Τελετουργίες από ΜΕΤΑΞΑΔΩΝ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Α) η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
« 40 μέρες πριν από τα Χριστούγεννα δεν κάναμε κάτι το ξεχωριστό απλά όσοι ήθελαν νήστευαν για να κοινωνήσουν τη μέρα των χριστουγέννων»
Β) το δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)
« αρχίζοντας από το δωδεκαήμερο των χριστουγέννων και της προυτουχρονιάς (πρωτοχρονιάς) ούλνοι (όλοι) στου χουριό προυετοιμάζονταν απ’την παραμουνή της τρανής γιορτής. Ημείς (εμείς) οι νοικοκυρές θυμιατίζαμε του σπίτ κι καλουσουρνούσαμε τα καρκατζέλια (καλικάντζαρους). Οι άντρις (άντρες) αργά το βράδ’τα μεσάνυχτα διαίρναν (γυρνούσαν) στα «κόλιαντα». Δεν τραγουδούσανι αλλά έκλιβαν χουρίς να τους καταλάβουν απ’τις αυλές των σπιτιών κάρα αυλόπορτες που ήταν ξύλινες τότες κι ότ’άλλο ξιχνούσαν έξου οι νοικοκυραία. Αυτά τα πάαιναν στην πλατεία του χουριού κι απού κει οι κάτοχοιτς τα πίρναν την άλλιαν μέρα, αφού πρώτας άφηναν κάποια χρήματα σαν αντάλλαγμα. Την παραμονή του ταχια (του πρωί) ξικνούσαμε (ξεκινούσαμε) να σφάζουμε γρούνια (γουρούνια). Τα πιδάκια γυρνούσαν στα κάλαντα. Του βράδ’τρώγαμε τα «ιννιά φαγιά» (εννιά φαγητά) που ήταν νηστίσιμα. Μαζευόμασταν όλ’ οικογένεια να φάμε κι καρτιρούσαμε (περιμέναμε) τους «Χριστοϊννάδες». Αυτοί ήταν παλκάρια του χουριού που έλιγαν τα «Χριστόϊαννα» (κάλαντα) του βραδ της παραμουνής. Ξεκνούσαν απ’τουν Άγιο Αθανάσιο κι γυρνούσαν όλου του χουριό. Ήταν χουρισμέν σι αμάδες κι έλιγαν τα κάλαντα σι κάθε σπίτ ανάλογα μι ΄τατοματ. (τα άτομα του).
Για τουν παπά ή τουν πρόιδρο οτυ χουριού έλεαν (έλεγαν)
«¨Αφέντη μ’ αφεντάκι μου, πέντε φορές αφέντη σήκω σαμπάχλια αφέντη μου και κάτσε στο θρονί σου και πάρε το άργυρό ταψί και νίψε το προσωπό σου..»¨
Για τους χτίστες:
«¨Αφ’εντη χρυσουμάστορα κι ολάργυρη η τέχνη σ’ το σκιπαράκι σ’ άδραξε κι στο βουνό ακούσ’ κει….»¨
Για τους καταστηματάρχες:
«Ένας ‘μορφος πραματευτής κι μορφομπιζιργιάννης στην Προύσα κι αν πραμάτεψε στη Βενετία να πάει..»¨
Για το νεογέννητο μωρό:
«Ένα μικρό μικρούτσικο Σαββατογεννημένου Σάββατου κι αν γεννήθηκε την Κυριακή Βαφτίσ’ κει..»
Για τα αγόρια:
«Μάνα ν’ όπου ‘χει τον υγιό τον παλιοκανακάρη τον έλουζε, τον χτένιζε και στου σχολειό τον στέλνει..»
Για τους νέους:
«Και κείνος που ‘ναι νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει.»
Για τα κουρίτσια:
«Φραγκιτσα με τα κόκκινα κι μι τα μαύρα μάτια, Φραγκίτσα, δος μας το φιλί, δος μας κι την αγάπη..»
Για τους μαθιτίς (μαθητές)
«Γραμματικέ μ’ κι λειτουργέμ’ κι ψάλτη μ’ κι αναγνώστη μ’ χαρτί βαστάει στα χέρια του χαρτί κι καλαμάρι..»
