Τελετουργίες από ΝΙΚΗΣΙΑΝΗΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΚΑΛΑΝΤΑ.
Εκείνη την εποχή τα κάλαντα τα λέγαμε ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς . Μερικοί
τ’ άρχιζαν κι απ΄τα μεσάνυχτα. Πριν ξεκινήσουν τα παιδιά για τα κάλαντα
κατασκεύαζαν τα λεγόμενα «τουπούζια», που ήταν κάτι σαν ξύλινα σφυριά με
μεγάλο χερούλι. Αντί για μέταλλο είχανε ένα κομμάτι από χοντρό ξύλο. Αυτό ήταν
απαραίτητο για να χτυπούν την αυλόπορτα και να ακούει ο νοικοκύρης. Βέβαια, δεν
γινόταν πάντα δεκτά με καλοσύνη, γιατί ο κόσμος ενοχλούνταν από το ακατάλληλο
της ώρας. Συνήθως στα παιδιά που έλεγαν κάλαντα, έδιναν χρήματα. Φυσικά, τα
πιο μικρά νομίσματα, αλλά και άλλα κεράσματα, όπως σπιτικά κουλούρια,
μανταρίνια, μέχρι και ξυλοκέρατα. Αυτό ίσχυε μέχρι να φέξει, οπότε οι νοικοκυραίοι
για να απαλλαγούν από τα παιδιά τους έλεγαν «Άντε τώρα, ψώριασε (τελείωσε)».
Τα κάλαντα ήταν τα ίδια με τα σημερινά πρωτοχρονιάτικα. Τα Χριστούγεννα δεν
έλεγαν, τα παιδιά, κάλαντα. Αυτά επικράτησαν αργότερα, από άλλες περιοχές.
ΠΟΔΑΡΙΚΟ.
Στις 2 Ιανουαρίου (την επόμενη μέρα) ,γινόταν τα «ποδαρικά». Αυτά δεν γινόταν
από παιδιά, αλλά από μεγάλους. Πάλι, πρωί-πρωί (όχι ξημερώμτα), ξεκινούσαν,
λίγοι σχετικά, άντρες, και πήγαιναν σε συγγενικά κυρίως, σπίτια, να ποδαρίσουν,
για να μην προλάβει κανένας άλλος να μπέη πρώτος στο σπίτι με κακό ποδαρικό,
οπότε η χρονιά δεν θα πήγαινε άσχημα. Αυτός που ξεκινούσε για τα ποδαρικά είχε
μαζί του ένα πουρνάρι χλωρό, και έξω από την πόρτα του σπιτιού έπαιρνε μία
πέτρα, τόσο μεγάλη, όσο μπορούσε να κουβαλήσει. Μπαίνοντας στο σπίτι χτυπούσε
κάτω τα πόδια όσο πιο δυνατά μπορούσε (εξού και το «ποδαρικό»), και όταν
έμπαινε μέσα στο δωμάτιο όπου ήταν και η θερμάστρα, άφηνε κάτω την πέτρα
λέγοντας: «Όσο βαρίνει αυτή η πέτρα, να βαραίνουν και τα χιλιάρικά σας. Μετά
έπαιρνε το πουρνάρι, έσπαζε κλαδιά και τα έβαζε στην θερμάστρα, λέγοντας :
«Όπως σκάζουν αυτά τα φύλλα, έτσι να βγαίνουν απ΄τα αυγό και τα πουλάκια σας.»
Στην συνέχεια έριχνε και λίγο νερό στο τζάκι και κάτι έλεγε, αλλά δεν θυμάμαι τι.
Μετά έβγαζαν και κερνούσαν αυτόν που έκανε το ποδαρικό, συνήθως τσίπουρα και
κοψίδια απο χοιρινό, που το έψηναν εκείνη τη στιγμή.
(Τσεκουράκης Δαμιανός, καθηγητής Παν/μιου, ετών 56)
ΠΟΔΑΡΙΚΟ.
