Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΡΑΜΑΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ

Λαϊκή λατρεία

Η λέξη δρώμενο συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη δράμα. Και οι δύο παράγοντες από το αρχαιοελληνικό ρήμα δράω-δρω που σημαίνει πράττω-ενεργώ. Δρώμενα ονομάζονται έθιμα της λαϊκής λατρείας με δραματικό χαρακτήρα (τραγικό ή κωμικό) που έπαιρναν τη μορφή μιας παράστασης. Παριστάνονται τα περισσότερα στην αρχή μιας νέας εποχικής περιόδου και εκφράζουν την προσπάθεια των μελών μιας κοινότητας να επηρεάσουν μαγικά τις φυσικές δυνάμεις, τη δύσκολη εκείνη στιγμή, για να είναι ευνοϊκές. Αποβλέπουν κυρίως στην καλοχρονιά (γονιμότητα, βλάστηση της γης, καλή σοδειά, προκοπή των κοπαδιών).

Τα βασικά στοιχεία τους είναι: η κύρια συμβολική πράξη (γάμος, εικονικός θάνατος και ανάσταση, κατάβρεγμα κτλ) και οι δευτερεύουσες ή πλαισιωτικές: η μεταμφίεση, η μίμηση, η πρόκληση αποδιωχτικού θορύβου (με κουδούνια ή άλλο τρόπο), ο διάλογος, το τραγούδι, η πομπή και ο χορός με τη συμμετοχή –στις πλαισιωτικές κυρίως πράξεις- όλων των μελών της κοινότητας.

Σήμερα που λόγω της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας ο άνθρωπος αισθάνεται λιγότερο εξαρτημένος από τις φυσικές δυνάμεις, τα δρώμενα ως επιβιώσεις ή πιο συχνά ως αναβιώσεις ευετηρικών στην πλειονότητά τους εθίμων, εξακολουθούν να τελούνται, αλλά έχουν αποκτήσει τουριστικό χαρακτήρα. Έτσι, τα δρώμενα στις μέρες μας αποτελούν όλο και λιγότερη έκφραση μιας μεταφυσικής ανάγκης και γίνονται μια ευκαιρία ψυχαγωγίας και επικοινωνίας των μελών μιας κοινότητας  και των επισκεπτών με «παραδοσιακό» τρόπο.

Ο λαϊκός πολιτισμός στην περιοχή της Δράμας παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τον πλούτο και την ενέργεια των επιμέρους μορφών του, αλλά και για την επιβίωση ή απόηχο αυτών των στοιχείων της αρχαιοελληνικής και βυζαντινής παράδοσης.

 

Τα διονυσιακά δρώμενα του Δωδεκαημέρου

Στο Μοναστηράκι οι μεταμφιέσεις είναι γνωστές ως «τσέτα». Οι ρίζες τους χάνονται στην ομίχλη του χρόνου. Το δρώμενο διατηρήθηκε και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τώρα πια έχει διπλό ρόλο. Κατά τον ευετηρικό και γονιμικό του χαρακτήρα προστίθεται και ο εθνικός. Η τέλεσή του, έστω και μια φορά το χρόνο, συγκάλυπτε έντεχνα τις μυστικές συναντήσεις των κατοίκων, που αποσκοπούσαν στην απελευθέρωση του τόπου από τον τουρκικό ζυγό. Με το πρόσχημα της τέλεσης του εθίμου και για να μη κινήσουν τις υποψίες του δυνάστη κατόρθωναν να συγκεντρώνονται στα διάφορα σπίτια για να ανταλλάξουν απόψεις και για περαιτέρω δραστηριοποίηση.

Ο θίασος των δρώντων στο Μοναστηράκι φέρει την ονομασία «τσέτα». Σε αυτόν συμμετέχουν μόνον άνδρες που η ηλικία τους κυμαίνεται μεταξύ 18-35 έτών. Βέβαια, δε λείπει και η συμμετοχή ατόμων μικρότερης ηλικίας, που σκοπό έχει την εκμάθηση της όλης διαδικασίας, ώστε να συνεχιστεί στο μέλλον η παράσταση του δρώμενου χωρίς παρέκκλιση από το καθιερωμένο τυπικό. Αισθητή είναι και η παρουσία των υπερήλικων με σκοπό τη διδασκαλία για την άψογη προετοιμασία και την προσφορά εθελούσιας υπηρεσίας για ένα έργο που απαιτεί γνώσεις, υπομονή και πάνω από όλα σεβασμό στην παράδοση.