Ακόμα τραγούδαγαν για τους πιταλωτές (πεταλωτές), τους σιδεράδες, τους ράφτες, τους στρατιωτικούς, τους μπογιατζήδες, τους βοσκούς, τους αρραβωνιασμένους, τους παντρεμένους, τους άτεκνου. Σ’ όλα τα σπίτια όμως άρχιζαν με το:
«Χριστόϊαννα, Χριστόϊαννα, τώρα Χριστός γεννιέται γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα το μελ του τρώνε οι άρχοντες και τα φλουριά στους άγιους κι το μελισσοβότανα φορούν τα παλικάρια».
Τειλείωναν (τέλειωναν) κατά τα μισάνυχτα (μεσάνυχτα) με το τραγούδ’:
«Κι απέδου διάβαινε ο Χριστός με δώδεκα Απουστόλους κι πάλι πίσω γύρισει με τους εννιά αρχαγγέλους κι όπου ακούμπισκει ο Χριστός χρυσό διντρίτσι (δεντρίτσι) βγήκε χρυσά ήταν τα κλωνάρια του κι ολάργυρα τα φύλλα κι απάνου στις κουρφούδις (κορφούδες) του πιριστίρα (περίστερα) φούλιαζαν.»
(Καλαϊτζή Ζωή)
Πρωτοχρονιά
«Από βραδύς οι νοικοκυρές άνοιγαν τα φύλλα για τη βασιλόπιτα. Τα πιδάκια πριν ξημερώς (ξημερώσει) καλά-καλά διάαιρναν (γυρνούσαν) στους δρόμους κι στα σουκάκια για τα «σούρβαλα» (πρωτοχρονιάτικα κάλαντα) κι φούναζαν: «Σούρβαλα, μπάμπου, τσιτσι» που σημάινει : «Κρέας, γιαγιά, στη σουρβαλιά». Σουρβαλιά ήταν μια γιρή (γερή) βέργα από κρανιά στην οποία πιρνούσαν (περνούσαν) κουλουράκια, παστό κρέας κι λουκάνκα. Αυτοί τώρα που δεν είχαν πολλά χρήματα πιτούσαν στην αυλή καρύδια κι τα πιδιά τα μάζωναν (μάζευαν). Μετά την εκκλησία καθομασταν ολ’ γύρω απ’ του σουφρά (ξύλινο τραπέζι) για να κόψουμι την βασιλόπιτα. Θυμιατίζαμε κι ου αφέντς του σπιτιού, ου μπουμπάς συνήθως σταυρούνει την πίττα κι την εκούβει. Εκουβει πρώτα για τον Αι-Βασίλ, για του Χριστούλ, για του σπίτ, για τα ζωντανα, για τα χουράφια, κι στου τέλους για μας την οικουγένεια ξεκινώντας απ’ τον τρανύτερου στουν πιο μικρό.»
«Στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων αι νοικοκυρές βάζχαμε να βρας, η «μπάμπω» (χοντρό λουκάνικο από έντερο γεμισμένο με χοιρινό κρέας ψιλοκομμένο)».
Γ) Γιορτές του Φεβρουαρίου
Στις αρχές του Φλέβάρ όπως κι σήμερα γιουρτάζουμε τρεις γιουρτές. Στις πρώτ (1) γιορτάζουμε τουν Τρύφουνα, στην άλλιαν μέρα είνι η Υπαπαντή κι στις 3 είναι του Συμεών. Την ημέρα τ Αγίου τρύφουνα παίρναμι απ’ την εκκλησία αγιασμό κι του ρίχναμι στ’ αμπέλια κι λέγαμι:
«Κάθι κλίμα κι καλάθ’ κάθι αράδα κι καράβ’. Την Υπαπαντή πααίναμε απλά στην εκκλησία, ενώ του Συμεών εξαφανίζαμε τα ψαλίδια, τα μαχαίρια, τα τσικούρια για να μην κόψουμε, γιατί αν είχαμε στου σπίτ κάποια έγγυου γναίκα ή ζώου, θα γεννιούνταν σημεδιμένο του πιδί».
Δ) Απόκριες
«Την Τσικνοπέμπτη σφάζαμι τα κτοόπουλα μα για να μην τσικνώς όλου του χρόνου το φαΐ.
