Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΡΑΜΑΣ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ
Η γλυκιά σούπα «Βαρβάρα»
Η παρασκευή του γλυκού καθιερώθηκε από τη κόρη του Διόσκουρου την Αγία Βαρβάρα. Ο Διόσκουρος ήταν ειδωλολάτρης και ήθελε να εξοντώσει τους χριστιανούς. Έδωσε εντολή να ρίξουν οι στρατιώτες δηλητήριο στα ψωμιά όλων των χριστιανικών σπιτιών. Η Αγία Βαρβάρα, έμαθε το σχέδιο του πατέρα της και παρότρυνε τους χριστιανούς να μην αγοράσουν ψωμί και τρόφιμα, αλλά να τρώνε μόνο ό,τι έχουν στα σπίτια τους ώστε να μη δηλητηριαστούν. Επειδή τα τρόφιμα που είχαν ήταν λίγα και δεν μπορούσαν να μαγειρευτούν σωστά, έριξαν λίγο από το κάθε υλικό που είχαν στην κατσαρόλα. Χάρη σε αυτή τη συμπεριφορά της Βαρβάρας οι χριστιανοί σώθηκαν και εις μνήμην της καθιερώθηκε να μαγειρεύεται αυτό το τρόφιμο που είναι και γλυκό και φαγητό μαζί, την ημέρα της εορτής της.
[φωτογραφία]
Αράπηδες
Το Μοναστηράκι είναι ένα χωριό 5 χιλιόμετρα βόρεια από τη πόλη της Δράμας. Το παλαιότερο όνομα του χωριού ήταν Δράνοβο ή Τράνοβο και προέρχεται από το αρχαίο Θρακικό φύλο των Τρανίμων που χρονολογείται κατά το 5ο αιώνα π.Χ. Είναι συνδεδεμένο από τα βάθη των αιώνων με τη Διονυσιακή λατρεία και έτσι κάθε χρόνο ανήμερα των Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου, τελούν ένα πανάρχαιο έθιμο, ένα δρώμενο που ονομάζουν «Αράπηδες». Το συγκεκριμένο έθιμο υπάρχει και σε άλλα χωριά του Νομού, στον Ξηροπόταμο, στη Νικησιανή και στο Βώλακα. Ο θίασος ξεκινάει με τους μεταμφιεσμένους που ονομάζεται «τσέτα». Απαρτίζεται από τους «Αράπηδες», τις «Γκιλίγκες», τους «παππούδες» και τους «τσολιάδες». Στη μεταμφίεση των πρωταγωνιστών, κυριαρχεί το μαύρο χρώμα, μαύρες φλοκωτές κάπες και εντυπωσιακές υψικόρυφες προσωπίδες, κεφαλοστολές από γιδοπροβιές.
Οι «Αράπηδες», όπως και όλες οι άλλες προσωπικότητες του εθίμου, απαρτίζεται από άντρες. Τα παπούτσια που ονομάζονται «τσερβούλια», είναι φτιαγμένα από χοιρινό δέρμα, τα οποία συνδέονται με δερμάτινα σχοινιά με τα καλτσούνια που έχουν στα γόνατα. Στο κάτω μέρος φορούν ένα μάλλινο παντελόνι που ονομάζεται «μπινιβρέκι» και στο πάνω μέρος του σώματος μια τσομπάνικη κάπα. Το πρόσωπο είναι καλυμμένο με το τομάρι μιας γίδας. Μερικές ενδυμασίες έχουν και ένα λευκό μαντήλι που έχει πάνω του φλουριά και λουλούδια. Στη μέση τους ζώνονται τρία με
