Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Συλλογή Λαογραφικού Υλικού

Από το Σουφλί Έβρου

Της φοιτήτριας Δημάκη Μαρίας

Τμήμα Ιστορίας – Εθνολογίας

Α’ εξάμηνο

Χρόνος συλλογής 2001 – 2002

Καθηγητής Μ. Γ. Βαρβούνης

 

Τι φορούσαν οι παλιές Σουφλιώτισσες

Στο κεφάλι – 1) Διστιμέλλ’(ι) ήταν μαντήλα μικρή εμπριμέ και γύρω-γύρω με κρόσια. 2) Μαγλίκα ήταν μανδήλα μεγάλη μονόχρωμη ή εμπριμέ και την έδεναν γύρω από τη βάση των μαλλιών και του μετώπου διπλωμένη πολλές φορές σαν κουλούρα. Πάνω στη μαγλίκα τοποθετούσαν «πηγούνια» φτερά παγωνιού. Πάνω στη μαγλίκα, αριστερά και δεξιά σήκωναν και στερέωναν το διστιμελλ’(ι). Κάτω από το διστιμελλ’(ι) και τη μαγλίκα ήταν η «κοσσα» ή σε μόδα «φαρδιά» δηλ. πλεγμένη από ειδική κομμώτρια ή σε μόδα «τούρκικα» δηλ. με 5 κλώνια.

 

Στο σώμα – 1) Πκάμσου (πουκάμισο): ήταν κοντό, μεταξωτό, με ρίγες ίδιου χρώματος. Στον γιακά και στον ποδόγυρο είχες δαντέλα αγοραστή. 2) μισουφόρι: ήταν ανάλογο με την εποχή βαμβακερό ή μάλλινο υφαντό και έχοντας χρώμα άσπρο ή χρωματιστό και το πκάμσου σε τέτοιο μάκρος ώστε να φαίνεται από το «καφτάνι». 3) Φουστάνι: ήταν ατλαζωτό ύφασμα, σε χρώμα κατ’ αρεσκείαν (κόκκινο, κίτρινο, μπλε, καφέ κ.τ.λ.), με χαρμπαλά, δηλ. βολάν στο ίδιο χρώμα. Φοριόταν σαν φούστα, στηριγμένο γύρω από τη μέση, με πλατύ κορδόνι, με σούρες «πάστες» στα πλάγια. Το μήκος ήταν ανάλογο με το μεσοφόρι. 4) καφτάνι: ήταν θερινό φόρεμα ατλαζωτό ή βελούδινο σε διάφορα χρώματα. Ήταν εφαρμοστό και στους γοφούς με «φτια» δηλ. με προεξοχές. Το μήκος ήταν 0,25 πάνω από το μήκος του υποκάμισου. Το καφτάνι ήταν ανοιχτό μπροστά σαν ρόμπα και οι άκρες διπλώνονταν και στεριώνονταν με ζώνη, με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται το φουστάνι. 5) μπιντένα: ήταν μάλλινο χειμερινό φόρεμα γιορτινό και καθημερινό σε χρώμα καφέ, μπλε «γιρανιού» και μαύρο σε σχέδιο καφτανιού. 6) Κοντογούν’(ι): ήταν, όπως φανερώνει η λέξη, κοντή γούνα σε ύφασμα μάλλινο ή βελούδινο, βαρύ και χονδρό «καρακιούλ» που έφθανε ως τη μέση φορόταν μόνο το χειμώνα σαν ένα είδος παλτού. 7) Πάνω σ’ όλα τα παραπάνω φοριόταν η ποδιά: ήταν μάλλινο υφαντό, ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ύφασμα που στο κάτω μέρος είχε κρόσια. Πάνω της ήταν κεντημένα διάφορα σχέδια, «θυμιατοί», «τσαρκούδια», «καρπζιές» κτλ όλα βυζαντινής εποχής. 8)Ζούνα ήταν ζώνη βυζαντινής εποχής, μετάλλινη με πλακίδια ενωμένα με αρθρώσεις από αργυρό, χαλκό, απλό, ή επίχρυσο ανάλογα με την ευπορία της γυναίκας και μπροστά ενώνονταν με δύο οδοντωτά σε μεγάλο μέγεθος πτερύγια, με δικέφαλο συνήθως αετό. Στα μετέπειτα χρόνια η μόδα της ζούνας άλλαξε και φορούσαν «ζούνα» λαστιχένια με την ονομασία «τόκα» γιατί είχε μικρή πόρπη. 9) Ντούμπλις ήταν χρυσά νομίσματα (φλωριά, λίρες) ραμμένα στερεά σε πανί. Από τη ποσότητα φαινόταν η ευπορία της γυναίκας.

