Τελετουργίες από ΠΡΩΤΟΚΚΛΗΣΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Γ. Γιορτές- Άγιοι
Στου Σωτήρος πήγαιναν για δύο μέρες στο βουνό που είχε πανηγύρι σε ένα μοναστήρι στο Αμόριο. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες ξεκινούσαν να ανεβαίνουν με τα κάρα. Πήγαιναν με τα πόδια και τα ζώα κάθονταν όλο το βράδυ έξω από το μοναστήρι. Εκεί χόρευαν, έφτιαχναν λουκουμάδες, πίτες, χαλβάδες, όλη νύχτα ξενυχτούσαν. Επίσης στο Διδυμότειχο στα κάστρα έχει κάτι βυζαντινές εκκλησίες. Για δυο μέρες πάλι πήγαιναν έπαιρναν από τα σπίτια τους ψωμιά, φρούτα, τυριά, ό,τι είχαν για να φάνε. Πήγαιναν ολόκληρες οικογένειες και γειτονιές με τα πόδια 20 με 30 χιλιόμετρα. Άγιος Τρύφωνας: Γιόρταζαν τα αμπέλια. Πήγαιναν με τον αγιασμό στα αμπέλια στις 2 Φεβρουαρίου. Γινόταν περιφορά της εικόνας μέχρι τα αμπέλια σε μια περιοχή έξω από το χωριό που ήταν πλαγιά. Εκεί ήταν συγκεντρωμένα όλα τα αμπέλια. Άγιος Αθανάσιος: Το χωριό έχει μια εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Οι παλιοί Ακαλανιώτες οι οποίοι πλέον έγιναν Πρωτοκκλησιώτες μετέφεραν τα έθιμα που είχαν στη νέα πατρίδα. Το πανηγύρι γινόταν στις 2 Μαΐου το οποίο επισκέπτονταν πολλοί από τα γειτονικά χωριά. Μετά το τέλος της εκκλησίας οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πήγαιναν στα σπίτια όσων γιόρταζαν για να ευχηθούν και να κεραστούν, οι νέοι χόρευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, να πούμε ότι το πανηγύρι γινόταν όπως και στις 15 Αυγούστου στο σχολείο ή την πλατεία. Πλέον έχει σταματήσει να γίνεται το πανηγύρι. Γιορτή του "ΑΓΙΑΝΝΙΟΥ": Αλλιώς ονομαζόταν κλήδονα, την γιόρταζαν 24 Ιουνίου την ημέρα που γεννήθηκε ο Άγιος Ιωάννης του Προδρόμου. Με το θερινό ηλιοστάσιο την γιόρταζαν στις 24 Ιουλίου. Σήμερα στο χωριό γιορτάζουν και κάνουν πανηγύρι της Παναγίας (Αυγούστου)
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α. Παραμονή Χριστουγέννων. Οι νέοι πήγαιναν και έλεγαν τα κόλλιντα δηλαδή τα κάλαντα. Συνήθως ήταν μια μεγάλη ομάδα που ξεκινούσε το βράδυ της παραμονής από την εκκλησία και πήγαινε σε όλα τα σπίτια του χωριού και έλεγαν: «Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε παρακαλούσε τους Αποστόλους, τους Αρχαγγέλους: -Βοηθήστε με τούτη την ώρα, τούτη την ώρα τη βλογημένη, τη βλογημένη, τη δοξασμένη. Μα ως που να πάω στους Αποστόλους κι ως που να τρέξω στους Αρχαγγέλους η Παναγιά μας ξελευθερώθηκε.» Βγαίνοντας η ομάδα από το ένα στο σπίτι για να πάει στο άλλο φώναξε δυνατά: «Απ’ άρχοντα σπίτια βγαίνουμε σ’ αρχοντικά θα πάμε.» Έτσι ειδοποιούσαν τον επόμενο νοικοκύρη. Αν αργούσαν να ανοίξουν δεν περίμεναν έφευγαν και τραγουδούσαν «Αρκούδα κακομούτσουνη, με μαλλιαρά ποδάρια δε σε βαστά η καρδούλα σου να βγείςστα παλικάρια.» Έτσι την επόμενη μέρα άρχιζε το κουτσομπολιό. Πέρα από χρήματα έδιναν και χοιρινό κρέας.
β. Τα «ΣΟΥΡΒΑ» της Πρωτοχρονιάς
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς όλα τα παιδιά του χωριού κρατούσαν μια «σουρβάκα»(κλαδί κρανιάς με μπουμπούκια) πήγαιναν στο σπίτι του χωριού, χτύπαγαν μαλακά με τη σουρβάκα την πλάτη του οικοδεσπότη και της οικοδέσποινας, λέγοντας «Σούρβα-σούρβα κι Αη-Βασίλης». Έδιναν ευχές για τη καινούρια χρονιά και έπαιρναν το δώρο τους. Τα δώρα ήταν 2-10 παράδες (2 παράδες: 1 λεπτό) ή ξηροί καρποί (καρύδια, αμύγδαλα, δαμάσκηνα, τσιντζίφια). Αρκετά παιδιά κρατούσαν στο αριστερό τους χέρι μια μικρή ξύλινη σούβλα, στην οποία περνούσαν τα μικρά κομμάτια χοιρινό που τους έδιναν ως δώρο.