τέσσερα κουδούνια που λέγονται «τσάνια», διαφόρων μεγεθών και στα χέρια τους κρατούν από ένα μακρύ σπαθί, καθώς και ένα σακουλάκι με στάχτη του Δωδεκαημέρου, χτυπώντας με αυτό όσους συναντούν «για το καλό» και για ναξορκίσουν το κακό. Οι «Γκιλίγκες» είναι άνδρες μεταμφιεσμένη σαν νύφες και ντύνονται με γυναικείες παραδοσιακές φορεσιές. Η αμφίεση αποτελείται από υφαντή ποδιά, η ζώνη είναι κεντημένη με πολύτιμες χάνδρες και το μαντήλι συμπληρώνει την μεταμφίεση του νέου σε νύφη. Οι «παππούδες» είναι ντυμένη με μία παλιά φορεσιά και τέλος οι «τσολιάδες» ή αλλιώς εύζωνοι, είναι ντυμένοι με εθνική στολή που στα χρόνια της τουρκοκρατίας τόνιζαν την ελληνικότητα των τελεστών. Οι «τσολιάδες» είναι κυρίως λεβεντόκορμοι άντρες και καλοί χορευτές. αμφίεσή τους είναι «τσέβρες» που είναι άσπρες μαντήλες κεντημένες γύρω – γύρω με πολύχρωμες πούλιες και χάντρες και βέβαια με μαύρες μαντήλες. Οι «τσέβρες» τοποθετούνται στους ώμους για να φαίνονται καλύτερα οι λεπτομέρειες. Φημολογείται πως παλιότερα όποιος φορούσε τις περισσότερες «τσέβρες» τον αποκαλούσαν περίφημο. Η μαύρη μαντήλα δένεται περίτεχνα και σφιχτά. Τα κρόσια ή αλλιώς «πισκούγια» πέφτουν στο πρόσωπο, ώστε να το καλύπτουν.
[φωτογραφία]
Η ομάδα των μεταμφιεσμένων (τσέτα), γυρίζουν με ορισμένο εθιμικό τοπικό τα σπίτια του χωριού με λύρες και νταϊρέδες και εύχονται χρόνια πολλά στους συγχωριανούς που τους ανταποδίδουν τις ευχές με φιλοδωρήματα και πλούσια κεράσματα. Όταν βρεθούν δύο παρέες σε ένα κοινό χώρο κάνουν ένα ψευτοπόλεμο οι δύο αρχηγοί. Οι ηττημένοι υποτάσσονται στο νικητή, ωστόσο, ο χαμένος αρχηγό που θεωρητικά είναι νεκρός, περιτριγυρίζεται από τον κόσμο και με μία μυσταγωγία ανασταίνεται και αμέσως μετά όλοι καταλήγουν στην πλατεία. Εκεί ακολουθεί γλέντι και χορός, στο οποίο συμμετέχουν οι κάτοικοι, αλλά και όσοι έχουν έρθει να τιμήσουν το έθιμο.
[φωτογραφία]
Αυτή η αναπαράσταση, συμβολίζει το θάνατο του Διονύσου από τους Τιτάνες και μετέπειτα την ανάστασή του από τον Δία. Συνεπώς, το έθιμο έχει διονυσιακό χαρακτήρα, διότι έχει σκοπό τη καλοτυχία και καλοχρονία και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που τελείται το έθιμο με μιμητικό όργωμα και εικονική σπορά.