Την τιλιφταία Κυριακή, της Τυρίνης, πααίναμι στα πατρικά μας τα σπίτια για να ευχηθούμι «σχωρεμένα κι βλοημένα», να φάμε κι να πιούμι. Η πιθιρά μας κιρνούσε ιμάς (εμάς) τις νύφες χαλβά.
Την καθαρά Διφτέρα (καθαρή Δευτέρα) κάναμι του τρανίτερου γλέντ. Ηκλέγαμε (εκλέγαμε) τον μπέη κι τουν μαύριζαν μι κάρβουνο. Αυτός κάθονταν πάνου σ’ ένα αμάξ’ δίτροχο γιουμάτο σκόρδα κι κριμμύδια κι μαζί μ’ άλλους γύριζει τα σπίτια κι μάζιβαν όσπρια όπους φασούλια, ρουβίθια, κι σταρ (σιτάρι), που τελεφταία τα πουλούσαν κι τα λιφτά που μάζιβαν τα δίναν στην εκκλησιά ή τους φτουχούς. Ένας άλλους πάλι ντύνονταν αράης (αράπης). Φτιάναμε κι του «σταμπουλουδ» που ήταν σαν σκιάχτρο φτιαμένο μι άχυρου, έμοιαζι μι άνθρουπου κι του είχανε πάνου σι τροχούς. Αυτό του σκιάχτρου, ο αχυρένιους άνθρωπος, είχε ψλατ (πάνω του) ένα γράμμα για τουν αράπ που λεγε ότι ήρθει απαλλιαν (από άλλη χώρα/εξωτερικό) κι θέλ να παλέψναν. Άρχιζε η πάλη κι νικούσι στου τέλους το σταμπουλουδ. Ο αράης κρατούσει ένα μακρύ ξύλου, που κατέληγει στου «τουπουζ» που ηταν ένα βαθύ και πλατύ πιάτου, μέσα σ’ αυτό έριχναν ου κόσμους χρήματα. Είχει κι ένα ζιβγάρ κυάλια ξύλινα κι έβλιπει ποιος δεν έριχνει δραχμές. Ύστιρα χόριβαν κι του χουρό τουν έσιρναν πρώτα η «γναίκα» (γυναίκα) του που κρατούσι ένα μπακίρ γεμάτου νερό, όπου κι μέσατ έριχναν ο καθένας τουν οβουλότ. Τελευταία ου αράπς εύχουνταν για τα σπαρτά κι πιτούσε στουν αέρα σπόρους. Όσο πιο ψηλά πάηναν (πήγαιναν) τόσο τρανύτερη θα ταν η σοδειά των γεωργών».
Ε) Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή.
«Σαράντα μέρες πριν την ημέρα του Πάσχα κάναμε νηστεία για να κοινωνήσουμε. Οι γιουρτές αρχίναγαν απ’ του Σαββάτου του Λάζαρου. Τη μέρα αυτή οι Λαζαρίνες (κορίτσια ντυμένα με την καλή τους φορεσία), διάαιρναν απ’ του ταχιά ούλου του χουριό κι τραούδαγαν στα σπίτια των νοικοκυρέων. Μπαίνοντας στις αυλές έλιαν (έλεγαν): «Σ’ αυτά τα σπίτια τα ψηλά, με μάλαμα στρωμένα, με μάλαμα και με φλουριά και με μαργαριτάρι..»
Ανάλογα τώρα μι του σπιτ, έλιαν τα ίδια τραούδια μι τα Χριστούγεννα αλλά άλλαζαν του ρυθμου πηγαίνοντας απ’ του ένα σπιτ στου άλλου τραουδαγαν:
«Π’ άρχοντα σπίτι βγαίνουμεν σ’ αρχοντικό θα πάμε, λαλ’, αηδονάκι μ’, λάλα»
Την Κυριακή των Βαΐων, αφού σχουλούσε η Εκκλησία, όλοι μαζεύονταν στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, τραγουδούσαν κι χόριβαν. Το τραγουδ που λεαν (λέγαν) πρώτ’ απ’ όλα ήτνα:
«Γιάννης τη Μάιδω θέλει κι την αγαπάει μα η Μάιδω δεν τον θέλει, δεν τουν αγαπάει και κίνησε κι ο Γιάννης όλο κλαίγοντας κι όλο παίζοντας στην αδερφή του πάει και στην Κάλλιω μ’, αδερφή του πάει και στην Καλλιώ του
- Ωχ! Τι να κάμω Κάλλιω, Κάλλιω μ’, αδερφή μ’ που δε με θέλει η Μάιδω, δε με αγαπάει.