Ο θίασος συγκροτείται από τέσσερις υποθιάσους, ο «αράπης, οι «γκιλίγκες» ή «γκελίγκες», τα «παππούδικα» και οι εύζωνοι.

Η προετοιμασία ξεκινά από την παραμονή των Φώτων. Παλαιότερα η οργάνωση των δρώμενων ήταν έργο των υπερηλίκων. Από το 1977 όμως παριστάνονται από τον δραστήριο Μορφωτικό και Πολιτιστικό Σύλλογο του Μοναστηρακίου.

Ώρα 6 π.μ. ανήμερα των Φώτων οι χωριανοί αρχίζουν να καταφθάνουν στα γραφεία του συλλόγου, άλλοι για να φορέσουν τις στολές και άλλοι για να βοηθήσουν. Τα «καρναβάλια» φορούν τις μαύρες φλοκωτές κάπες που κάλυπταν όλο το σώμα και τις μαύρες ή άσπρες κωνικές μάσκες φτιαγμένες από γιδοπροβιές που κρύβουν το πρόσωπο. Στη συνέχεια κρεμούν γύρω από τη μέση τα μεγάλα κουδούνια. Στα χέρια κρατούν τα ξύλινα σπαθιά.

Οι «παππούδες» φορούν τις παλιές γιορτινές ανδρικές τοπικές αγροτικές φορεσιές, δηλαδή μαύρη βράκα, άσπρο πουκάμισο, μαύρο υφασμάτινο ζωνάρι τυλιγμένο στη μέση, που στο πάνω μέρος του διακρίνονται οι πούλιες μιας τσέβρας, μαύρο γιλέκο, μαύρο κοντό σακάκι, μαύρες μακριές μέχρι το γόνατο πλεκτές κάλτσες και μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι. Στο χέρι κρατούν γκλίτσα ή κορδόνι.

Οι «γκιλίγκες», νεαρά αγόρια, ντύνονται με παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές. Φορούν την άσπρη βράκα από πλατύ βαμβακερό υφαντό. Από πάνω περνούν το μακρύ άσπρο πουκάμισο, που στον ποδόγυρό του, που φτάνει στο γόνατο, διακρίνονται πολύχρωμα κεντίδια. Πάνω από το πουκάμισο φορούν «αντερία», που είναι πιο κοντή από αυτό και με μανίκια και είναι φτιαγμένη από ύφασμα καπιτονέ με χασέ, σκούρο πράσινο ή ανοιχτό κόκκινο στις εξωτερικές επιφάνειες και ενισχυμένο ενδιάμεσα με βαμβάκι. Το ¨κλασνίκι», το ξεμανίκωτο πανωφόρι, που φτάνει λίγο πάνω από την αντερία, είναι φτιαγμένο από χοντρή μαύρη τσόχα, κεντημένη γύρω-γύρω στις άκρε της με γαϊτάνι. Η πολύχρωμη με τα μεγάλα καρό υφαντή μάλλινη ποδιά δένεται στη μέση με τη βοήθεια σκαλιστής χειροποίητης πόρπης. Οι πλεκτές μάλλινες άσπρες κάλτσες φτάνουν μέχρι το γόνατο και στο πάνω μέρος τους έχουν χρωματιστά λουλούδια. Οι «γκιλίγκες» βάζουν στο κεφάλι χρωματιστή λουλουδάτη μαντήλα, την» τσερβέτα». Που στις άκρες της έχει χρυσές ή ασημένιες πούλιες. Στο χέρι κρατούν άλλη μια τσερβέτα.

