Τοπικές ενδυμασίες από ΕΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΚΑΒΑΛΑΣ
Αρχείο 2569
Λυμπέρη Γεωργία
ΕΡΓΑΣΙΑ Α΄. ΕΞΑΜΗΝΟΥ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ
Ελαιοχώρι Καβάλας
Α.Μ. 3547
Μαθημα : Λαογραφία
Καθηγητης: Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
Τμήμα : Ιστορίας και Εθνολογίας
Ο σύλλογος Ποντίων Ελαιοχωρίου παρέχει και στα άτομα που είναι εγγεγραμένα στον σύλλογο τις κατάλληλες ενδυματολογικές φορεσιές.
Η ανδρική παραδοσιακή στολή πήρε το όνομά της από το παντελόνι με τα στενά σκέλια και την φαρδιά σούρα, το οποίο ονομάζεται Ζίπκα. Γι΄αυτό με τον όρο Ζίπκα εννούμε ολόκληρη την ανδρική ποντιακή ενδυμασία που περιλαμβάνει γιλέκο, σακάκι, ζωνάρι, κουκούλα, τσαπούλας και μέστια. Το ύφασμα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή της ανδρικής ενδυμασίας είναι η τσόχα ή βαμβακερό ύφασμα ή λινό, ή κασμίρ ενώ τα πιο συνηθισμένα χρώματα ήταν το μαύρο το καφέ και το μπλέ.
Ζίπκα.
Είναι ένα είδος παντελονιού που ξεκινούσε από την μέση και κατέληγε στους αστραγάλους. Μπροστά δεν είχε άνοιγμα και δένοταν στην μέση με βρακοζώνα. Η ζίπκα ήταν αρκετά πλατιά και σχημάτιζε εμπρός και πίσω πολλές πτυχές και πιέτες, σταδιακά στένευε μέχρι τα γόνατα, ενώ από κει και κάτω στένευε τόσο όσο να περνούν μόνο τα πόδια. Εσωτερικά είναι επενδυμένη με κάποτο σε σκούρο χρώμα.
Καμίσ.
Ανδρική πουκαμισιά φτιαγμένη από άσπρο λινό πανί. Ο γιακάς ήταν στενός (παπουδίστικος) και τα μανίκια φαρδιά και καταλήγουν στους καρπούς δίχως κουμπιά στις άκρες. Ήταν βασικό ρούχο στην ποντιακή ενδυμασία.
Γελέκ΄.
Γιλέκο από βαμβακερό πικέ ύφασμα ή τσόχα και φοδραρισμένο με άσπρο πανί. Το μήκος ξεκινούσε από τους ώμους ως την μέση. Είχε δυο τσέπες, μια δεξιά και μία αριστερά κάτω από το στήθος . Τα κουμπιά ήταν βαμβακερά ή μεταλλικά.
Πασλίκ ή Πασλούκ ή Πασλούχ
Είναι το ανδρικό κάλυμμα του κεφαλιού, κατασκευασμένο από το ίδιο ύφασμα και χρώμα με την ζίπκα. . Εχει σχήμα κώνου, με μεγάλο πλάτος στην βάση του και δύο μακριές λωρίδες φοδραρισμένες όπου δένονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού ή στην αριστερή πλευρα. Το μήκος είναι 2 μέτρα με τις λωρίδες δεξιά και αριστερά και το φάρδος είναι 0,30 εκ. Η κορυφή σχηματίζει μύτη και είναι ραμμένο ένα κορδόνι με φούντα.
Το σώβρακο.
Κατασκευάζεται με το ίδιο ύφασμα με το καμίσ. Ξεκινούσε από την μέση και κατέληγε στον αστράγαλο. Ήταν φαρδύ μέχρι τα γόνατα και μετά στένευε. Στο σώμα δενόταν με το βρακοζών (υφασμάτινη μακριά λωρίδα) και στα πόδια με λίγες κορδέλες τα μπατζανοδέματα. Τα γαμπριάτικα εσώρουχα ήταν φτιαγμένα από άσπρο και εκρού λινό.
Ανδρίκη ζιπούνα ή Αμπάς ή Αντερίν.