Μπαμπούγερα
Η Καλή Βρύση είναι ένα χωριό που βρίσκεται 23,4 χιλιόμετρα από τη Δράμα με περίπου 1.000 κατοίκους. Είναι ένας τόπος πλούσιος σε παραδόσεις, με ιστορία από τα αρχαία χρόνια που φτάνει μέχρι την εποχή του θεού Διονύσου. Κάθε χρόνο μέσα στο πλαίσιο του Δωδεκαημέρου, διαδραματίζεται ένα τριήμερο (6, 7 και 8 Ιανουαρίου) τι γνωστό πανάρχαιο και παγανιστικό έθιμο, τα Μπαμπούγερα. Η Μπαμπούγερα είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στη λατρεία του θεού Διονύσου, καθώς το 1996 έγινε και η αρχαιολογική ανακάλυψη ενός σημαντικού ιερού λατρείας του θεού, 2 χιλιόμετρα έξω από την Καλή Βρύση. Το κτίριο χρονολογείται περίπου, τέλος, του 4ου με αρχές του 3ου αιώνα π.Χ και περιέχει τρεις κύριες περιοχές που αποτελούν τις λειτουργικές ενότητες του ιερού. Ο θεός Διόνυσος ήταν ο θεός της καρποφορίας, της ηδονής, του αμπέλου και του θεάτρου. Γιος της θεάς Σεμέλης και του θεού Δία, οι οποίοι είχαν μια παράνομη σχέση και γι’ αυτό το λόγο του μετέφεραν προς τη Θράκη όπου και μεγάλωσε. Λατρεύτηκε με ιδιαίτερα πάθος από τους κατοίκους της Καλής Βρύσης επειδή τους έδωσε την ελπίδα και την υπερβολική λατρεία γι’ αυτόν όπου ξεπερνούσε τα όρια της λογικής. Σύμφωνα με τους τοπικούς θρύλους, τα Μπαμπούγερα ήταν σάτυροι, ακόλουθοι του θεού, που γλεντούσαν μια ζωή ανέμελη γεμάτη κρασί και χορό. Το συγκεκριμένο έθιμο προβάλλει τη λατρεία για τη Μητέρα Γη και για το θεό Διόνυσο και αποσκοπεί στο να ξορκίσουν τα κακά πνεύματα, το οποίο επιτυγχάνεται με χορό και φυσικά τραγούδι.Το έθιμο ξεκινάει την ημέρα των Θεοφανίων μετά τον αγιασμό των υδάτων. Τα Μπαμπούγερα είναι ομάδες ζωόμορφων μεταμφιεσμένων. Το πρόσωπο είναι καλυμμένο με μία μάσκα που έχει κέρατα και τρίχες τράγου, ζώου που συμβολίζει τη δύναμη για ζωή. Η ενδυμασία περιλαμβάνει άσπρο πουκάμισο και από πάνω μία μαύρη «γκούνια» το οποίο είναι μια παραδοσιακή φορεσιά που φορούσαν οι γιαγιάδες. Κάτω από τη «Γκούνια» τοποθετούν πανιά για να υπάρχει η ψευδαίσθηση της καμπούρας. Από κάτω ντύνονται με μία άσπρη βράκα και τέλος βάζουν 4 κουδούνια τα «κυπριά» γύρω από τη μέση τους και 1 σφυρήλατο μεγάλο το «πατάλι» στο πίσω μέρος του σώματος. Με αυτό το τρόπο παράγεται ένα αρμονικός ήχος.
[φωτογραφία]
Τα κουδούνια που είναι κρεμασμένα στη μέση κάνουν αισθητή τη παρουσία τους, καθώς δημιουργούν εκκωφαντικό θόρυβο κυνηγώντας τους παρευρισκόμενους στα σοκάκια του χωριού και φοβερίζοντας τους ανθρώπους με σκωπτικά πειράγματα. Να αναφερθεί ότι τα κουδούνια φτιάχνονται στη Παραμυθιά, ένα χωριό στο Νομό
Θεσπρωτίας και οι φορεσιές είναι κειμήλιο που έχει κάθε οικογένεια του χωριού και παραδίδεται από γενιά σε γενιά.
[φωτογραφία]
Με τον αγιασμό των υδάτων λοιπόν, τα Μπαμπούγερα βγαίνουν στους δρόμους και επιτίθενται περιπαιχτικά στους περαστικούς με ένα μικρό σακίδιο που ονομάζεται «ντορμπάς» το οποίο περιέχει στάχτη. Με αυτό το τρόπο επιδίωκαν να ξορκίσουν τα κακά πνεύματα, αφήνοντας βέβαια ένα μικρό λεκέ σε όσους το ακουμπήσουν. Η στάχτη αυτή συλλέγεται από τις εστίας της φωτιάς κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου. Συνεχίζουν για ατελείωτες ώρες να τρέχουν, να κινούνται νευρικά, να ενοχλούν τους ανθρώπους και αναπηδούν ομαδικά επιτυγχάνοντας έτσι το δυνατό ήχο των κουδουνιών, ώστε να ξυπνήσουν τις βλαστικές δυνάμεις της φύσης που τόσο καιρό της είχε «κλέψει» ο χειμώνας.