Τέλος οι τσολιάδες με τις πολύχρωμες τσέβρες τους και με τη μαύρη μαντήλα με τα κρόσσια είναι έτοιμοι να ενταχτούν εν πλήρη εξοπλισμό στην τσέτα. Οι τσολιάδες είναι ένα στοιχείο, το οποίο προστέθηκε σχετικά πρόσφατα σε σχέση με τη μακρόχρονη ιστορία του εθίμου. Είναι όμως εκείνο το στοιχείο που επισφραγίζει την ελληνική φυσιογνωμία, την ελληνική ταυτότητα του εθίμου, είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην αρχαία ελληνική παράδοση και τη νεώτερη.

Οι τσολιάδες ήταν εκείνοι που στα δύσκολα χρόνια της βίας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης στους ξένους κατακτητές, υπενθύμιζαν όχι μόνο στους Έλληνες, αλλά κυρίως στους Τούρκους και στους Βούλγαρους, ότι το ελληνικό έθνος ζει, ότι η ψυχή των Ελλήνων παραμένει αδούλωτη. Ήταν εκείνοι που με την παρουσία τους αναζωπύρωναν την εθνική συνείδηση και εμψύχωναν τους σκλαβωμένους Έλληνες. Οι τσολιάδες χωριανοί, που φορούσαν τη στολή έπρεπε να είναι νέοι, ψηλοί, ωραίοι, με λίγα λόγια λεβέντες και προπάντων χορευτές αντοχής, μιας και χόρευαν διαρκώς, όχι μόνο στο χορό της πλατείας, αλλά και καθώς τριγύριζαν όλο το χωριό μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της «τσέτας». Έπρεπε επίσης να είναι έξυπνοι,, εύστροφοι μιας και στόχος τους ήταν μέσα από το γλέντι, μέσα από τις ευχές, τα έξυπνα αστεία, τα πειράγματα, να ενισχύουν την εθνική συνείδηση των συμπατριωτών τους. Μάλιστα εκείνον τον τσολιά που φορούσε τις περισσότερες τσέβρες, τον ονόμαζαν «περήφανο» κι έτσι ο συναγωνισμός στο ποιος να φοράει τις περισσότερες ήταν μεγάλος.

Οι αράπηδες πέρα από τα κουδούνια με τα οποία ήταν ζωσμένοι, κρατούν στο χέρι τους από ένα ξύλινο σπαθί, που λέγεται κιλιτό και το κραδαίνουν βγάζοντας κραυγές. Ο τσολιάς ως εικονικό όπλο κρατά στο χέρι του ένα κορδόνι, το οποίο κατασκευάζεται από άσπρες, μπλε, χρυσές, κόκκινες και πράσινες μικρές χάντρες. Το μήκος του φτάνει τα 70 περίπου εκατοστά. Στη μια άκρη του σχηματίζεται θήλεια, η οποία περνά στο δεξί χέρι.

Παλαιότερα η τσέτα ξεκινούσε τη δράση της από τα χαράματα. Όλα τα μέλη του θιάσου ξεκινούσαν από το χώρο της προετοιμασίας τους, ενώ σήμερα ξεκινούν από τα γραφεία του συλλόγου.

Από τους θορυβώδεις ήχους των κουδουνιών (μπατάλια και τσιάνοβε) και τις άναρθρες κραυγές που έβγαζαν, ξυπνούσαν οι κάτοικοι του χωριού. Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και εύχονταν στους νοικοκύρηδες. Ως σύνθημά τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν τη συμβολική ευχή «χρόνια πολλά». Στο σπίτι που θα ακουγόταν η ευχή αυτή θα αποτελούσε τον τόπο συγκέντρωσης τη νύχτα για συζητήσεις σχετικές με την κατάσταση.

Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν στην πλατεία του χωριού και επιδίδονταν σε χορούς, όπως η τσέσκα, η ράμνα ή χασαπιά, η παϊτούσκα και τα συρτά με τη συνοδεία της μακεδονικής λύρας και του νταϊρέ. Καθώς κατευθύνονταν προς την πλατεία του χωριού κυνηγούσαν με ουρλιαχτά όσους συναντούσαν μπροστά τους. Στους χορούς έπαιρναν μέρος και οι θεατές. Μάλιστα, αν κάποιος επιθυμούσε να σύρει το χορό, τότε μια από τις γκελίγκες του έβαζε στον ώμο τη μαντήλα της και τότε εκείνος υποχρεωνόταν να τη φιλοδωρήσει.