Ανδρικό σακάκι που αποτελούσε με το γιλέκο και τη ζίπκα την ανδρική φορεσιά. Το ύφασμα που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της ζιπούνας ήταν από τσόχα ή βαμβακερό ύφασμα ή κασμίρι σε διάφορα χρώματα. Η ζιπούνα άρχιζε από τον λαιμό και έφτανε ως την μέση, ενώ τα μανίκια ήταν μακρια και στις άκρες ήταν σχιστά. Το ένα είδος ήταν η σταυρωτή ζιπούνα . Ο γιακάς ήταν στενός και είχε διπλό στήθος που αλλωτε κούμπωνε δεξιά και άλλωτε αριστερά, ενώ τα κουμπιά ήταν βαμβακερά. Η ζιπούνα αυτή φοριόταν πανω από το πουκάμισο. Το δεύτερο είδος της ζιπούνας διέφερε από το πρώτο, γιατί είχε το στήθος ανοιχτό από το λαιμό μέχρι κάτω, αλλά το άνοιγμα αυτό σταδιακά στένευε, λίγο πάνω από τον αφαλό και κούμπωναν οι δύο πλευρές με βαμβακερά κουμπιά. Αυτό το είδος ζιπούνας φοριόταν πάνω από το γιλέκο. Η ζιπούνα είχε τσέπη στο εξωτερικό της δεξιάς τσεπης. Την ανδρική ζιπούνα την συναντάμε σε διαφορετικά σχέδια σε όλον τον Πόντο
Τσοχάν ή Γιαμαρλούκ
Έτσι ονομάζεται το μαύρο ανδρικό πανωφόρι. Το ύφασμα που χρησιμοποιούν για το ράψιμο είναι μάλλινο. Το συναντάμε σε τρία μάκρη. Στην μια περίπτωση ξεκινάει από τους ώμους και καταλήγει στην μέση και κουμπώνει μπροστά. Στη δεύτερη περίπτωση ξεκινάει από τους ώμους και καταλήγει στους γοφούς και στην τρίτη περίπτωση ξεκινάει από τους ώμους και καταλήγει στο μπούτι . Έχει δυο τσέπες μια δεξιά και μια αριστερά και κουμπώνει μπροστά.
Τροπολόζ.
Μεταξωτό ζωνάρι με κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις. Το μήκος του τροπολόζ φτάνει τα έξι μέτρα και το φάρδος του 0,40 εκ .Στις άκρες του ζωναριού έραβαν φούντες με κρόσια από το ίδιο ύφασμα και δένεται πάνω από την ζίπκα. Τα χρώματα είναι έντονα, ζωηρά όπως το βυσσινί, το μπεζ το μπλε το πράσινο και το κίτρινο.
Κάμα.
Είδος σπαθιού, γυριστό λίγο στην μέση με ανάλογο θηκάρι. Η λαβή του είχε δυο αυτιά κοκάλινα. Με την κάμα σε ορισμένες περιοχές του Πόντου έκαναν διάφορες φιγούρες στον χορό “Σέρρα”. Στην περιοχή της Σάντας την κάμα την έλεγαν γάμα.
Φυλαχτόν ή Τάμα
Τριγωνικό κόσμημα διπλής όψεως από μαλακό επάργυρο ή ασήμι. Η μια πλευρά ήταν χαραγμένη με διάφορα ψυχεδελικά σχέδια . Επάνω είχε συρταράκι που ανοιγόκλεινε και μέσα είχε τίμιο ξύλο. Στις δυο άκρες ήταν δεμένο με αλυσίδα 0,40 εκ. και το φορούσαν οι άνδρες στο στήθος.
Ωρα ή Σαατ ή Κιοτσεκ
Κιοτσεκ είναι η χρυσή, επιχρυση, αργυρή αλυσίδα που κρέμεται το ρολόι και εχει μήκος 2 μέτρα. Την αλυσίδα την συγκρατεί ο “άλεπος” , τριγωνικό αξεσουάρ που ρυθμίζει το ύψος της. Την ώρα με το κιοτσεκ οι άνδρες την βαζαν στην δεξια τσεπη του γιλεκου τους , ενώ οι γυναίκες το τοποθετούν επάνω στο λαχόρ τους .
Κεντήλ
Αξεσουάρ το οποίο φορούν οι άνδρες στο δεξί μπράτσο πάνω από την ανδρική ζιπούνα (σακακι) . Το κεντήλ είναι υφασμάτινο κεντημένο με χρυσό κορδόνι ή πλεγμένο με χρυσό σύρμα.
Τσάπουλας
Ανδρικά υποδήματα με σκληρό δέρμα και με τις μύτες των παπουτσιών μυτερές και λίγο γυριστά προς τα πάνω. Το δέρμα από τις σόλες είναι πολύ σκληρό και έχει πάχος μισό εκατοστό, ενώ το τακούνι 1,5 εκ. Το χρώμα είναι μαύρο ή καφέ σκούρο. Τα φορούνε κυρίως οι νέοι και περισσότερο οι χορευτές επειδή είναι ελαφριά.
