Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ
Χριστούγεννα
Σαράντα μέρις πριν τα Χριστούγεννα έκαμναμι αυστηρή νηστεία. Δεν έτρουγαμι χιούτσι κρέας. Την Παραμονή έκαμναμι τα εννιά φαγιά. Έφτιαχναμι φαγητά μέχρι να συμπληρωθούν εννιά. Εφκιαναμι σαραγλού, βαρβάρα, φασόλια, ψωμί, έβαζαμι αλάτι, σκόρδο, ούζο, πεπόνι, καρπούζι. Κάθουμασταν στου σωφρά. Επιρναμι μια κιραμίδα, έβαζαμι κάρβουνα πάνω κι θυμιάτιζαμι πρώτα στο τραπέζι μι τα φαγητά λέγοντας «Καλώς όρισατε καρκατζέλι, μι καλό ήρθατι, μι καλό να μας αφήσετε» . Ύστερα όλοι γύρω γύρω παίρναμι καπνό μι το χέρι, κι θυμιατίζαμι όλου του σπίτι. Έκουβαμι του ψωμί κι όποιος έπιρνι του μιγαλύτερο κομμάτι θα πήγινι καλά η χρονιά του. Αυτό το ψωμί το είχαμι κάτω. Δεν το σηκώναμι απ’ του έδαφος. Όταν ήθιλαμι να του κόψουμι δηλαδή την πρώτη μέρα Χριστουγέννων (αυτό που είχε μείνει απ’ την παραμονί) τραβούσαμι τη μισάλα στη μέση κι το κόβαμι. Την Παραμονή το πρωί έσφαζαμι τα γουρούνια. Πιο πρωϊ, τα σαμπάχλια γυρνούσαν τα μικρά τα πιδιά στα κόλιαντρα. Του βράδυ γυρνούσαν τα αγόρια κι τα κουρίτσια τα μιγάλα. Μαζεύουμασταν κάθι γειτονιά και γυρνούσαμι όλο το χωριό. Τραγουδούσαμι «Χριστός αφέντις διάβινι μι 12 Αποστόλους, απου αρχόντο σπίτια βγαίναμι σ’ αρχόντικα θα πάμι. Εκί που ακούμπισει ο Χριστός χρυσά να ΄νι τα ξύλα, τα φύλλα να ΄νι προσευχές κι τα κλωνάρια άγιοι. Όταν πήγιναμι σι ένα σπίτι που είχι πρόβατα έλιγαμι « Εννιά χιλιάδις πρόβατα, πέντε αδερφά τα βόσκουν, τα δυό παέναν για του φιλί, τ’ άλλα για την αγάπη». Άμα ίβλιπαμι κουρίτσια ίλιγαμι. « Άσπρου ποδάρι είδα ΄γω, στου κίτρινο το μέστι κι νόμσα ήταν Πασχαλιά κι είπα Χριστός Ανέστη.» Άμα δεν έβγινι κορίτσι έλιγαμι «Προξενητάδις κι γαμπροί που μέσα από την πόλη, προξινιτούσαν κι έλιγαν θα βρούμι τέτοια κόρη, τέτοια ψηλιά τέτοια λιχνιά τέτοια μαυροματούσα, που ‘χει το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σα γαϊτάνι». Όπου είχαν μικρό πιδί έλιγαμι « Ένα μικρό, μικρούτσικο Σαββατογεννημένο Σαββάτο κι αν γεννήθηκε την Κυριακή βαφτίστηκε, κι τη Δευτέρα του ταχιά βγήκι μάνα’του πινέτι γιατί του αρχουντόπουλου, του αρχοντοτιμημένου μπροστά να του τιμήσει ο Θεός και ύστερα όλος ο κόσμος».