Τη δεύτερη μέρα του νέου έτους, όχι του Αγίου Βασιλείου. Αρχινούσαν ένα δύο
άτομα, πρωί σχεδόν, και συνήθως είχαν έναν μαζί τους που έπαιζε ή γκάιντα ή
ακορντεόν .Ξεκινούσαν και πήγαιναν σε ενός φίλου το σπίτι. Είχαν μαζί τους μία
πέτρα μεγάλη, ένα πουρνάρι και μία κανάτα νερό. Η νοικοκυρά τους ανοίγει την
πόρτα τους έβαζε μέσα και αφότου ευχόταν καλή χρονιά, χρόνια πολλά, και του
χρόνου, άρχιζε το ποδαρικό. Έπαιρναν την πέτρα και την άφηναν σε μία γωνία, κι
έλεγαν : «όσο βαραίνει αυτή η πέτρα τόσο να βαραίνουν τα λεφτά». Αυτός που είχε
την κανάτα έριχνε λίγο νερό στις τέσσερις γωνίες και έλεγε: «όπως τρέχει το νερό
έτσι να τρέχει το βιός μες στο σπίτι». Το πουρνάρι το έκοβαν σε μικρά κλαδάκια και
το έριχναν στη φωτιά, κι έτσι όπως έκανε «τσατ-τσατ», έλεγαν: «πώς πατλαντούν τα
αγκαθούδια έτσι να πατλαντούν τα πλούδια από τα αυγούδιας». Κι αφού έκανα
αυτά, η νοικοκυρά τους κερνούσε ένα κομμάτι κρέας χοιρινό, ένα λουκάνικο. Και τα
κρεμούσαν σε μία βέργα. Στην βέργα μέσα περνούσαν τις κότες και τα κρέατα και
πήγαιναν. Και σε όποιο σπίτι πήγαιναν, έπαιρναν και έναν μαζί τους. Τον νοικοκύρη
έπαιρναν, τον γιό έπαιρναν, ανάλογα με την παρέα. Αυτό γινόταν σε κάθε σπίτι που
πήγαιναν μέχρι να συμπληρωθεί η παρέα. Η παρέα το απόγευμα ήταν
συμπληρωμένη. Αυτό γινόταν ως τα «σμούχρα» (σούρουπο). Ύστερα πήγαιναν σε
ένα καφενείο και εκεί διασκέδαζαν ως το πρωί. Διασκέδαζαν, έπιναν, έτρωγαν,
μόνο άντρες ήταν όμως.
ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ
Από τα Χριστούγεννα μέχρι του Φωτός, πού αγιάζονταν νερά, πίστευαν ότι ερχόταν
καλικάντζαροι. Όλο το δωδεκαήμερο δεν έβαζαν καζάνι να πλύνουν τα ρούχα, ούτε
και να λουστούν οι ίδιοι και τα παιδιά τους .Τη νύχτα απέφευγα να γυρίζουν έξω.
Ένα κομμάτι κρέας, χοιρινό, το κρεμούσαν στο τζάκι για να πάει ο καλικάντζαρος να
φάει από κει, και να μη φάει το καλό που ήταν κρεμασμένο μέσα. Την πρωτοχρονιά
το βράδυ δεν μάζευαν το τραπέζι, το άφηναν στρωμένο να κατέβει ο καλικάντζαρος
να φάει. Δεν πετούσαν τη στάχτη από τη φωτιά. Είχαν ένα μέρος ,έναν τενεκέ
παλιό. Την έβαζαν τη στάχτη εκεί για ένα δωδεκαήμερο κι ύστερα την πετούσαν τη
στάχτη. Ύστερα, όταν αγιάζονταν τα νερά, έφευγε ο καλικάντζαρος. Πίστευαν ότι
ήταν ξωτικά, μικρά, μαύρα, με μαύρες ουρές, μακριά νύχια. Τότες πίστευαν ότι άμα
βγεις έξω θα σε έπαιρνε ο καλικάντζαρος και θα σε πήγαινε όπου ήθελε. Τάχα αυτοί
οι καλικάντζαροι όλον τον χρόνο πριόνιζαν από κάτω τον κορμό της γης, και τα
Χριστούγεννα διασκέδαζαν έτρωγαν, έπιναν, κι ύστερα παραμονή των Φώτων,
έφευγαν, όταν αγιάζονταν τα νερά.
