού. Οι γυναίκες τραγουδούσαμε και χορεύαμε ταυτόχρονα. Ο χορός άνοιγε με τον 

 

«Γενίτσαρο».

 Ένας κοντός γενίτσαρος, πολύ κοντός δεν ήταν 

βαριά δοσιά του έδιναν που’ χει όμορφη γυναίκα 

τον ζήλευαν οι χωριανοί, τον ζήλευαν γειτόνοι 

τον  ζήλευε κι ο Βασιλιάς που ‘χει όμορφη γυναίκα…

 

Την ίδια μέρα τα κορίτσια και τα παλικάρια πήγαιναν στην εξοχή και έφτιαχναν  κούνιες τη μία απέναντι στην άλλη ώστε όταν κουνιόταν να συναντιούνται στον αέρα και τα πόδια τους ν’ αγγίζονται. Ταυτόχρονα τραγουδούσαν:

Η μάνα του Γιάννη στην Εκκλησία να πάει

κι η αδερφή στολίζονταν Σάββατο όλη μέρα 

μπροστά πηγαίνει η μάνα του, στη μέση η αδερφή του

κατόπιν πάει ο νηστικός σα μήλο μαραμένο 

σα μήλο, σαν τριαντάφυλλο, σαν πράσινος βασίλ’κος.

Την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής γινόταν το μικρό πανηγύρι. Είναι ένα μικρό εκκλησάκι στο λόφο Κουρί, λίγο χαμηλότερα απ’ τον Προφήτη Ηλία. Ανεβαίναμε όλοι στο λόφο οι γυναίκες τραγουδούσαμε, χορεύαμε και ετρώγαμε εκεί πάνω ψήνοντας τα αρνιά σε σούβλες.

Ακίνητες εορτές της άνοιξης

Πρωτομαγιά

Αξημέρωτα σηκωνόταν η νοικοκυρά να πάει να φέρει «καρές» (κλωνάρια καρυδιάς) να βάλει στην πόρτα και να λουστούν όλοι για να είναι γεροί. Μετά πηγαίναμε στο Εκκλησάκι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης όπου περνούσαμε τη μέρα μας τρώγοντας παίζοντας και χορεύοντας.

 

Γιορτές του καλοκαιριού

Γιάγιανος

Ο Γιάγιανος γιορτάζεται δύο συνεχόμενες βραδιές 23 και 24 Ιουνίου. Το έθιμο του «Γιάγιανου» είναι πολύ παλιό και η σημασία του μεγάλη για όλους και ιδιαίτερα για τους αγρότες που τους θύμιζε ότι έφτασε το καλοκαίρι στα μισά του κι από εδώ και πέρα δεν επιτρέπονται τα σπαρτά.

Από το βράδυ της 22ας Ιουνίου ετοίμαζαμε τα καλά μας. Με το χάραμα, πηγαίναμε στα χωράφια μας απ΄ όπου έφευγαμε μόνο το απόγευμα. Αφού έκαναμε μπάνιο και καθαριζόμασταν ντυνόμασταν και ειδικά εμείς οι γυναίκες δεν φορούσαμε άσπρα πουκάμισα αλλά κόκκινα. Τέλος έφτιαχναμε ένα μεγάλο μπουκέτο από λουλούδια όλων των ειδών και κυρίως του γιάγιανου και των καρυδιών και χορεύαμε μ’ αυτό στην πλατεία. Το ίδιο γινόταν και την επόμενη μέρα. Το τραγούδι που τραγουδούσαμε και χορεύαμε ήταν:

 

Και γιάγιανος και σύναρος, του Γιάννη το βοτάνι

τα δύο βοτάνια μάλωναν ποιο να μυρίσει κάλλιο 

μυρίζει ο Άγιος βότανο που ξιέρ’ κι απού μυρίζει 

μυρίζει και το αγιόκλημα που ξιέρ’ κι από το κλήμα

μυρίζει κι άις-Γιάγιανος που ξιέρ’ και απού τη γη του.

 

Κόρη ξανθή τον μάζευε πλέκοντας το γαϊτάνι

πλέκοντας και χαζεύοντας και σιγοτραγουδώντας

στη μέση πλέκουν το Χριστό, στην άκρη το Βαγγέλιο

και στα πλεκογυρίσματα πλέκουν τον αϊ -Γιάννη.

 

Βρυσίτσα πετροκάλαμη για τούτο σε καρτέρεσα 

να έρθει ο κόσμος για νερό, νερό να μη τους δώσεις

μόνο να τους ρωτήσετε ποιος είναι ο Γιάννης ο βασιλιάς

απ’ όχει εννιά υγιούς και τους εννιά τους πάντρεψε 

εννιά νυφάδες παίρνει όλες αφεντ’ τον έλεγαν 

όλες μαντήλι τον δώριζαν, η νύφη η μικρότερη

αφέντη δεν τον έλεγε, μαντήλι δεν τον δώριζε.

 

Του Προφήτη Ηλία

Τη μέρα αυτή γινόταν το πανηγύρι.

Απ’ την παραμονή έρχονταν οι μπεζιργιάννηδες με τις πραμάτειες τους. Αφού γυρνούσαμε από τα χωράφια, ντυνόμασταν με τα καλά μας και έβγαιναμε στην πλατεία. Εκεί γινόταν μεγάλος χορός με γκάϊντες και ζουρνάδες, από όλους, τους μικρούς και μεγάλους. Τραγουδούσαμε πάντα οι γυναίκες κατά ομάδες, ενώ χορεύαμε.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
608
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Τερζόγλου
Όνομα
Βασιλική