Γεμένια
Ανδρικά παπούτσια κατασκευασμένα από δέρμα κατσικιού. Είναι χαμηλά, χωρίς τακούνι και χρειάζονται καλό τεχνίτη για να τα φτιάξει. Τον τεχνίτη αυτόν τον λένε “γεμεντζή”. Είναι μαλακά παπούτσια και φτάνουν μέχρι τον αστράγαλο. Τα φορούν με την ζίπκα σε συνδυασμό με τα “μέστια” (περικνημίδες) και το χρώμα τους είναι μαύρο.
Μέστια
Είναι κατασκευασμένες από πολύ μαλακό δέρμα και καλύπτουν τις γάμπες. Το ύψος τους ξεκινάει από τον αστράγαλο και καταλήγει στο γόνατο. Τα μέστια τα φορούν σε συνδυασμό με τα τσάμπουλας ή τα γεμένια.
Ρωσικές μπότες ή Πότας
Οι πόντιοι αποκαλούν τα “πότας” μετά την έλευση του ρωσικού στρατού στην Τραπεζούντα (Πόντος) το 1914-1918 . Οι Έλληνες της περιοχής τα φόρεσαν και αντικατέστησαν τα τσάπουλας σε μεγάλο βαθμό. Είναι μονοκόμματα υποδήματα κατασκευασμένα από μαλακό δέρμα. Μπροστά σχηματίζουν μυτερό ημικύκλιο, οι σόλες είναι από σκληρό δέρμα μισό εκατοστό, ενώ τα τακούνια ένα εκατοστό. Το ύψος της μπότας εχει φερμουάρ και τα χρώματα είναι συνήθως μαύρο, γκρι, και καφέ σκούρο.
Τσαρούχ (τσαρούχια)
Είναι κατασκευασμένα από δέρμα γουρουνιού και δεν έχουν σόλα. Τα φορούν πάνω από πλεχτές κάλτσες. Δεξιά και αριστερά στο ύψος της φτέρνας έχει τρύπες, περνούνε ένα δερμάτινο κορδόνι και τα δένουν σταυρωτά στη μέση της γάμπας. Τα τσαρούχια τα φορούσαν στην καθημερινότητα τους και άνδρες και γυναίκες.
Η ορολογία που καθιερώνει όλη την γυναικεία ποντιακή φορεσιά είναι το χαρακτηριστικό της ένδυμα η “Ζιπούνα ή Ζουπούνα
Ζιπούνα ή Ζουπούνα
Η Ζιπούνα είναι το μακρύ ευρύχωρο ριχτό φόρεμα με φαρδιά μανίκια, που αρχίζει από τους ώμους και κατεβαίνει ως τους αστραγάλους. Μπροστά κλείνει με κουμπιά από πάνω μέχρι την μέση. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούν είναι : Μεταξωτό μπροκάρ, του οποίου η ύφανση είχε ένα λουλούδι σε διάφορα χρώματα.
Μεταξωτό ταφτά (μονόχρωμο ύφασμα)
Ταφτά σανσάν (ύφασμα που κάνει σε διάφορα χρώματα
Σουά σοβάζ (άγριο μεταξυ “κρουστό”)
Ριγωτό ύφασμα σε διάφορα χρώματα βαμβακομέταξα
Ριγωτό υφαντό (βαμβάκι-μαλλί)
Το εσωτερικό της ζιπούνας είναι φοδραρισμένο με κάποτο (άσπρο βαμβακερό ύφασμα). Τα τελειώματα (γιακάς, μανίκια) και περιμετρικά του φορέματος είναι κεντημένα με χρυσή ή ασημένια ή υφαντή κλωστή.
Σαλβάρ ή Σαρβάλ
Φαρδιά βράκα που ξεκινούσε από την μέση και έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Στο κάτω μέρος δένετε με κορδόνια τα μπατζαγοδέματα. Κατασκευάζετε από ύφασμα μάλλινο ή βαμβακερό ή μεταξωτό, το εσωτερικό είναι φοδραρισμένο με λευκό ή σκούρο κάποτο. Στηρίζετε με το βρακοζώνι και σχηματίζει πτυχές δίνοτας ένα καλοφτιαγμένο στήσιμο στην ζιπούνα.
Καμίς και Σπαρελ ή Σπαλερ
Το καμίς είναι πουκάμισο που συνοδεύει την επίσημη ενδυμασία, το χρώμα είναι λευκό η εκρού και το ύφασμα μετάξι, ραμμένο με δαντέλα, στα τελειώματα του ρούχου ( μανίκι και γιακά ).