- -Σώπα, σώπα συ Γιάννη, εγώ θα κολαστώ θα κάνω εγώ τη Μάιδω να ‘ρθει μοναχή, βάζει γυναίκας ρούχα κι κόρης πρόσωπο παίρνει κι τη ρόκα κι διαλάλησε κι ψιλόγνεσε.
- - Άιντε, μωρέ κορίτσια, να πάμε για λουλούδια, για τριαν΄ταφυλλα. Άιντε μωρή Μάιδω, για δεν έρχεσια;
- Φοβούμαι απ’ το Γιάννη κι δεν έρχοαμι.
- Ο Γιάννης κάπου πάει κι δεν είναι ‘δω. Εκίνησε κι η Μάιδω όλο παίζοντας κι όλο ρίχνοντας. Στη στράτα που πηγάιναν Γιάννης την κοιτάει, την καλοκοιτάει.
- Μάιδω, αν ήταν ‘δω Γιάννης, τι θα έκανες;
- Εγώ, αν ήταν Γιάννης, ή θε να σφαχτώ ή θε να πνιχτώ.
- Μάιδω, εγώ είμ’ ο Γιάννης, γιατί δε σφάζεσαι, γιατί δε πνίγεσαι;
Ανάθεματην Κάλλιω που με πρόδωσε και έκαμε το Γιάννη και με ντρόπιασε.»
Τη μεγάλη Πέφτη (Πέμπτη), έβαφαν τ’ αυγά με ριζάρ (κόκκινη ρίζαλκι με κρεμμυδότσουφλα. Αφού τελέιωναν του βάψμου έπιρναν ου καθένας ένα αυγό, του γύριζαν στο πρόσουποτς ρεις φορές κι έλιαν:
«Καλώς ήρθες Πασχαλίτσα μ’, καλώς ήρθες σ’ εμάς η υγεία, στους γύφτους η αρρώστια»
Τις Πασχαλιάτικες κουλούρες μι του κόκκινου τ΄αυγό στη μες κι τα τσουρέκια τα φτιάναν οι νοικοκυρές τη μεγάλη Παρασκευή.
Την Κυριακή του Πάσχα αφού σχουλνούσε (τέλειωνε) η λειτουργία πααίναμε στη νουνά την Πασχαλιάτικη κουλούρα, τ’ αυγά κι ψήναμι κι τρώγαμι όλοι μαζεμέν (μαζεμένοι) του αρνί.
Το απόγευμα στην πλατεία γίνουνταν χουρός. Οι γναίκες ενώ χορέβαμι τραγουδούσαμι κι μαζί. Του πρώτου τραγούδ που πίζαν (παίζανε) τα όργανα ήταν ο «Γενίτσαρος».
«Ένας κοντός γενίτσαρος, πολύ κοντός δεν ήταν βαριά δοστά του έδιναν που ‘χει όμορφη γυναίκα τον ζήλευαν γειτόνοι τον ζήλευε κι ο βασιλιάς που χει όμορφη γυναίκα..»
Τα κουρίτσια κι τα παλκάρια πάαιναν στην εξοχή, στουν κάμπου κι έφτιαναν κούνιες αν΄τικρυ. Ανέβιζαν λοιπόν ψλά (πάνω) σ’ αυτές, κουνιούνταν κι τραούδααν όλ’ μαζί:
«Η μάνα του Γιάννη στην εκκλησιά να πάει, κι η αδερφή στολίζονταν το Σάββατο όλη μέρα μπροστά πηγαίνει η μάνα του, στη μέση η αδερφή του κατόπιν πάει ο νηστικός σα μήλο μαραμένο, σα μήλο σαν τριαντάφυλλο, σαν πράσινος βασιλικός..»
Μιτά του Πάσχα γιουρτάζαμι του Αγίου Πνεύμα. Τη μέρα αυτή δεν πηαίναμε στα χουράφιακι επειδής κανείς δεν έκαμε τίπτας λέγαμε ό κι ο κούκος φουλιά (φωλιά) δεν φτιάψν.