Ακόμα έλιγαμι «Σαράντα μέρις, σαράντα νύχτις η Παναγιά μας κοιλοπονούσι, κοιλοπονούσι παρακαλούσι τους Αρχαγγέλους, τους Αποστόλους, ωσπού να παν ωσπού να ‘ρθούν, η Παναγιά μας ελευθερώθει». Την Παραμονή πριν πάμε στην εκκλησία μαζευούμασταν δύο-τρεις γειτόνισσες, άναβαμι το φούρνο κι έφτιαχναμι γιουβέτσια. Αυτά τα έτρωγαμι αφού γυρνούσαμι από την εκκλησία κι για πέντι μέρις συνέχεια. Όλη την ημέρα των Χριστουγέννων στου μισοχώρι (πλατεία) λαλούσαν τα όργανα, τραγουδούσαν κουπέλις κι χόριυαμι.
Ματένια Κερασίδου
Πρωτοχρονιά
Πριν τα Χριστούγεννα, έφτιαχναμι μι του αλεύρι μια μπουγατσούδα που συμβόλιζι το αλώνι κι έριχναμι πάνω γκουσγκουλούδια που συμβόλιζαν το στάρι. Έφτιαχναμι κι του σχήμα απ’ του αλέτρι κι το ζυγό κι τα ψήναμι. Τα βάζαμι μιτά κάτω απ΄ την εικόνα της Παναγίας. Τον Αϊ Βασίλη αυτά τα πιάϊναμι να τα διαβάσει ο παπάς, τα καμπάρτζαμι (μούλιασμα) κι τα δίναμι να τα φαν τα γιλάδια για να είνι γιρά κι να μας βοηθήσναν μι τα χωράφια. Την Παραμονή τα παιδία γυρνούσαν στα σούρβαλα. Έρχονταν στο σπίτι κι το δουναμι μοιρούδις ή ένα κομματούδι λουκάνικο ή λίγο παστό κι τα τστούσαν στη σούβλα τους. Για την Πρωτοχρονιά έτρουγαμι πίτα και ίπιναμι κρασί. Στην πίττα έβαζαμι του φλουρί, κρανία για γιροσύνη, κότσαλο απ’ το σιτάρι για τα ζώα, ντουνταλιά για τα κουκούλια σαμιά για το σάμι, μισιά για τα κατσίκια. Μιτά την εκκλησία πάϊναμι σπίτι, κάθουμασταν στο σωφρά, έβαζαμι του ταψί μι την πίττα στη μέση και πριν την κόψουμι κομμάτια την ονοματίζαμι. Ένα κομμάτι πρώτα δίναμι στο Χριστό μετά στην Παναγία, μετά στο σπίτι και μετά το μοιράζαμε στον καθένα απ’ τον μεγαλύτερο στο μικρότερο. Τα Φώτα στις 6 του Γενάρι τρώγαμι την μπάμπου. Όταν έφτιαχναμι τα λουκάνικα απ’ το γουρούνι διάλιγαμι ένα χοντρό άντιρο και το κρεμούσαμι να ξεραθεί. Μετά το πλισκαμι, το ζυματούσαμι κι του γεμίζαμι μι κρέας κι μπλιούρι. Όποιος δεν είχι γουρούν, τουν πάϊναμι λίγδα κι τζιιρούδια να κάνει κι αυτός Χριστούγιννα κι να γιορτάσει. Στην εκκλησία πάλι, τα Φώτα, έβγαζαν τις εικόνες και τα κορίτσια πήγαιναν με τις κόκκινες τις διπανιές να τις χαιρετήσουν. Τον Αϊ Γιάννη, τουν έλιγαμι Βροχογιάννη. Αφού σχολούσι η εκκλησία, πήγιναμι στον τσισμέ (βρύση) του χωριού που δίπλα ήταν ένα πηγάδι πέντε- έξι μέτρα βαθύ. Ένας χωριανός δέχονταν να τον ρίξουν μέσα. Για να τον ρίξουμι έπριπι να τάξουμε στον Άγιο κρασί. Αρχιζάμι να τάζουμι, άλλος ένα κιλό κρασί, άλλος πέντι, άλλους δέκα. Μόλις έφταναμι στου ποσό που ήθιλι ο χωριανός μας έλιγι «Αμήν» κι τον έριχναν μέσα. Τον βουτούσαμι τρεις φορές. Για το βράδυ πήγαιναμι στο μπακαλιό κι έπιναμι το κρασί που είχαμε τάξει κι χόριυαμι.