Ο χορός κρατούσε μέχρι που να νυχτώσει για τα καλά. Εκτός από το χορό στην πλατεία γίνονταν και αυτοσχέδιες παραστάσεις, όπως εικονικός γάμος ή πόλεμος. Κατά την παράσταση του εικονικού γάμου μερικοί τσέτες επιχειρούσαν να κλέψουν μια από τις γκελίγκες. Κατά την παράσταση του εικονικού πολέμου συμπλέκονται  μεταξύ τους δύο ή τρεις τσέτες χρησιμοποιώντας τα «κλίτσια». Για την αποκατάσταση της τάξης αρμόδιος ήταν ο αράπης που απειλούσε τους ταραχοποιούς με το μεγάλο ξύλινο ξίφος του και με το σακουλέ που ήταν γεμάτο στάχτη καθώς και με τον τρόμο που προκαλούσε ο ήχος των μεγάλων κουδουνιών που είχε κρεμάσει στη μέση του.

Κυρίαρχη στην πλατεία η τσέτα δεν επιτρέπει σε κανένα να καταλάβει το κέντρο της πλατείας. Σε λίγο ο χορός στήνεται με μπροστάρηδες τους ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού. Ο κύκλος του χορού είναι μόνο ένας. Δεν επιτρέπεται δεύτερος. Ακολουθούν οι νεώτεροι άνδρες, μετά οι ηλικιωμένες γυναίκες και τέλος οι νεώτερες. Το κέντρο του κύκλου ήταν στην απόλυτη δικαιοδοσία των «Καρναβαλιών» που έδειχναν ανοχή στην αρκούδα και στον αρκουδιάρη καθώς και στην καμήλα να πατήσει στον άβατο χώρο τους και να σκορπίσουν την ευθυμία στους πολυπληθείς παρευρισκόμενους, ντόπιους και ξένους. 

Και μια και ο λόγος στο χορό, πρέπει να παραθέσουμε ένα από τα τραγούδια του Μοναστηρακίου και συγκεκριμένα αυτό που συνοδεύει τα βήμα του χορού της παϊτούσκας:

Κάτω στο ρόιδο στο ροϊδονήσι,
Τούρκος εβγήκε να κυνηγήσει
Δεν κυνηγούσε λαγούς και ‘λάφια,
μόν’ κυνηγούσε δυο μαύρα μάτια
-Μαύρα μου μάτια κόκκινα χείλη,
έβγα μικρούλα μου στο παραθύρι
Να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι,
Να δεις τον άνδρα που θα σε πάρει .

-Δεν τόνε θέλω δεν τόνε παίρνω,
Πέρδικα γίνομαι στα όρη φεύγω.
-Πάρ’τονε κόρη μου τον Τούρκο γι’άντρα,
θα σε φορέσει φλουριά σαράντα»
-Παρ’τονε κόρη μου έχει βαπόρι

Θα ταξιδεύεις βουνά και όρη

-Παρ’τονε κόρη μου έχει καΐκι

Θα ταξιδεύεις στη Σαλονίκη.

Θα κλείσουμε την αναφορά στα δρώμενα του Μοναστηρακίου με την παράθεση δύο παραδόσεων με τις οποίες οι Μοναστηρακιώτες δικαιολογούν την παρουσία των κουδουνιών στα δρώμενά τους:

«Το ίδιο, διηγούνται, έκανε και ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν πήγε στην Ασία. Επειδή δεν μπορούσε να την καταλάβει αμέσως, χρησιμοποίησε στη μάχη κουδούνια».