ΤΕΛΕΤΕΣ
Όταν κάποιος ήταν βαριά άρρωστος, το φύλαγαν οι συγγενείς στο σπίτι για να
πεθάνει. Δεν είχε γιατροί τότες, και περίμεναν να πεθάνει. Αν πάθαινε κανείς
εγκεφαλικό, έλεγαν τότες: Α! Νταμπλάς τον χτύπησε.... Και τον περίμεναν να
πεθάνει. Όταν πέθαινε τον άλλαζαν όλα τα ρούχα του, ήταν καθαρά. Τα καλά του τα
ρούχα φορούσε, και τον ξενυχτούσε όλη τη νύχτα η γειτονιά. Σε αυτούς εννιάμηνα κι
ο χρόνος. Μεγαλύτερο μνημόσυνο ήταν τα σαράντα κι ο χρόνος.
ΑΡΑΠΗΔΕΣ.
Το έθιμο όπως ακούμε από τους παλιούς, ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος, επειδή ήταν
εδώ αι κατακτητάς, για να μπορέσει να τους διώξει πήρε και έκανε τους ανθρώπους,
τα παλικάρια που είχε, αράπηδες, κι ακροβολίστηκαν, και καθένας βγήκε από μέσα
από τις σπηλιές, και το μαχαίρι, τα ξύλα αυτά που έχουν, τις σπάθες που έχουν, της
έκαναν έτσι που λες (το σήκωσαν επάνω) και φοβήθηκαν αυτοί κι έφυγαν. Κι έτσι
πήρε το όνομα Νικήσιανη. Νίκησαν τους κατακτητές, κατάλαβες; Και για αυτό πήρε το
όνομα αυτό. μετά ακολουθήσαμε παππούς προς παππού έγινε όλα αυτά τα έθιμα
Μια φορά ερχόταν κατοχή, οι Βούλγαροι το απαγόρευσαν αυτό το έθιμο, μήπως
κατέβουν από τα βουνά οι αντάρτες και γίνουν αράπηδες εδώ και σκοτώσουν τους
Βούλγαρους. Μόλις βγήκαν εκεί πέρα στα σπίτια μέσα γινόταν τα παιδιά όλα αυτά. Κι
ο αδερφός μου ο μεγάλος έγινε αράπης, όπως βγήκαν εκεί μπροστά, στο σχολείο
απέναντι ήταν οι Βούλγαροι. Το είχαν δημαρχείο. Μόλις βγήκαν όλοι οι αράπηδες,
που λες, βγήκαν και οι Βούλγαροι, μέσα στα όπλα. Λένε: Σταματήστε. Τα
παίρνουν με στη δημαρχία, βγάλαν τις μπαρμπώτες, φωτογράφισαν, βάλαν ξανά
της μπαρμπώτες, ξεκίνησαν ύστερα κι έκαναν τη βόλτα για να δουν ποια είναι, κι εν
συνεχεία τότε επί τέσσερα χρόνια, γινόταν αυτή η δουλειά. Είναι που λες τώρα, και
συνέχεια από τότε, πάλι έθιμο αυτό το πράγμα δηλαδή. Φέτος δεν έγιναν τόσοι
πολλοί, έγιναν 40, έγιναν 25-30, πιο μπροστά 70-60, αλλά νέοι όμως να ναι, και
γερά παλικάρια. Ενώ τώρα δεν έχει, τώρα είναι οι καφετέριες και ντρέπονται να μη
μυρίζουν από το δέρμα. Να μη μυρίζουν. Ύστερα θέλει άμα γίνεις αράπhς, μόλις
ξεντυθείς να μπανιαριστείς και να μη βγεις έξω, διότι εάν είσαι άρρωστος, θα
μπορέσει να το διώξει να γίνεις υγιής. Θα μπορέσει να το διώξει, αλλά και αν σε
ρίξει κάτω. Θα σε καθαρίσει, ενώ θέλει η αράπη μόλις πας σπίτι και ξεντυθείς, να
κάνεις ένα μπάνιο, να ντυθείς να ξαπλώσεις μέχρι το επαύριο. Καταρχήν φορούν
κάπες από μαλλί, αλλά γίνονται στο εργοστάσιο, χοντρές κάπες, όπως είναι οι
βελέντζες οι λευκές, οι κόκκινες, μαύρο χρώμα αυτό όμως. αυτές είναι ειδικές και
για τις τσομπαναραιού και για τους αράπηδες είναι πρώτα η κ μεταπείσω βάζουν
σαμάρι. Βάζουν μία καμπούρα για να μπορέσει να έρθουν καλά τα σχοινιά, να
σφιχτεί για να πιάσει τα κουδούνια εδώ, και να μην κατεβαίνει, να μην κρεμάν.