Τάπλα ή Τεπελικ
Καπελάκι που φοριέται στο γυναικείο κεφάλι. Πήρε την ονομασία από την λέξη “τέπε” που σημαίνει κορυφή. Το κατασκευάζουν εσωτερικά από σκληρό χαρτί ή βελούδο. Ημικυκλικά περνούν χοντρό χαρτί ενός εκατοστού και πάνω σε αυτό ράβουν μια η δυο σειρές φλουριά Κωσταντινάτα. Το πάνω μέρος το καλύπτουν με μέταλο σφυρήλατο σε διάφορα σχέδια ή το κεντούν. Στο πλάι υπάρχουν δυο κορδέλες για να το δένουν στο κεφάλι.
Το Σαλ
Μάλλινο τετράγωνο ύφασμα μονόχρωμο που σκεπάζει το κεφάλι, την πλάτη, τους ώμους και το στήθος. Το χρησιμοποιούν οι μεσήλικες και οι γριές όταν πηγαίνουν εκκλησία, ή όταν πηγαίνουν για ψώνια, ή όταν πηγαίνουν επισκέψεις στην διάρκεια του χειμώνα.
Λαχόρ
Τετράγωνο υφαντό ζωνάρι από αργαλειό, που το διπλώνουν οι γυναίκες τριγωνικά δένοντας το στην μέση πάνω από την ζιπούνα. Τα χρώματα είναι έντονα ζωηρά βαμμένα με φυτικές βαφές της παπαρούνας και του κάστανου. Το λαχορ έχει μήκος 1,10 μ. και φάρδος 1μ. Για να στερεωθεί το λαχόρ στη μέση το δένουν με μια στενή κεντημένη λουρίδα η οποία έχει στις άκρες φούντες, που τις λένε τσαγούνα και κάθετα στις δυο άκρες υπάρχουν κρόσσια. Το όνομα λένε ότι το πήρε από την πόλη Λαχόρι του Πακιστάν, απ' όπου τέτοια υφάσματα έφταναν στον Πόντο με καράβια.
Κατιφέ
Είναι βελούδινο ζακέτο, το μάκρος του ξεκινάει από τον ώμο και καταλήγει στην μέση. Είναι κεντημένο στο λαιμό στην μέση στο στήθος και τα μανίκια με χρυσό σιρίτι. Το φάρδος του κεντήματος είναι 5 εκ. Το κατιφέ το σχεδιάζουν και το κεντούν ειδικοί ράφτες. Αυτό το κέντημα υπάρχει και στην νυφική ενδυμασία αλλά και στην ενδυμασία νεαρών κοριτσιών. Άλλο γυναικείο πανωφόρι είναι κοντογούνι, βελούδινο ύφασμα όπου γύρω από τον λαιμό στόλιζαν το κοντογούνι με γούνα αλεπούς.
Κόσμημα
Γκιορτνάν ή γιορντάνι. Χρυσά φλουριά Κωσταντινάτα με τρεις ή τέσσερεις σειρές. Τα φλουριά ήταν περασμένα σε αλυσίδες ή ήταν κεντημένα σε ύφασμα και τα φορούσαν ημικυκλικά στον λαιμό ή τριγωνικά στο στήθος.
Τα πεντόλιρα. Η αξία τους είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από την αξία της Τουρκικής λύρας. Τα χάριζαν οι πεθερές στις νύφες την μέρα του γάμου. Τα φορούσαν στο λαιμό με διπλή αλυσίδα.
Σαμσάδες ή Σεπσέδες. Έτσι ονομάζουν τα Κωσταντινάτα φλουριά το οποία κρεμούν σε αλυσίδες.
Περιλαίμια. Τα κατασκεύαζαν από ασήμι σε διάφορα σχέδια. Για τον λαιμό είχαν ασημένιο περιδέραιο με σχέδιο τον Άγιο Γεώργιο. Στα τελειώματα είχαν ασημένια αλυσίδα με φυλλαράκια. Στην περιοχή της Τραπεζούντας τα ονόμαζαν παγασκέτσι.
Ωρα ή Σαάτ
Ρολόι με μακριά ασημένια αλυσίδα.
Κουντούρας
Είναι παπούτσι με τακούνι. Κατασκευάζεται από Ευρωπαϊκό δέρμα, το επάνω μέρος του είναι από μαύρο δέρμα και σκεπάζει όλο το πάνω μέρος του ποδιού. Είναι χαμηλά και το ύψος του παπουτσιού φτάνει μέχρι τον αστράγαλο η και λίγο πιο ψηλά και λέγετε καλοσλια.
Ναλία.
Είναι τσόκαρα από ξύλο βερνικομένο με διάφορα σχέδια στο εσωτερικό και ένα δερμάτινο λουρί επάνω.
Αυτές λοιπόν είναι οι ποντιακές στολές που φορούσανε στον Πόντο και που εξακολουθούν να φοράνε οι κάτοικοι του Ελαιοχωρίου που είναι γραμμένοι στο Ποντιακό Σύλλογο Ελαιοχωρίου.