Σύμφωνα με την άλλη παράδοση, «τα κουδούνια είχαν έρθει στο χωριό σε ανάμνηση μιας μάχης που έκαμε ο Μέγας Αλέξανδρος για να διαλύσει του ελέφαντες (εννοείται του Δαρείου). Βάλανε οι στρατιώτες του πολλά κουδούνια και μαύρα δέρματα, βάφτηκαν και οι ελέφαντες τρόμαξαν και γύρισαν πίσω. Έτσι οι Μακεδόνες στρατιώτες του Μ.Αλεξάνδρου κέρδισαν τη μάχη. Για να θυμόμαστε εκείνο το περιστατικό κάναμε τους Αράπηδες».

Παρόμοια είναι περίπου και μια άλλη παράδοση, η μακεδονική, που συνδέει το Μ.Αλέξανδρο με τη χρήση κουδουνιών. Σύμφωνα με αυτήν ο Μ.Αλέξανδρος, διηγούνται, είχε την έμπνευση να εξοπλίσει τους στρατιώτες του σε κάποια μάχη που ο αντίπαλός του πολεμούσε πάνω σε ελέφαντες. Ο δυνατός και συνεχής ήχος των κουδουνιών τρόμαξε τόσο τους ελέφαντες, ώστε τράπηκαν σε άτακτη φυγή, ρίχνοντας κάτω τους αναβάτες τους. Έτσι κέρδισε τη μάχη ο Μ.Αλέξανδρος. Και για να θυμόμαστε αυτό του το τέχνασμα που του έδωσε τη νίκη, χρησιμοποιούμε τα κουδούνια στις διάφορες εκδηλώσεις μας.

Βέβαια, κανείς από τους ιστορικούς, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την εκπολιτιστική εκστρατεία του Μακεδόνα στρατηλάτη στην Ασία δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης όμως γράφει ότι οι πεζοί του Μ. Αλέξανδρου κτυπούσαν με δύναμη τις σάρισές τους στις ασπίδες, ώστε να τρομάξουν από τον παραγόμενο κρότο οι ίπποι των αρμάτων, με αποτέλεσμα ορισμένοι από αυτούς να γυρίζουν πίσω και να πέφτουν στην περσική παράταξη, Και αυτά συμβαίνανε στη μάχη των Γαυγαμήλων.

Αυτός ίσως ο ήχος που έβγαινε από το δυνατό χτύπημα της σάρισας επάνω στην ασπίδα και που τον ενίσχυαν οι κραυγές των πολεμιστών με την αποτελεσματικότητά του την θετική, να διατηρήθηκε ζωντανός στη μνήμη του λαού μας και να ταυτίστηκε με τον ήχο των κουδουνιών και τις άναρθρες κραυγές των μεταμφιεσμένων, που αποβλέπουν στην εκδίωξη των πονηρών πνευμάτων ή και στην κατά??? τους, ώστε να παύσουν να ενοχλούν τους ανθρώπους για να παρεμποδίσουν τη βλάστηση της γης, μοναδική ελπίδα των ανθρώπων του λαού για την επιβίωσή τους, όπως διαφαίνεται από όσα αρθρώνει γερόντισσα από το Μοναστηράκι: « Τα κουδούνια και οι στάχτες του Αράπη διώχνουν το κακό».

Νομίζουμε ότι δε θα ήταν παρακινδυνευμένο, αν τονίζαμε ότι η παρουσία των κουδουνιών και οι κραυγές των αράπηδων του Μοναστηρακίου στην παράσταση των δρώμενων συνδέεται άρρηκτα με τα επίθετα, τα οποία προσδόθηκαν στο θεό του οίνου, της αμπέλου και της ευθυμίας, δηλαδή στα ¨Εριβόας» και «Βρόμιος».