Αυτός πηδάει πολύ, κι όταν δεν είναι σφιχτά απάνω δεμένα μπορεί να πέσουν και
να τα χάσει. Δεύτερο, θα βάνει τσαρούχια χοιρινά, από γουρούνια και από μοσχάρια.
Από το δέρμα γίνονται αυτά. Είναι και τα καλτσούνια τώρα. Τα καλτσούνια είναι
κείνα τα άσπρα τα μάλλινα, που τα φοράν εδώ (καλύπτει όλη την γάμπα), έχουν και
τα λουριά. Με αυτό το λουρί το τσιρβούλ, θα το κάνει τρύπες με μύτη, θα το βάνει
,θα το πλέξει. Όπως είναι τα κορδόνια, ορισμένα παπούτσια τέτοια ,θα ναι και το
λουρί με το τσιρβούλ, θα το φερς εδώ (στο γόνατο), θα το σφίξ,το καλτσούν.
Μετά θα το φέρς από πίσω, θα το φέρς εδώ εδώ απάνω ξανά, θα το κατεβάσεις,
θα το φέρς εδώ στο γόνατο, να έρθει σε (Χ), να έχει σταυρό εδώ μπροστά. Αυτά
γίνονται όλα με τέτοια. Μετά είναι η μπαρμπότα. Η μπαρμπότα είναι από
δέρμα από κατσίκι. Δεν κάνουν όλα τα δέρματα. Είναι ειδικό το κατσίκ για να το
κάνς μπαρμπότα. Να ναι δύο χρόνων ή τρία το κατσίκ. Δεν κάνει να είναι
μικρότερο. Δεν έχ εκείνο το μαλλί που πρέπει να χει. Διότι το μικρό είναι
ακούρευτο, ενώ το μεγάλο κουρεύεται και ξανανιώνεται. Κατάλαβες; Ξανανιώνει η
τρίχα από το ζώο. Και κάνς εκείνο . Το γεμίζεις με οτιδήποτε. Είτε άχυρα, είτε
χόρτα, είτε ότι βάνς. Το βάνς στο κεφάλι σου, και κάνεις δύο μάτια εδώ, να
βλέπεις. Κι από πίσω το δένς με ένα ζουνάρ. Με ένα άσπρο ζουνάρ. Τέτοια
ζουνάρια, συνήθως, τα φοράν οι γερόντοι. Οι παππούδες τα φοράν στην μέση .
Και τα άλλα, για, τα φοράν άμα γίνει κανένας αρραβωνιασμένος, κάνα παλικάρ,
που λες, τα βάνει η αρραβωνιαστικιά για να ομορφαίνει, έναν καρέ κεντημένο.
Αυτή είν η σημασία. Αυτά φοράει ο αράπς. Τα κουδούνια που βάζει, όσο μεγάλα,
τόσο καλά. Όποιος θα βάν πιο μεγάλα, θα βάνει τρία κουδούνια κι ένα
μπατάλ. Το μπατάλ είν από λαμαρίνα. Από γερή λαμαρίνα γίνεται, κι είναι
μεγάλο. Τα άλλα είναι άλλο μείγμα. Μπρούτζινα είναι; Μπακίρ είναι; Αυτά ως επί
το πλείστον γίνονται κάτω στην Παραμυθιά. Αυτά είναι κάτω, κατά τα Γιάννενα
μεριά. Εκεί πρέπει να ναι... Όσο πιο μεγάλα κουδούνια έβαζε ο καθένας τόσο πιο
παλικαρ ήτανε.
