Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΠΡΩΤΟΚΚΛΗΣΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Έθιμα του λαϊκού εορτολόγιου

Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα άρχιζε στις 15 Νοεμβρίου. Σε αυτή τη σαρακοστή επιτρεπόταν μέχρι του Αϊ Σπυρίδων 12 Δεκεμβρίου να καταναλώνουν ψάρι επειδή η γέννηση του Χριστού ήταν ευχάριστο γεγονός η νηστεία ήταν πιο ελαφριά. Το δωδεκαήμερο κατανάλωναν πολύ κρέας διασκέδαζαν έπιναν άφθονο κρασί και πήγαινα στην εκκλησία.

Σε όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου κάθε βράδυ άναβαν την κανδήλα τους και θυμιάτιζαν όλο το σπίτι για να φύγουν οι καλικάντζαροι και να μην τους μαγαρίσουν το χοιρινό κρέας που είχαν κρεμασμένο στο χαγιάτι. Τα κάλαντα των Χριστουγέννων το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων μεγάλη ομάδα από νέους 18 - 20 ετών γύριζε στα σπίτια του χωριού και έψαλε τα κάλαντα «κόλλιντα».

Η ομάδα ξεκινούσε από την εκκλησία. Σε κάθε σπίτι που επισκέπτονταν έλεγε καταρχήν το τραγούδι: «Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες, Η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε ακόμα παρακαλούσε τους Αποστόλους, τους Αρχαγγέλους. Βοηθήστε με αυτή την ώρα, το ότι την ώρα τη βλογημένη, τη βλογημένη τη δοξασμένη. Μ’ ώς που να πάγω στους Αποστόλους κι ώς που να τρέξω στους Αρχαγγέλους η Παναγιά μας ξελευθερώθηκε».

Έπειτα έδινε τις κατάλληλες ευχές και ένα τραγούδι για τη θυγατέρα ή το νέο της οικογένειας.« Κυράμ’ τη θυγατέρα σου νύφη να τη στολίσης με τα χρυσά τα στεφάνια και τις χρυσές λαμπάδες, μπροστά να πάει ο Σταυρός και πίσω οι παπάδες»

Ή

« Κυρά μου τον υγιόκα σου τον μοσχοκανακάρη να δώσει ο Θεός κι η Παναγία παπά να τον εκάνης. Να μπουν’ να βγουν’ να λειτουργεί να βγουν’ να θυμιατίζει»

Βγαίνοντας η ομάδα από το ένα σπίτι για να επισκεφτεί το άλλο:

« Απ’ άρχοντα σπίτια βγαίνουμε σ’ αρχιντικά θα πάμε…»

Η νοικοκυρά τότε έβγαινε αμέσως να τους υποδεχτεί να τους κεράσει, να τους προσφέρει δώρα, κυρίως χοιρινό, λουκάνικα, λαρδί και λίγα χρήματα. Αν κάποιος δεν τους άνοιγε τραγουδούσαν αυτή τη φορά άλλο προσβλητικό τραγούδι.

« Αρκούδα κακομούτσουνη με μαλλιαρά ποδάρια, δεν σε βαστά η καρδούλα σου να βγεις στα παλικάρια».

Το τραγούδι αυτό το έλεγαν με δυνατή φωνή για να ακουστεί στο χωριό και την άλλη μέρα άρχιζαν οι συζητήσεις για το κουτσομπολιό. Για αυτό μόλις άκουγαν το τραγούδι άνοιγαν αμέσως την πόρτα δικαιολογούμενοι για την αργοπορία.

Τα « Σβούρα της Πρωτοχρονιάς»

Την ημέρα της πρωτοχρονιάς τα μικρά παιδιά κρατώντας μια «σουρβάκα» (κλαδί κρανιάς με μπουμπούκια) επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού και αφού χτυπούσαν ελαφρά την οικοδέσποινα με την σούρβακα στην πλάτη έλεγαν: «Σούρβα – σούρβα κι Αϊ Βασίλη και του χρόνου γεροσύνη»

Έδιναν ευχές για το νέο έτος και έπαιρναν το δώρο τους. Το δώρο ήταν ένα κομμάτι χοιρινό ή ένα λουκάνικο ή λαρδί που το περνούσαν σε μια σούβλα που είχε το παιδί στο χέρι του, ή το έδιναν μικρά νομίσματα ακόμα ξηρούς καρπούς κλπ.