 

Το κουρμπάνι

Σε αρκετά χωριά της Δράμας, όπως και σε πολλά άλλα μέρη, ιδιαίτερα του Βορειοελλαδικού χώρου, συνηθίζονται σε γιορτές διαφόρων αγίων τα λεγόμενα κουρμπανια, τα οποία αποτελούν μορφή δημοτελούς θυσιαστικής εκδήλωσης και συνεχίζουν την παράδοση πανάρχαιων, αρχέγονων λατρευτικών δοξασιών και συνηθειών. Κουρμπάνι λέγεται το ζώο που θυσιάζεται καθώς και η ουσιαστική τελετουργία στο σύνολό της. Σύμφωνα με το εθιμικό τελετουργικό, προσφέρεται στην εκκλησία ως τάμα ή αγοράζεται από την οικεία εκκλησιαστική επιτροπή κάποιο ζώο, του οποίου το κρέας, αφού μαγειρευτεί και ευλογηθεί από τον ιερέα, μοιράζεται στο εκκλησίασμα. Σε πολλά μέρη επιχωριάζουν παραδόσεις για εθελουσία προσέλευση του θύματος στον τόπο της θυσίας ή για αποστολή από τον Θεό ενός ζώου για να θυσιαστεί.

 Η διανομή του κρέατος μαζί με άρτο προσδίδει στο κουρμπάνι χαρακτήρα θρησκευτικού γεύματος, ανάλογου με τις «αγάπες» των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Παράλληλα βέβαια λειτουργεί στο όλο έθιμο και απόηχος αρχαϊκών αντιλήψεων και δοξασιών, που δίνουν στο κρέας εξαιρετικές ιδιότητες για δύναμη και υγεία. Τα κουρμπάνια με την αρχέγονη αιματηρή μορφή τους απαγορεύτηκαν κατά καιρούς από την εκκλησία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί αντιπροσωπεύουν χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής λατρευτικής εκδήλωσης, με βαθιές ρίζες και αρχαιότατες θρησκευτικές παραστάσεις. 

Αντίθετα τα κουρμπάνι με μορφή κοινής εστίασης έχει γίνει ευρύτατα αποδεκτό και από την εκκλησία. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα ζώα ευλογούνται πριν από τη θυσία. Οι ιερείς άλλωστε δεν παύουν να αποτελούν μέλη της κοινότητας που θυσιάζει με τις ίδιες κατά βάση λαϊκές θρησκευτικές αντιλήψεις. Το έθιμο διατηρήθηκε για αιώνες και έφτασε μέχρι την εποχή μας ως μέσον εξασφάλισης αγαθών και της ίδιας της ζωής. Δεν πρέπει έξαλλου να παραβλέπεται και ο ψυχαγωγικός-συμποσιακός χαρακτήρας των κουρμπανιών, κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τους λιτοδίαιτους και στερημένους από τέτοιες ευκαιρίες χωρικούς παλαιότερα.

 Στο Μοναστηράκι συγκεκριμένα το γραφικό προάστιο της Δράμας, « κώμην επι τερπνής και ευάερου τοποθεσίας κείμενη» όπως γράφει περιηγητής των αρχών του αιώνα μας, γίνεται το «αρέτσι», ένα πολύσημο έθιμο, που περιέχει και το στοιχείο της θυσίας. Το έθιμο αυτό γίνεται κάθε χρόνο μετά το Πάσχα. Δεν έχει ειδικά καθορισμένη ημερομηνία, καθορίζεται από τον ιερέα. Γίνεται μέγας εσπερινός και προσφέρεται αρτοκλασία από τον πρόεδρο του χωριού. Μετά ακολουθεί το έθιμο που λέγεται αρέτσι. Βγάζουν δηλαδή σε δημοπρασία τα δώρα, τα οποία δωρίζουν οι πιστοί κατά τη μεγάλη εβδομάδα στη Σταύρωση και την Ανάσταση, πάνω στο σταυρό και τις εικόνες. Φωνάζουν τα παιδιά «αρέτσι, αρέτσι». Τα χρήματα που συγκεντρώνονται είναι υπέρ του ναού. Άλλοι το έχουν τάμα, άλλοι έρχονται το Πάσχα να γιορτάσουν και να προσφέρουν τα δώρα τους. Όποιος δώσει τα περισσότερα παίρνει το κάθε είδος.

