Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΠΑΝΑΓΙΑΣ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

ΣΥΛΛΟΓΉ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

 ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΘΑΣΟΥ

 ΤΗΣ ΦΟΙΤΉΤΡΙΑΣ

ΜΑΝΔΕΝΙΩΤΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

 ΓΙΑ ΤΟ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2002-2003

1156

 

Β.ΕΝΔΥΜΑ,ΥΠΟΔΕΣΗ,ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ

«Τα ενδύματα των γυναικών ήταν τα φστάνια. Από μέσα φορούσαν το πουκάμισο και την τραχιλιά. Το πουκάμισο ήταν ένα μακρύ άσπρο ύφασμα από χαβέ σα φουστάνι με μακριά μανίκια και στις άκρες των μανικιών υπήρχε ταντέλα ενώ η τραχιλιά ήταν ένα άσπρο δαντελένιο ύφασμα που έμπαινε στο λαιμό για να φαίνεται από το άνοιγμα του φστανιού. Έπειτα έβαζαν το φστάν κι από πάνω το κοντογούνι. Στο κεφάλι φορούσα σκαλέτο ενώ στη μέση φορούσαν το ζνάρ,  την ποδιά και την ζώνη πάνω από την ποδιά που ονομάζονταν πόρπες. Όταν οι γυναίκες  ντυνόταν πρώτα έβαζαν από μέσα το πκάμισο και την τραχιλιά. Το πκάμισο ήταν το πρώτο φόρεμα από χαβέ άσπρο ύφασμα που έμπαινε μέσα από το φστάν. Το πκάμισο ήταν λίγο πιο μακρύ από το φστάν κι από κάτω ήταν κεντημένο κοφτό ώστε να φαίνεται κάτω από το φστάν. Τα μανίκια του κατέληγαν φαρδιά και αυτά πιο μακριά από το κοντογούνι και αυτά επίσης κεντημένα.  Έπειτα έβαζα την τραχιλιά. Η τραχιλιά ήταν κι αυτή και  κεντημένη κοφτό και έμπαινε μπροστά στο στήθος για να φαίνεται όμορφα μέσα από το φουστάν. Έπειτα φορούσαν το φσταν. Το φσταν ήταν ραμμένο και κεντημένο με χρώματα άλλοτε ήταν κίτρινο, πράσινο, σιέλ, χρυσό, μων και πολλά άλλα. Το μαύρο, το σιέλ και το χρυσό το φορούσαν οι νιόπαντρες ενώ το κόκκινο και το πράσινο το φορούσαν οι ηλικιωμένες. Επίσης μαύρο φορούσαν και οι χήρες. Αφού λοιπόν έβαζαν το φστάν έπαιρναν το ζωνάρ δηλαδή μία λουρίδα από ύφασμα και δίπλωναν από τα πλάγια το φστάν για να σχηματίσουν σχέδιο και το έδεναν. Έπειτα πάνω από το ζωνάρι τοποθετούσαν την ποδιά.  Η ποδιά ήταν σαν ένα σεμέν  κεντημένο με πολύ λεπτό μαλλί σε διάφορα σχέδια και χρώματα και γύρω-γύρω στο τελείωμα της υπήρχε  ραμμένο ένα φρου-φρου στο χρώμα που τους ταίριαζε, πάνω από την ποδιά έβαζα τις πόρπες. Οι πόρπες ήταν μία ζώνη από μέταλλο την οποία φορούσαν οι γυναίκες για ομορφιά. Μετά από όλα αυτά τελευταίο έμπαινε το κοντογούνι. Το κοντογούν ήταν συνήθως μαύρο ή βυσσινί, ένα κοντό ζακετάκι από τσόχα. Ήταν χρυσοκέντητο δηλαδή κεντημένο με χρυσή κλωστή πίσω στην πλάτη γύρω γύρω στις άκρες του λαιμού μέχρι κάτω στο τελείωμα των μανικιών που κατέληγαν φαρδιά και τετραγωνισμένα. Τα παπούτσια των γυναικών ήταν πασουμάκια για μέσα στο σπίτι ( παντόφλες με λεπτό τακουνάκι) και τα γοβάκια για έξω (μαύρα παπούτσια με λίγο τακούνι). Οι γυναίκες μάζευαν πάντα τα μαλλιά τους επάνω και τα έπιαναν κότσο σε διάφορα σχέδια. Το κεφάλι το κάλυπταν με το σπαλέτο. Οι γυναίκες ακόμα ήταν πάντα όμορφες και περιποιημένες και τις άρεσε πάντα ο καλλωπισμός ώστε η μία προσπαθούσε να είναι ομορφότερη από τις άλλες. Τα χρυσαφικά των γυναικών ήταν οι λίρες και η πεντολίρα κάπως και οι ντούμπλες που ήταν βραχιόλια στρογγυλά που όταν χόρευαν βροντούσαν. Οι άνδρες φορούσαν την βράκα, άσπρο πουκάμισο και κοντογούν. Στο κεφάλι φορούσαν το δίκωχο και στα πόδια άσπρες κάλτσες. Στη μέση φορούσαν το ζναρ ένα ύφασμα υφαντό ριγέ με πολλά χρώματα και κρόσσια στις άκρες. Τα υποδήματα των ανδρών ήταν τα πέδιλα ( σανδάλια) με λουριά το καλοκαίρι που τα έφτιαχναν οι ίδιοι και τα χρησιμοποιούσαν στη δουλειά και τα σοσόνια το χειμώνα. Για καλά φορούσαν μαύρα σκαρπίνια. Επίσης τα εσώρουχα των ανδρών για την δουλειά ήταν πλεκτά από μαλλί ( φανέλες), μπλούζες (τσουράπια) κάλτσες. Οι άνδρες είχαν πάντα κοντά μαλλιά και οι περισσότεροι μουστάκι»

Πρόβα Θεοδώρα

 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Αρ. χειρογράφου
1156
Έτος καταγραφής
2002-03
Επώνυμο
Μανδενιώτη
Όνομα
Αικατερίνη
Εικόνες