Των φώτων μετά την εκκλησία όλοι οι κάτοικοι κατευθύνονταν στο ποτάμι. Εκεί ο παπάς έριχνε το Σταυρό και οι νέοι έπεφταν στα παγωμένα νερά να πιάσουν το Σταυρό. Αυτός που τον έπιανε έπαιρνε τις ευχές από όλους και μετά μαζί με τον παπά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι ν αγιάσουν για να διώξουν τους καλικάντζαρους από τα σπίτια με το αγιασμένο νερό. Οι κάτοικοι τους πρόσφεραν χρήματα και κεράσματα.

Υπαπαντή γιορτή όλων των μανάδων και του Αγίου Συμεών f που εκείνη την ημέρα οι γυναίκες που περίμεναν παιδί δεν έπρεπε να κάνουν δουλειές να κόψουν ψωμί με μαχαίρι, να κόψουν με ψαλίδι γιατί πίστευαν ότι το παιδί θα έβγαινε σημαδεμένο.

Οι απόκριες.

Μόλις άνοιγε το τριώδιο άρχιζαν οι χοροί και οι διασκεδάσεις για τις απόκριες με αποκορύφωμα τον «Μπέη» της καθαράς Δευτέρας.

Ο μπέης ήταν αυτός που φρόντιζε για την καλή σοδειά για την εκτέλεση των γεωργικών εργασιών και της συγκομιδής των προϋόντων γι αυτό η γνώμη του ήταν σεβαστή σε όλους τους κατοίκους. Οι λεπτομέρειες της γιορτής ήταν οι εξής:

Το πρωί της καθαράς Δευτέρας ο « Μπέης» που εκλέγονταν από την προηγούμενη χρονιά ανεβασμένος σε μισό βοϊδάμαξο που το έσερναν 4 νέοι που φορούσαν στο κεφάλι τους κέρατα και έκαναν τα βόδια. Ακολουθούμενος από τον «Κεπίτη» «τον Κρίτη» «τον Αράπη» και την «Καδίνα» (άνδρα με ρούχα γυναικεία) Και με πλήθος κόσμου και παιδιών γυρνούσε σε όλα τα σπίτια και έδινε ευχές για καλό «μπερεκέτι» πολλά κουκούλια υγεία και ευτυχία στην οικογένεια. κάθε νοικοκυρά που περίμενε την επίσκεψη του «Μπέη» μόλις αυτός έφτανε στην πόρτα του σπιτιού της έβγαζε ένα «σούφρα» γεμάτο από νηστίσιμα φαγητά και απαραιτήτως ένα πιάτο λάχανο Τουρσί με σαμόλαδο και κόκκινο πιπέρι και μια κανάτα κρασί.

Ο Μπέης, οι επίσημοι της συνοδείας και τα παλικάρια που έσερναν την άμαξα δοκίμαζαν τα φαγητά, έπιναν κρασί, απαγγέλλοντας ευχές, ο «Μπέης» έριχνε βαμβακόσπορο, ως σύμβολο της πλούσιας σοδειάς.

Αν επρόκειτο για σπίτι αρκετά ευκατάστατου η «Καδίνα» έμπαινε μέσα και αγκάλιαζε τον οικοδεσπότη χαχανίζοντας ζωηρά. Αυτό προκαλούσε σκηνή ζηλοτυπίας του συζύγου της «αράπη» και επέμβαση του «κριτή» ο οποίος καθόριζε πρόστιμο που έπρεπε να πληρώσει ο οικοδεσπότης γιατί κατά τους νόμους του «κριτή» αυτός ήταν πάντα ο φταίχτης.