Κρατούσαν και σπαθί! Παλιότερα παλέψανε, που λες. Και τον νίκαε. Σε λέει
εκείνος ο αράπης, πιο δυνατός είναι. Παμ, να φύγ με. Τι καθόμαστ εμείς εδώ. Θα
μας κοψ κι μας αυτός. Αυτόν που έριξε κάτω, τον έριξε για να τον κόψ με την
μαχαίρα. Γι αυτό τον έριξε κάτω, για να παλέψουνε. Και παλέψανε, που λες.
Κι οι άλλοι πέφτουν απάνω του και λένε: τι έκανες τώρα; τον έκοψες; Και
λέει ο άλλος από κάτω : τον έκοψα. Με το που το λέει, πετάγονται,
πετάγονται όλοι απάνω και ρίχνουν τις μπαρμπότες από τα κεφάλια.
Εμείς παλιά κάναμε έξι-επτά βόλτες, και τροχάδειν. Τότε, όμως, δεν είχε ούτε
πλατείες, ούτε χοροί, ούτε όργανα, τίποτα. Στα σπίτια ντυνόμασταν, κι ύστερα
έβγαιναμε έξι-επτά άτομα, και γυρνούσαμε όλο το χωριό. Ξεντυνόμασταν μεις,
γίνονταν άλλοι. Μέχρι το πρωί. Εκείνα τα χρόνια δεν κάναν αυτό που κάνουν
τώρα. Εντωμεταξύ εκείνα τα χρόνια, γίνονταν και την Πρωτοχρονιά. Τώρα
γίνονται μόνο τ Αη-Γιαννιού. Έτσι το ξεκίνησαν τώρα. Οι πολιτιστικοί σύλλογοι το
κάναν έτσι, ένα και καλό. Βάζουν και χορούς, και τραγούδια...Τα κορτσάκια που
χορεύουν, συμβολίζουν τις αρχαίες. Τις στολές φορούσαν και οι αρχαίοι. Κι
αρχαίοι χοροί χορεύουν. Διαφόρους χορούς τοπικούς : μια γαλάζια
περιστέρα το Ευζωνάκι Μακεδονία ξακουστή. Αυτά χορεύουν.
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
Φορούσαν τις βράκες, τα «ποτούρια». Το παντελόνι το’λεγαν πουτούρ΄. Τα
παπούτσια τα΄λεγαν «γιουμίνια». Τα παντελόνια τα’λεγαν πουτούρια. Ήταν σαν
βράκες απο τσόχα. Τα γιλέκα τα΄λέγανα «τσιπνκένια», τα’λέγαν κοπαράαν’ κι
τέτοιο, τσιπνέκ΄. Αυτό το λέγαν ζουνάρ; Στη μέση το φορούσανε. Όπως το βάν΄ς
ένα.
ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
Την Μεγάλη βδομάδα, από Μεγάλη Δευτέρα, μέχρι και Μεγάλη Τρίτη, ταίριαζαν
τα σπίτια τους. Τα ασβέστωναν, τα καθάριζαν...Μεγάλη Τετάρτη δεν έκαναν
δουλειές γιατί ήταν ο Μυστικός Δείπνος και πήγαιναν στην εκκλησία. Έβλεπαν
να μαγειρέψουν μόνο. Από την Μεγάλη Τετάρτη μέχρι την Μεγάλη Παρασκευή,
πήγαιναν στην εκκλησία. Κυρίως την Μεγάλη Παρασκευή, οι γιαγιάδες δεν
έτρωγαν τίποτα. Οι νοικοκυρές δεν έβαζαν στην φωτιά την κατσαρόλα. Ή
μαγείρευαν από βραδύς, ή έτρωγαν κάτι πρόχειρο. Την Μεγάλη Πέμπτη,
ετοίμαζαν να βάψουν τ’ αυγά, και το πρώτο αυγό της ημέρας, το έβαφαν πρώτο
και το΄βαζαν στο εικόνισμα. Και το είχαν όλον τον χρόνο εκεί. Και του χρόνου,
έθαβαν το παλιό, κι έβαζαν το καινούριο. Άμα δεν το θάβανε, το παίρνανε στην
εκκλησία, και πίστευαν πως με το «Χριστός Ανέστη», το αυγό μαλάκωνε και
γινότανε πάλι φρέσκο. Τόση ήταν η πίστη τους. Πίστευαν πολύ παλιά. Την
Μεγάλη Πέμπτη, κάνανε τσουρέκια, δύο ή τρείς νοικυρές μαζί. Άναβαν φούρνο
και τα έψηναν. Το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία και ξενυχτούσαν. Στόλιζαν τον
επιτάφιο, κυρίως κοπέλες. Μετά τα δώδεκα Ευαγγέλια, έφτιαχναν τον επιτάφιο
καιξενυχτούσαν εκεί. Την Μεγάλη Παρασκευή πήγαιναν όλοι να περάσουν κάτω
από τον επιτάφιο. Μόνο αυτοί που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεβάτι
δεν πηγαίναν. Το βράδυ πήγαιναν στον επιτάφιο. Τον σήκωναν τα παληκάρια
στον ώμο, κι έκαναν τον γύρο του χωριού. Το Μεγάλο Σάββατο, άρχιζε η
προετοιμασία για την ημέρα του Πάσχα. Να σφάξουν κατσικάκια, αρνάκια, να
ετοιμάσουν τ΄αντεράκια, τις κοιλίτσες. Να ετοιμάσουν φαγητό για την άλλη μέρα.
Το βράδυ παίρνανε όλοι απο ένα αυγό και τις λαμπάδες τους, και πήγαιναν στην
εκκλησία. Την ώρα της Αναστάσεως, έβγαιναν όλοι έξω στην αυλή. Τότε άρχιζαν
να τζουγκρίζουν τα αυγά τους. Τα΄τρωγαν κιόλας μερικοί. Είχε πυροτεχνήματα,
πιστολιές...Όποιος έπαιρνε πρώτος το Άγιο Φως απο την λαμπάδα του παπά,
ήτανε πολύ ευτυχισμένος. Θα του περνούσε καλά η χρονιά. Το Άγιο Φως το
πηγαίνανε στο σπίτι, κι έσβηναν το παλιό καντήλι, και το άναβαν με το καινούριο
Φώς.
Μετά την Ανάσταση, τη νύχτα, όσοι είχαν πεθαμένους, πήγαιναν το άγιο φως στο
νεκροταφείο. Μετ΄α γυρνούσαν σπίτι, έστρωναν τραπέζι, έτρωγαν, τσούγκριζαν
πάλι τ’αυγά, κι όποιος έσπαζε το αυγό του αλλουνού, το΄παιρνε εκείνος και το
έτρωγε.Η Κυριακή του πάσχα ήταν μια οικογενειακή μέρα. Έπαιρναν όλοι τα
παιδιά τους και τα’γγόνια τους, Η μάνα έπαιρνε ένα μεγάλο τσουρέκι και το έβαζε
σε μια άσπρη πετσέτα με νταντέλα, την καλύτερη που είχαν. Και πόσο μέλη είχε
η οικογένεια του νουνού, τόσα αυγά πήγαιναν, κι ένα μπουκάλι κρασί. Και
τα΄στελναν του νουνού με το παιδί που βάφτισε πρώτο. Ο νουνός από το
τσουρέκι έκοβε ένα κομμάτι, κι άφηνε στο μπουκάλι λίγο κρασί, και το επέστρεφε
πίσω. Έδινε στο παιδί το φιλοδώρημα. Την Κυριακή του Πάσχα, στην δεύτερη
Ανάσταση, πήγαιναν κυρίως στην εκκλησία η νεολαία με τις λαμπάδες. Οι μάνες
που είχαν μικρά παιδιά και δεν μπορούσαν να πάνε στην Ανάσταση, τα έπαιρναν
και πήγαιναν στην δεύτερη.