Στις 7 Ιανουαρίου, όπου γιορτάζει ο Άγιος Ιωάννης, γίνεται γλέντι στη πλατεία του χωριού με κρασί και χορό. Το βράδυ τα Μπαμπούγερα σε ομάδες γυρίζουν στα σπίτια των εορταζόντων για να τους ευχηθούν και να του φιλέψουν οι Γιάννηδες κάποιο κέρασμα.
[φωτογραφία]
Τη τελευταία μέρα του εθίμου στις 8 Ιανουαρίου, γίνεται η σατυρική αναπαράσταση του γάμου, μια μαγικό – τελετουργική πράξη που θεωρείται ότι ενισχύει τη γονιμότητα της γης, των ζώων και του ανθρώπου. Με τη πάροδο του χρόνου, αυτό το παγανιστικό έθιμο έχει πλέον συνδεθεί και με την εκκλησία. Τα βασικά πρόσωπα του γάμου είναι ο γαμπρός, ένας άντρας ντυμένος νύφη, οι κουμπάροι, τα Μπαμπούγερα που συνοδεύουν τη πομπή προς το σπίτι της νύφης, η γριά «μπάμπω» - μαμή, την οποία υποδύεται άντρας με μαύρα γυναικεία ρούχα με τα καλυμμένο πρόσωπο και φυσικά ο θεός Διόνυσος που τον αναπαριστά ένας νεαρός άντρας. Ο ρόλος του θεού προστέθηκε πιθανόν τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την ανακάλυψη του ιερού το 1996, καθώς το συνέδεσαν με αρχαίες διονυσιακές τελετές. Τέλος, είναι απαραίτητη η παρουσία της ορχήστρας με γκάιντα και νταχαράδες.
Η αναπαράσταση του γάμου ξεκινάει με όλες τις κλασικές φάσεις της τελετής, όπως είναι το ξύρισμα του γαμπρού, το ντύσιμο της νύφης, ο αποχαιρετισμός απότ ους συγγενείς και η μεταφορά της προίκας. Φθάνουν στο σπίτι της νύφης, η οποία ακολουθεί τη πομπή με την οικογένειά της σε συνοδεία με την ορχήστρα.
Πραγματοποιούνται πειράγματα με σεξουαλικό περιεχόμενο για τους νεόνυμφους και έχοντας κάνει διάχυτη στο χωριό, τη γονιμοποιό, δύναμή της, η πομπή καταλήγει στη πλατεία, όπου εκεί θα τελεστεί ο γάμος από το Διόνυσο. Ακολουθεί η αρπαγή της νύφης από τα Μπαμπούγερα, όπου τη γονιμοποιούν υποθετικά, μεταφέροντας της έτσι τη δύναμη του σπόρου της φύσης και έπειτα απελευθερώνεται. Όταν η νύφη αφεθεί ελεύθερη από τα Μπαμπούγερα και επιστρέφει στον γαμπρό, η μαμή, που φέρει γνώση των προγόνων, τη ξεγεννά, εμφανίζοντας μια κούκλα ψκαι τέλος ακολουθεί χορός και γλέντι μέχρι αργά το βράδυ.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΩΤΗΘΈΝΤΩΝ
1. Αναστασία Μελιάδου, 30 ετών, δασκάλα
2. Σοφία Καλαμίδου, 34 ετών, νηπιαγωγός
3. Ραφαήλ – Ιωάννης Κυριακίδης, 26 ετών, στρατιωτικός
4. Ιωάννης Μητρούσης, 41 ετών, γυμναστής
5. Χαράλαμπος Παντελίδης, 29 ετών, μηχανολόγος
6. Κατερίνα Καραφουλίδου, 63 ετών, οικιακά
7. Κωνσταντίνος Κοντόπουλος, 66 ετών, πολιτικός μηχανικός