Μετά που θα τελειώσουν προσφέρεται το φαγητό από το κουρμπάνι. Προσφέρουν κάτοικοι κατσικάκια ή αρνάκια, τα σφάζουν και τα μαγειρεύουν. Τάμα το έχον στον Άγιο Γεώργιο και προσφέρεται το φαγητό μετά το αρέτσι. Ο ιερέας ευλογεί το φαγητό με την ευχή περί εδεσμάτων και μετά γίνεται η διανομή. Θεωρούν πως όταν τρώνε αυτό το φαγητό αγιάζονται. Αν δεν γίνει αυτό το έθιμο, το θεωρούν αμάρτημα. Με αυτό έρχεται η ευλογία.

Όπως φαίνεται από την παραπάνω περιγραφή, το αρέτσι συνίσταται από δύο επιμέρους εθιμικά στοιχεία, τη δημοπρασία και το κουρμπάνι. Δημοπρασίες για ενίσχυση του εκκλησιαστικού ταμείου είναι γνωστές με ποικίλες μορφές και διάφορες ονομασίες σε αρκετά μέρη. Οι δημοπρασίες αυτές αποτελούν μεταφορά στην εκκλησιαστική θρησκευτική ζωή στοιχείων εμπειρικής οικονομίας, όπως εκδηλώνεται στις καθημερινές κοινωνικοοικονομικές σχέσεις μιας κοινότητας. Ας σημειωθεί ότι η λέξη αρέτσι σημαίνει την αρχή, την έναρξη μιας πλειοδοσίας. Όπως δηλαδή στο Μοναστηράκι, όπου πριν από την εκποίηση οποιαδήποτε αντικειμένου, το περιφέρει ένα παιδί φωνάζοντας «αρέτσι, αρέτσι».

Αυτό που ιδιαίτερα εντυπωσιάζει στο Μοναστηράκι είναι η ζωντάνια του εθίμου και η αμεσότητά του με τους κατοίκους, δημιουργώντας εικόνες σπάνιας ομορφιάς και υποβολής. Νομίζεις ότι βρέθηκες ξαφνικά σε παζάρι βυζαντινής αγοράς σε στοά ναού, με τις φωνές των παιδιών να επαναλαμβάνουν τη λέξη αρέτσι, τους άνδρες να περιφέρουν τα είδη διαλαλώντας τιμές, τις γυναίκες να πλειοδοτούν, τον ιερέα και την επιτροπή να καταγράφουν τιμές και είδη. Και όλη αυτή η κίνηση στο υπόστεγο του Αγίου Γεωργίου, της παλαιάς εκκλησίας του χωριού, στο φως του μαγιάτικου δειλινού και στην καθαριότητα του δρομικού ορίζοντα.

 

Άλλα πολιτιστικά δρώμενα

Την Παρασκευή της Διακαινησίμου εορτάζεται στο Μοναστηράκι η Ζωοδόχος Πηγή, όπου ο θρησκευτικός εορτασμός συνδυάζεται και με αξιόλογες τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. 

Επίσης, θεαματικές και ενδιαφέρουσες είναι και οι εθιμικές πυρές, που ανάβονται σε ορισμένες θρησκευτικές εορτές ή μεταβατικές περιόδους του χρόνου, παίρνοντας τελετουργικό και πανηγυρικό χαρακτήρα, με χορούς και τραγούδια γύρω από αυτές και με ευχές για υγεία και καλή χρονιά. Οι πυρές αυτές με την πανάρχαια πίστη στην καθαρτήρια και εξαγνιστική δύναμη της φωτιάς, τονίζουν όπως και οι άλλες εθιμικές εκφάνσεις, τις βαθιές ρίζες του τοπικού λαϊκού πολιτισμού, ο οποίος στην ακριτική περιοχή της Δράμας δεν παύει και σήμερα ως ουμανιστική αξία να αποτελεί φιλοσοφία ζωής, όσο κι αν έχει επηρεαστεί από τη σύγχρονη αστική πραγματικότητα. Στο Μοναστηράκι τέτοιες εθιμικές πυρές ανάβονται του Αγίου Αθανασίου.


 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2556
Έτος καταγραφής
2012-13
Επώνυμο
Μποντρουά
Όνομα
Μαρίνα
Εικόνες