Ματένια Κερασίδου
Γιορτές του Φεβρουαρίου
Το Φεβρουάριο γιόρταζαμι πολύ τον Αϊ Τρύφωνα. Παίρναμι αγιασμό απ΄ την εκκλησία κι πηγαίναμι στα αμπέλια για το «σκαθάρι». Όσο χιόνι κι να ήταν πάντα πήγιναμι στου χωράφι, να ρίξουμι αγιασμό. Πάϊναμι δύο. Ο ένας κρύβονταν στα κλήματα και ο άλλος έλεγε «Που είσαι Αϊ Τρύφωνα;» «Εδώ είμι κι δε φαίνομαι από την πάχνη κι τα σταφύλια» απαντούσι ο άλλος. Κι έτσι του γυρνούσαμι όλο το χωράφι μι τον αγιασμό.
Μαρία Αναστασούδη
Απόκριες
Τις απόκριες χόριυαμι όλη την ημέρα. Τραγουδούσαμι «Μια αποκριά μια τυραπόκρια, ούλα τα κορίτσια αλλάζναν, άλλαξι κι Βασιλκούδα, στου χορό παένι, Βασιλκούδα ν’ αραδίσει.» Από βραδύς έκαμναμι του σχώριο. Έπιρναμι ένα μπουκάλι κρασί κι πήγιναμι στη μάνα μας, στη γιαγία μας, στη νονά μας και σε όποιο σπίτι είχαμι μαλλώσι κι αντάλλαζαμι κρασί κι έλιγαμι «Σχωρμένα κι βλοϊμένα». Ύστιρα κρατούσαμι τρίμιρο νηστείας. Πριν τις απόκριες κάναμι τον «μπέη». Ένας άντρας ντύνονταν γυναίκα κι ένας άλλος μουτζουρόνονταν σαν αράπης. Τη γυναίκα τη βάζαμι μπαρμπούλα κι ένα σκόρδο κι την λέγαμι γκαϊντατζίκα. Κείνος που ήταν αρρωβωνιασμένος τον έπιαναν οι βοηθοί του «μπέη». Τον σήκωναν στα χέρια κι τον ρωτούσαν «Τσιζά ή Τουπουζά» Αν έλιγις τσιζά πλήρωνις κι σ’ άφηναν, αν έλιγες τουπουζά σέ διρναν με την τουπούζα. Αν είχις μικρό πιδί πάϊναν το πιρναν απ’ την κούνια κι του πάϊναν στην γκαϊντατζίκα. Ώσπου δεν πλήρωνι η μάνα δεν το δίνανι.. Μετά μαζεύονταν όλος ο κόσμος στην πλατεία. Έφιρναν ένα αλέτρι κι έζιβαν τέσσιρα άτομα κι έργουναν κι. Αράπης χτυπούσι μι την τοπούζα τα άτομα που ήταν ζιμένα. Έπιρνι σιτάρι, καλαμπόκι κι όλη την παραγωγή κι έκανι ότι έσπερνε λέγοντας «Καλά στάρια, καλά καρδίτσια, καλά καλαμπόκια». Ύστερα ο κατίς έπριπι να πάει σι μια γωνιά να κατουρήσει για να πιάσει ο «μπέης» και να βρέξει.