Ο «κριτής» φορούσε ένα «τζουμπέ» μακρύ ως τον αστράγαλο πανωφόρι είχε στο κεφάλι του κάλυμμα γαρνιρισμένο γύρω γύρω με φτερά κουρκου, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μακρύ κομπολόι καμωμένο από άδεια καρούλια (μακαράδες) ενώ στο δεξί κρατούσε ένα κατάστιχο που το συμβουλευόταν σαν πανδέκτη νόμων για να βγάλει αποφάσεις και να επιβάλλει πρόστιμα. Τις αποφάσεις αυτές του «Κριτή» έκανε πως κατέγραφε σε άλλο κατάστιχο ο «Κετίπης» που φορούσε και αυτός «τζούμπε» με γυαλιά γενειάδα και σαρίκι.

Όταν τελείωνε το πρώτο μέρος της γιορτής ο «Μπέης» f και η συνοδεία του ακολουθούμενη από όλους σχεδόν τους κατοίκους του χωριού και τα μουσικά όργανα πήγαιναν στην «Μπιστέρια» και άρχιζε το δεύτερο μέρος της γιορτής. Σε ένα ευρύχωρο πλάτωμα συνήθως, στην αυλή του σχολείου χόρευαν και τραγουδούσαν. Εκεί ο «Μπέης» f όργωνε συμβολικά, το έδαφος με ξύλινο αλέτρι που το τραβούσαν τα παλληκάρια-βόδια και έσπερνε σπόρο από όλα τα δημητριακά δίνοντας ευχές για άφθονο «μπερεκέτι» πολλά κουκούλια, πολλά σταφύλια κλπ.

Ακολουθούσε φαγοπότι και γινόταν διάφορα αγωνίσματα (πάλη – τρέξιμο – πήδημα – λιθάρι κλπ.)

Στους νικητές ο «Μπέης» έδινε για βραβείο ένα μανδύλι ένα φέσι ή ένα κομμάτι ύφασμα.

Από την καθαρή Δευτέρα άρχιζε και η σαρακοστή του Πάσχα που νήστευαν όλοι στην οικογένεια μέχρι το βράδυ του μεγάλου Σαββάτου. Η νηστεία αυτή ήταν πολύ αυστηρή και την κρατούσαν ακόμη και τα παιδιά. Μόνο την ημέρα του Ευαγγελισμού και την ημέρα των Βαΐων επιτρεπόταν να τρώνε ψάρι. Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά έπαιρναν ένα καλαθάκι το στόλιζαν με κορδέλες κόκκινου χρώματος και έβγαιναν να πουν τα κάλαντα του Λαζάρου:

«Ήρθε Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια ήρθη η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια το καλαθάκι μου θέλει αυγούδια το χεράκι μου θέλει δραχμούδια. Η κάθε νοικοκυρά έβγαινε και πρόσφερε αυγά ή κεράσματα στα παιδιά τα αυγά που μάζευαν τα έβαφαν την κόκκινη Πέμπτη. Έτσι λεγόταν η μεγάλη Πέμπτη. Όλη την μεγάλη βδομάδα εκκλησιάζονταν τα βράδια. Και την μεγάλη Πέμπτη όλα τα παιδιά πήγαιναν το πρωί να μεταλάβουν και μετά παρακολουθούσαν το βάψιμο των αυγών. Όλες οι νοικοκυρές έβαφαν πάρα πολλά αυγά 150 έως 200 και τα μοίρασαν στους φτωχούς. Το βράδυ ξενυχτούσαν τον Χριστό και στολίζουν τον Επιτάφιο. Την μεγάλη Παρασκευή δεν έτρωγαν λάδι και μαγείρευαν φακές νερόβραστες που συμβόλιζαν τα δάκρυα της Παναγίας. Το μεγάλο Σάββατο ετοίμαζαν τα φαγητά για τη γιορτή της ανάστασης. Την Κυριακή μετά την Δευτερανάσταση έτρωγαν όλοι μαζί και διασκέδαζαν. Την Δευτέρα του Πάσχα πήγαιναν στα νεκροταφεία κάνουνε τρισάγιο και μοίραζαν πασχαλιάτικα κουλούρια και αυγά. Την πεντηκοστή με φύλλα καρυδιάς στα χέρια πήγαιναν στην εκκλησία και γονάτισαν πάνω σε αυτά την ώρα της θείας λειτουργίας. 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1716
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Σαρηπαναγιωτίδης
Όνομα
Στέφανος