γ.Καθαρά Δευτέρα «Ο Μπέης»
Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας πάνω σε μία άμαξα με βόδια ήταν ο Μπέης το οποίο έσερναν 4 νέοι ο «κετίπης», ο «κριτής», ο «Αράπης» και η «καδίνα» (άντρας με γυναικεία ρούχα). Κάθε νοικοκυρά περίμενε να τις δώσει ευχές ο Μπέης, όταν έφταναν στο σπίτι πήγαιναν ένα σουφρά (χαμηλό τραπέζι) που ήταν γεμάτο φαγητά και μία κανάτα κρασί. Ο Μπέης και τα παλικάρια που έσερναν την άμαξα τα δοκίμαζαν και έδιναν ευχές.
Παράλληλα ο Μπέης έριχνε βαμβακόσπορο που συμβόλιζε τη νέα πλούσια χρονιά. Αν ο οικοδεσπότης ήταν ευκατάστατος η «Καδίνα» έμπαινε μέσα και τον αγκάλιαζε. Ο συζυγός της ο «Αράπης» ζήλευε. Έπειτα επέμβαινε ο «Κριτής» ο οποίος καθόριζε ένα πρόστιμο για την αγκαλιά που έκανε. Συνήθως ήταν 1-2 μεταλλίκια γιατί σύμφωνα με τους νόμους του «Κριτή» αυτός ήταν πάντοτε που έφταιγε. Ο «Κριτής» φορούσε ένα τζουμπέ(μακρύ ως τον αστράγαλο κάλυμα) είχε στο αριστερό του χέρι ένα μακρύ κομπολόι, ενώ στο δεξί κρατούσε ένα κείμενο που το συμβουλευόταν σα να είχε πάνω νόμους, για να βγάλει απόφαση πόσο θα είναι το πρόστιμο σε κάθε περίπτωση. Ο «Κετίπης» έκανε πως κατέγραφε τις αποφάσεις του «Κριτή» και φορούσε ένα «τζουμπέ» με γυαλιά, γενειάδα και σαρίκι στο κεφάλι. Όταν τελείωσε η επίσκεψη στα σπίτια πήγαιναν στη πλατεία όπου αναπαριστούσαν διάφορες γεωργικές εργασίες και με άγριο ξύλο του «Μπουλγκάρ»(βουλγάρου) που έπαιρνε τότε μέρος στη γιορτή, φορώντας δερμάτινο αμπά, κάτω από το οποίο στο μέρος της πλάτης υπήρχε προσκέφαλο, για να μη πονάει όταν τον χτυπούσαν. Το πρόσωπό του ήταν μαυρισμένο με καπνιά, στο κεφάλι φορούσε ένα μάυρο δερμάτινο σκούφο(καλπάκι), κουδούνια στο λαιμό. Ο Μπουλγκάρ έκανε πως έψαχνε να βρεί νερό για να δώσει στα βόδια. Αδιαφορούσε για το ξύλο που έτρωγε από τον Αράπη στη πλάτη του. Από την άλλη η Καδίνα αγκάλιαζε όποιον πλούσιο έβλεπε μεσα στο πλήθος και φώναζε: (Ζανμπαρατζή, ζανμπαρατζή). Ο κριτής επέτρεπε το φόνο για λόγους τιμής και ο εκνευρισμένος Αράπης ηρεμούσε όταν ερχόταν η στιγμή να πάρει τα χρήματα από το πρόστιμο. Στη συνέχεια ο Μπέης και η συνοδεία του έκαναν πως όργωναν συμβολικά το έδαφος, με ξύλινο αλέτρι που τον τραβούσαν τα παλικάρια και τα βόδια. Έσπερνε τον σπόρο από όλα τα δημητριακά. Επαναλάμβανε ευχές «καλό μπερεκέτι», πολλά κουκούλια,πολλά σταφύλια. Μετά έπιναν και έτρωγαν ο Μπέης και οι φίλοι του καθισμένοι σε ψάθες ενώ παράλληλα γίνονταν διάφορα αγωνίσματα (πάλη, τρέξιμο, πήδημα, λιθάρι). Στους νικητές ο Μπέης έδινε ένα μαντήλι, ένα φέσι ή ένα κομμάτι ύφασμα. Το κλείσιμο της γιορτής γινόταν με την εκλογή του Μπέη της επόμενης χρονιάς.
(Θεμιστοκλής Πασχαλίδης)