Ματένια Κερασίδου
Απόκριες
Μετά τις απόκριες βγάζαμι τις ντούμπλις κι τα φλουριά κι λυπούμασταν για το Χριστό μέχρι το Πάσχα. Ούτι χόριυαμι, ούτι γάμοι γίνονταν, ούτι βαπτίσια. Για το Πάσχα δεν φτιάχναμι τσουρέκια όπως τώρα αλλά μικρές μπουγάτσις, που τις λέγαμι Πασχαλούδις. Φτιάχναμι κι τρεις μιγάλις μπουγάτσις, τις Πασχαλιές, που θα τις πηγαίναμι μία στη νουνά, μία στη μάνα κι μια στα μνήματα. Τη Μεγάλη Εβδομάδα οι νέις δεν πάϊναν στην εκκλησιά. Μόνο οι μπάμπες άναφταν κανένα κιρούδι. Τα αυγά τα βαφταμι την Μεγάλη Πέμπτη που την λέγαμι « κόκκινη Πέμπτη» Αν τα βαφτις άλλη μέρα θα έβρισκις μέσα στο ψωμί κόκκινη μπογιά. Αφού απωλνούσι εκκλισια στις 4 τα ξημερώματα πηγαίναμι σπίτι τρώγαμι κι μετά η πεθερά κάθουνταν σπίτι και η νύφη της άρχζι το μοίρασμα των Πασχαλιών. Πρώτα άρχιζι απ’ την νούνα. Την πάϊνι μια μεγάλη Πασχαλιά, μια μικρή πασχαλούδα, μία κουλούρα κι πέντε αυγά. Η νουνα σε φίλευε και σου ‘ δινε μια κουλούρα μια Πασχαλούδα και τρία αυγά.
Μετά έκανις το ίδιο και στη μάνα σου, κι το βράδυ χόρευαμι όλο το χωριό στο μεσοχώρι. Την δεύτερη μέρα Πάσχα πηγαίναμι στην εκκλησία και μετά στα μνήματα. Είχαμι μαζί μας ένα σνί με την Πασχαλιά, αυγά, κουλούρα, πασχαλούδα, αυγόπιττα. Διάιρναμι όλους του δικούς μας τους πεθαμένους κι τους βάζαμι ένα κερί κι ένα αυγό κι θυμιατίζαμι. Μετά άπλωναμι μια μισάλα, σ’ ανοιχτό χώρο, κάθομασταν κι τρώγαμι κι τσουγκρίζαμι τα αυγά. Μετά ο παπάς πήγινι σι κάθε μνήμα κι διάβαζι τις ψυχές. Τον έδιναμι από μια δεκάρα από μια Πασχαλούδα κι ένα αυγό. Τα ψωμιά που μένανε και τα άλλα φαγητά τα συγκεντρώναμι εκεί στα μνήματα, τα διάβαζι ο παπάς και τα συναλλάζαμι.
Ματένια Κερασίδου
Γιορτές Άνοιξης, Καλοκαιριού, Φθινοπώρου
Την Πρωτομαγιά σηκωνόμασταν πρωί, πηγαίναμι στα χωράφια, πέρναμι καρόφλα κι ζάρκαλο (χορτάρια) κι ένα άλλο χορτάρι που κολλάει κι το βάζαμι στα μαλλιά για να μακρύνουν. Πηγαίναμι στα χωράφια μι το σιτάρι κι πλένομασταν μ’ αυτό για να μη μας πιάνει ο ήλιος κι τραγουδούσαμι.
«Πρωτομαγιά τα λούλουδα γιορτάζουν κι τα πουλιά τα ταίρια τους φωνάζουν τραγουδούν το Μάη κι μι λιγοστά, κλαδιά, τραγουδούν το Μάη μ’ εύθυμη λαλιά». Στις 2 του Μαϊού είχαμι τη γιορτή του χωριού και άλειφταμι το σπίτι. Απ’ το βράδυ έρχονταν οι καλεσμένοι απ’ τα άλλα χωριά και τους φιλοξενούσαμι. Το πρωί έρχονταν οι παναϊρτζίδις κι άρχιζι το γλέντι. Μετά ήταν τα αλώνια. Κόσμος ήταν στα χωράφια, δεν μπορούσι να γιορτάσει. Στις 6 Αυγούστου, τον Αϊ Σωτήρα έπιρναμι σταφύλια, καρπούζι κι μια λειψιά μπουγατσούδα κι πηγαίναμι στην εκκλησία, να μας τα ευλογήσει ο παπάς και τα μοιράζαμι για να έχουμι καλή σοδειά.
Ματένια Κερασίδου