 

Στα πόδια – 1) Τσοράπια (κάλτσες), πλεκτά στο χέρι, μάλλινα ή βαμβακερά ανάλογα με την εποχή, σε χρώμα και σχέδια κατά αρεσκεία 2) Καλεύρα: υποδήματα σε σχέδιο γόβος, ελαφριά. 3)Κουντούρια: υποδήματα σε σχέδιο γόβας, αλλά από χονδρό δέρμα με καρφιά από κάτω.


 

Τι φορούσαν οι παλιοί Σουφλιώτες

 

Στο κεφάλι – 1) Φισούδ’(ι), (φέσι), κόκκινο με μαύρη φούντα και γύρω «σαρίκα» γιράνα (μπλε), υφασμένη σπίτι.

 

Στο σώμα – 1) Πκαμσου (πουκάμισο): ήταν βαμβακερό υφαντό στο σπίτι. 2) Τσιμιντάν’(ι), ήταν απλό, μάλλινο μαύρο και υφασμένο στο σπίτι, χωρίς φόδρα και μανίκια. 3) Μιντάν’(ι): Ίδιο με το παραπάνω αλλά φοδραρισμένο εσωτερικά και με γούνα από αρνίσιο δέρμα μαζί με το μαλλί και είχε μανίκια. 4) Γούνα. Φοριόταν το χειμώνα αντί παλτού. Ραβόταν από δέρμα προβάτου, επεξεργασμένο εξωτερικά και με ραμμένα χρωματιστά κορδόνια σε διάφορα χρώματα. 5) Γιαμουρλούκα: είδος μάλλινου παλτού, μακρύ ως κάτω και με μεγάλο γιακά. 

 

Στα άκρα – 1) Γιράνιου βρακί: ήταν βράκα φαρδιά βαμβακερή, σε χρώμα μπλε υφαντό στο σπίτι. Το καλοκαίρι φοριόταν μόνο αυτό και για τους απόρους, από την ανάποδη τις καθημερινές και από την καλή τις γιορτές. Ήταν μονοκόματο χωρίς σχίσιμο από πουθενά και δενόταν στη μέση με «βρακοζούνα» δηλαδή με προεκτεινόμενες λωρίδες υφάσματος. Γενικώς το χειμώνα είχε θέση εσωρουχου. 2) Σιαλ(ι)βάρ(ι). Ήταν από «σογιάκι» δηλ. κυλινδρισμένο μάλλινο ύφασμα, σε σχέδιο βράκας, χωρίς ρεβέρ, κάπως στενό. Το χειμώνα φοριόταν πάνω στο «γρανιου βρακί». Ήταν πολύ ευρύχωρο. 3) Πουτούρι. Επίσης από «σογιάκι» σε μαύρο χρώμα όπως το «σιαλβάρ(ι)», αλλά κάτω από το γόνα, εφαρμοστό στο πόδι, και σχιστό. 4) Ινάρ’(ι): ήταν λωρίδα υφάσματος, μάλλινο, σε χρώμα μαύρο, κόκκινο, λευκό ανάλογα με την εποχή και την ηλικία. Φοριόταν πάνω από το σιαλβάρ’(ι) ή το πουτούρι. 5) Τσιράπια (κάλτσες): ήταν χειρίσια ή μαλλίσια δηλ. βαμβακερά ή μάλλινα πλεκτά στο χέρι, πολύ χονδρά. 6)Κουντούρια (υποδήματα). Λεγόταν ότι σε κάθε σπίτι όσα αγόρια και αν υπήρχαν είχαν 1-2 ζευγάρια σε μεγάλο μέγεθος, ώστε να κάνουν σε όλους. Όταν έπρεπε να πάνε στην εκκλησία ή σε επίσκεψη, πήγαιναν με τη σειρά. Καθημερινά φορούσαν τσαρούχια, ατομικής κυρίως κατασκευής. Κατά το καλοκαίρι προχωρούσαν όλοι ξυπόλυτοι. 

 

Πυρπιρή Αναστασία

Φιλόλογος

 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Αρ. χειρογράφου
1072
Έτος καταγραφής
2001-02
Επώνυμο
Δημάκη
Όνομα
Μαρία