Στ) Ακίνητες εορτές της άνοιξης.
«Μία απ΄’ τις γιουρτές της άνοιξης που γιουρτάζαμι κι γιουρτάζουμε ως τα σήμερα είνι (είναι η Προυτομαγιά (Πρωτομαγιά). Προυί -Προυι όλες οι νοικοκυρές πααίναμε να φέρουμι «κάρες» (κλωνάρια καρυδιάς), για να τις βάλουμι στην πόρτα κι να λουστούν όλοι, ώστε να μαστε γιροί (γεροί). Έπειτα πααίναμε στουν Αγίου Κωνσταντίννου (εκκλησάκι των Αγιών Κωνσταντίνου κι Ελένης), Ηκεί (εκεί) τρώγαμε κι χορεβαμι.
Την Παρασκιβή (Παρασκευή) της Ζωοδόχου Πηγής κάναμι ένα πανηυρούδ (πανηγυράκι) στου Κουρί, στο εκκλησιακ του Προφήτ Ηλία κι πάλι ψίναμι, χορέβαμι κι τρώγαμι τους «τσιβριμέδες» (τα ψητά)»
Ζ) Γιορτές του καλοκαιριού
«Του θέρους, του καλακιρ γιουρτάζαμι του «Γιάγιανο» δύο βράδια, στις 23 κι στις 24 του θεριστή (Ιουνίου). Η γιουρτή αυτή θυμίζει στους γεωργούς ότι ήρθει (ήρθε) το καλκαίρ στα μισά του κι ότι δεν επιτρέπονται πια τα σπαρτά. Απού του βραδ της 22ας του Ιούνη ετοιμάζαμε τα καλάμας. Μι το που ξημερούνει πααίναμε στα χουράφια μας κι απού κει φεύγαμε για τα σπίτια μας μουν το βράδ. Οι γυναίκεις (γυναίκες) φόραγαν κόκκινα πουκάμισα. Τεέφταία (τελευταία/τέλος) φτιάναμε ένα μπουκέτου μι λουλούδα πιο πολύ του γιάγιανου κι από καρές (καρυδιές) κι χαρέβαμι μ’ αυτό σια την πλατεία. Του ίδιου του κάναμι κι την άλλιαν τη μέρα. Τραγουδούσαμι λοιπόν κι χορέβαμι μι του τραγούδ:
«Και γιάγιανος και σύναρος, του Γιάννη το βοτάνι τα δύο βοτάνια μάλωναν ποιο να μυρίσει κάλλιο μυρίζει ο Άγιος Βότανο που ξιέρ’ κι απού μυρίζει μυρίζει και το αγόκλημα που ξιέρ’ κι από το κλήμα μυρίζει κι άις – Γιάγιαν που ξιέρ’ κι απού τη γη του.
Κόρη ξανθή τον μάζευε πλέκοντας το γαϊτάνι πλέκοντας και χαζεύοντας και σιγοτραγουδόντας στη μέση πλέκουν το Χρσιτό, στην άκρη το Βαγγέλιο και στα πλεκογυρίσματα πλέκουν τον Αϊ-Γίαννη.
Βρυσίτσα πετροκάλαμη για τούτο σε καρτέρεσα να έρθει ο κόσμος για νερό, νερό να μη τους δώσεις, μόνο να τους ρωτήσετε ποιος έιναι ο Γιάννης ο βασιλιάς απ’ όχει εννιά υγιούς και τους εννιά τους πάντρεψε, εννιά νυφάδες παίρνει όλες αφέντ’ τον έλεγαν, όλες μαντήλ τον δώριζαν, η ωύφη η μικρότερη αφέντη δεν τον έλεγε, μαντήλι δεν τον δώριζε» Η αλ γιουρτή που έιχαμι ήταν του Προυφήτ Ηλία»
Η) Γιορτές του φθινοπώρου ως την εορτή του Αγίου Φιλίππου.
¨Δύο γιουρτές που γιουρτάζαμε του χιουνόπορου ήταν πρώτα στις 14 του Σταυρού κι τουν Αϊ-Δημήτρη. Αυτές τις μέρις πααίναμε στην εκκλησία κι στήνονταν τρανα γλέντια στην πλατεία. Οι γυναίκες του χουριού τραγούδαγαν κι χόριβαν».