Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

Τζήκου Όλγα

ΑΜ 235

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Δ.Π.Θ. ΚΟΜΟΤΗΝΗ 2001-02

ΤΜΗΜΑ ΓΛΩΣΣΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΩΝ ΧΩΡΩΝ


 

Β. Ενδυμασία

Ενδυμασία Ανδρών: α. Ένδυμα, β. Υποδήματα 

γ. Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση

δ. Καλλωπισμός

Μαρτυρία κας Αρχοντούλας Αναγνωστοπούλου:

«Σήμερα σπάνια συναντούμε κάποιον γέρο με την παλιά ενδυμασία κι αυτή όχι ολοκληρωμένη. Τα μέρη της ενδυμασίας ήταν τα εξής: πουτούρι (φαρδύ παντελόνι επάνω, με πολλές πτυχές και κάτω πολύ στενό που κούμπωνε στο πλάι της γάμπας με τελένιες κοπίτσες).

Στη μέση στηριζόταν με κορδόνι περαστό (βρακοζόνα). Γύρω απ’ τη μέση τυλιγόταν το ζναρ’ (ζωνάρι), στενό μακρύ μάλλινο ύφασμα δίμιτο με κρόσσια στην άκρη. Τη μια άκρη την άφηναν να πέφτει (κρέμεται) πίσω. Το χρησιμοποιούσαν σαν τσέπη βάζοντας ανάμεσα ότι χρειαζόταν. 

Πουκάμισο: από λευκό βαμβακερό ύφασμα χωρίς γιακά αλλά κουμπωτό ως επάνω στο λαιμό. Αντί σακακιού φορούσαν το τζαμαντάν (εφαρμοστό με φαρδιά μανίκια, κόκκινο για τους νέους, σκούρο για τους γέρους κεντημένο με γαϊτανάκι μαύρο). Στις άκρες των μανικιών κρέμονταν μικρά κουδουνάκια. Ο αμπάς (είδος επανωφοριού) φοριόταν το χειμώνα. Ο αμπάς, το τζαμαντάν και το χειμερινό πουτούρι γινόταν από τσόχα. 

Το θερινό πουτούρι ήταν βαμβακερό και γαλάζιο γι’ αυτό και λεγόταν όσοι το φορούσαν γαλαζοβράκηδες. 

Το σαρίκι (μακρύ στενό μάλλινο ύφασμα βυσσινί ή μπλε τυλιγμένο στο κεφάλι). Η μία άκρη του, αφού κάλυπτε την κορυφή του κεφαλιού έπεφτε στον ώμο, ενώ η άλλη άκρη τυλιγόταν γύρω στο κεφάλι. Στα πόδια φορούσαν καλτούνια (είδος κάλτσας από ύφασμα που κούμπωνε στο πλάι). 

Τα παπούτσια τους, τα γκίμνια, ήταν χωρίς καμία ραφή επάνω (παντουφλέ), χωρίς δέσιμο ραφτά ή καρφωτά με λίγο τακούνι και πολλές φορές πατημένα πίσω σαν παντόφλα. Οι γκιμνιτζήδες είχαν τα εργαστήριά τους σε μια περιοχή τα «γκιμνιτζήδικα».

Ένδυμα γυναίκας (Μαρτυρία της ίδιας)

«Οι γυναίκες, μέσα στην πλούσια ενδυμασία έμοιαζαν κούκλες από πορσελάνη! Το φόρεμα – η πόλκα – όπως λεγόταν ήταν καμωμένο από ατλάζι μεταξωτό (νταλίδικου) κλαδωτό σε διάφορα χρώματα. Το κάτω μέρος γινόταν από 7 φύλλα και σχημάτιζε σούρα (πτυχές). Μακρύ μέχρι τον αστράγαλο πίσω σχημάτιζε ουρά. Το κορσάτ σε αντίθεση ήταν πολύ εφαρμοστό με μπαλλένες μέχρι το λαιμό. Η λαιμουδιά με δαντέλα γαρνιρισμένη ήταν κλειστή μέχρι επάνω. Το μανίκι φούσκωνε επάνω και κάτω ήταν στενό και κούμπωνε στο πλάι. Κι αυτό είχε δαντέλα. Τα μεσοφόρια ήταν λευκά κεντημένα ή με δαντέλα. Στα πόδια φορούσαν σκαρπίνια με τακούνια. Το στήθος το στόλιζε η καδένα (ωρολόγι με χρυσή αλυσίδα) ή παντατίφ (μενταγιόν). Τα μαλλιά τους τα έκαναν στις γιορτές με κτένες και καρφίτσες πολύ ψηλά. Κάθε μέρα φορούσαν τζιβρέ (μαντήλι) με πούλιες γύρω γύρω. Οι νέες. Οι γριές μαύρο φέσι. Ο τζιβρές ήταν το πρώτο δώρο της κοπέλας (του σμαδ’) στο γαμπρό, μόλις αρραβωνιαζοταν. Ο νέος το έβαζε στην τσέπη του πουτουριού να φαίνεται.

 

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
877
Έτος καταγραφής
2001-02
Επώνυμο
Τζήκου
Όνομα
Όλγα
Εικόνες