Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΒΑΛΤΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ
Πήγαισκαν στην εκκλησία και όταν γυρνούσαν έστρουναν του σούφρα και έτρουγαν την πίτα. Είχαν σταματήσει να τρώω κρέας από την προηγούμενη βδουμάδα. Το βράδ' έκαμναμι τα συγχωρεμένα. Κάθε οικογένεια πήγαινε πρώτα στουν κουμπάρο για να του κάν' τα σχωριμένα. Πήγαισκαν σε όλους τους συγγενείς κι έκαμναν 'κειν την μέρα όσοι ήταν μαλωμέν' μόνιαζαν. Όλου του χουριό σηκώνουνταν στου πουδάρ για να σχωριθεί.
Την αποκριά τα παλικάρια έκαμναν του καλόγερο. Έβαζαν γυναικίσια ρούχα μαύρ' γίνουνταν αράπηδες κι μαύρ' γυρνούσαν όλου του χουριό κι μάζιυαν ό,τι είχε καθίνας κι του βράδ' γλιντούσαν. Μία νοικοκυρά έκαμνε πίτα μπακλαβού έβαζε μία δραχμή και την μοίραζαν σε όλου του χουριό. Σ' όποιαν έπιφτει λίρα 'κείνον τον μουτζούρωναν μι αλεύρι, το έκαμναν μυλωνά. Κειν' το βράδ', 'κείνος κερνούσε και του χρόν' γίνονταν μπέης και η γυναίκατ' έφτιαχνι την πίτα. Ένας γίνονταν μπέης, σαν βασιλιάς. Κειν' την μέρα έκαμαν πολλά εθίματα. Έδειχναν πώς έσπειρναν. Μαζευόμασταν στην πλατεία του χωριού, οι μαύροι ζέβουνταν κι ου μπέης έσπειριει για να γιν' καλό μπερεκετ. Μιτά μάζιυαν κείνον του στο για να ταΐσουν τις κότες. Όλου του βράδ' γλεντούσαμι
(Π2).
Ε. Κινητές Εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή.
Από την καθαρά Δευτέρα ξεκινούσι σαρακοστή ως την Πασχαλιά. Τότι όλ' νήστευαν. Την Κυριακή των Βαϊων τα μικρά κορίτσια έκαμναν τα βάγια. Έπιρναν δύο ξύλα, τα έβαζαμι σα σταυρό, έκαμναμι κιφαλ' κι έβαζαμι ρούχα. Ήταν μια κούκλα, τα βάγια. Μ' αυτό γυρνούσαν απού σπίτ' σι σπίτ' κι τραγουδούσαν:
"Βάγια, βάγια τα Βαγιά ώσπου να ρθ' η Πασχαλιά μι τα κόκκινα τα αυγά μες του φούρνου του ψουμί κι στη σούβλα του τσιτσί, τρώνι γάτις κι γάτοι κι παπάδες παπαριές.
Έτσι μάζιυαν στου καλαθ' ό,τι τους έδοναν αλλά συνήθως αυγά.
Ύστερα έρχονταν Μιγάλ Βδουμάδα. Την Πέμπτη, την Μιγάλ Πέμπτη έβαφαμι οι γυναικες τ΄αυγά. Μι μπουγιές τα έκαναμι κόκκινα ή τα έβαφαμι κι μι κρεμμύδια. Κειν΄την ημέρα δεν άπλουνι καμία ρούχα. Μον΄άπλουναμι ένα κοκκινο ρούχου στα σχοινιά. Μιτά έκαμναμι το ψουμί, τις Πασχαλιές. Έβαζαμι μέσα κι κόκκινα αυγά κι την Πασχαλιά το πηγαίναμι στην κουμπάρα. Την Μιγάλ Παρασκευή στόλιζαν Επιτάφιος στην εκκλησία. Μαζεύουνταν όλα τα κορίτσια, γυρνούσαν όλου του χουριό κι μάζευαν λουλούδια. Μιτά στόλιζαν τουν επιτάφιο. Οι μάνες μι τα παιδιά τους πήγαιναν τα μεσημέρια στην εκκλισία. Φιλούσαν την εικόνα τον Χριστό κι τα μικρά πιδιά περνούσα τρείς φορές κάτου απ΄του επιτάφιου. Ακόμη άφηναν κι στην είκόνα του επιτάφιου, κοκκινα αυγά. Μόλις στόλιζαν τουν Επιτάφιου τα κουρίτσια, πήγαιναν μπάμπις κι του φύλαγαν ως του βραδ΄. Και τραγουδούσαν για να περνά η ώρα. Σου βραδ΄που ήταν του Μιγάλου Σάββατου 11 του βραδ πήγασκαν όλ΄στην εκκλησία μι τις λαμπάδις για το «Χριστός Ανέστη». Την άλλ΄μέρα, την Κυριακή του Πάσχα του πρωί πηγαίναμι στην εκκλησία για την Δευτερη Ανάσταση. Μιτά μαζευουνταν κάθε οικογένεια σπίτι τς κι έτρουγαν όλ΄μαζί του πρωί κι έπινανα κι κρασί. Αργότερα, μαζευουνταν ολ στην πλατεία που είχε κι όργανα κι χορευαν κι διασκέδαζαν.
Την άλλ΄μέρα, την Δεύτερη μέρα Πάσχα δεν έκαμναμι τίπτα σουβαρό. Είχαμι πανηγύρ στου χουριό ή πηγαίναμι σ΄άλλα χουριά αν είχαν πανηγύρ κι χορού. Το χουριό μας γιορτάζ της 27 Μαϊου Κωνσταντίνου κι Ελένης. Κειν την μέρα είχαμι χαρά στου χουριυ μας. Απου βραδίς έρχουνταν οι πανηϊρτζίδες κι έστηναν τους πάγκους μι τα πράγματα που θα πουλούσαν. Την άλλ΄ μέρα όλου του χουριό ήταν στου πουδάρ. Το μεσημέρ΄μαζεύουμασταν ολ΄στην πλατεία. Γίνουνταν μιγάλου γλέντ. Έπιναμι, έτρουγαμι κι χορευαμι ως του βράδ. Μαζεύουνταν πολύς κόσμος στο χουριό. Έρχουνταν κι απ΄άλλα χουριά κι ολ΄γλεντούσαν.
(Π3)