Τελετουργίες από ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΡΑΜΑΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Την παραμονή των Χριστουγέννων δεν λένε τα κάλαντα τα παιδιά στα σπίτια, αλλά την πρώτη μέρα της Πρωτοχρονιάς γυρίζουν όλα τα σπίτια και ψέλνουν τα κάλαντα. Την δεύτερη μέρα δεν κάνουν επισκέψεις γιατί την έχουν για ποδαρικό. Έχει σημασία ποιος θα είναι ο πρώτος για να κάνει ποδαρικό να πάει καλά η χρονιά. Οι κάτοικοι προσέχουν πολύ αυτή την ημέρα, γιατί αν δεν πάει καλά η χρονιά στο σπίτι που θα πάνε θα θεωρηθούν υπαίτιοι. Γι’αυτό συνήθως τη δεύτερη μέρα της πρωτοχρονιάς δεν ανταλλάσουν επισκέψεις.
Τα κάλαντα που ψέλνουν τα παιδιά είναι τα εξής:
Ήρθε πάλι νέο έτος
και η πρώτη του μηνός
Ήρθα να σας χαιρετήσω
δυο λογάκια να σας πω:
ο Βασίλειος ο Μέγας
να ναι πάντα βοηθός
και στην οικογένειά σας
να ναι και θαυματουργός.
Τα παιδάκια στο σχολείο
να πηγαίνουν τακτικά
να μαθαίνουν ζήτα-βήτα
της πατρίδας τα καλά.
Έχω κι άλλα να σας πω
μα δεν έχω κάποιο καιρό
σας αφήνω Καληνύχτα
και του χρόνου με καλό.
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς κατά τη διάρκεια του δείπνου γίνεται το έθιμο της «καντήλκας». Ο πατέρας θυμιατίζει πρώτα τα φαγητά στο τραπέζι τρεις φορές, περνώντας το θυμιατό μπροστά από όλους ανταλλάσοντας ευχές για την υγεία και καλή χρονιά. Έπειτα θυμιατίζει όλους τους χώρους του σπιτιού (δωμάτια, αποθήκες, σταύλοι) λέγοντας ανάλογες ευχές για υγεία και πλούσια σοδειά, καλή τύχη και πρόοδο. Η μητέρα ακολουθεί με μια αναμμένη λαμπάδα η οποία συνέχεια φωτίζει το δείπνο που ακολουθεί.
(μαρτυρία κ. Τυχούλα Αθανάσιου)
Την ημέρα των Θεοφανείων τελείται στο Μοναστηράκι τι έθιμο των «Αράπηδων». Τρεις μέρες όμως νωρίτερα κάθε βράδυ γίνεται γλέντι στον πολιτιστικό σύλλογο με την συμμετοχή όλων των κατοίκων. Βράζουν φαγητά στα καζάνια κάθε μέρα διαφορετικά. Την πρώτη μέρα κοτόσουπα, την δεύτερη φασολάδα και την Τρίτη μέρα που είναι η παραμονή των Θεοφανείων βράζουν γίδες. Και το κρασί και το τσίπουρο ρέουν άφθονα. Ο κόσμος διασκεδάζει τρώγοντας και χορεύοντας με τη συνοδεία των τοπικών οργάνων.
Τα παιδιά παίρνουν τα «μπατάλια» και τις «λάνγκες» (είδος κουδουνιών) και γυρίζουν όλο το χωριό κουδουνίζοντάς τα για να τρομάζουν τα κακά πνεύματα και να φύγουν.
Οι Αράπηδες είναι μια εθιμική παράσταση, ένα δρώμενο, όπου κυριαρχούν η υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, με την συμμετοχή των κατοίκων του χωριού. Σύμφωνα με τοπικές δοξασίες οι Αράπηδες ήταν πολεμιστές του χρυσοφόρου Παγγαίου, οι οποίοι συνέβαλαν στην επιτυχία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα βάθη της Ασίας, όταν με τους αλαλαγμούς τους έτρεψαν σε φυγή τους ελέφαντες ενός Ινδού αρχηγού. Οι Αράπηδες φορούν μαύρες κάπες, δέρματα ζώων, μάσκες και κουδούνια που τα κρεμούν στη μέση τους. Στα χέρια κρατούν ξύλινο σπαθί και ένα σακούλι με στάχτη του δωδεκαημέρου με το οποίο χτυπούν όσους συναντούν «για το καλό». Τα κουδούνια και οι στάχτες πιστεύεται ότι έχουν αποτρεπτικές ιδιότητες του κακού.
Στην ομάδα των Αράπηδων, την «τσέτα» όπως λέγεται μετέχουν ενεργά και άλλοι μεταμφιεσμένοι. Είναι οι «Γκιλίγκες», οι «παπούδες» και οι «τσολιάδες». Οι Γκιλίγκες ντύνονται με παραδοσιακές φορεσιές. Φορούν άσπρη βράκα από βαμβακερό υφαντό. Από πάνω περνούν μακρύ άσπρο πουκάμισο, ως τα γόνατα και στον ποδόγυρο διακρίνονται πολύχρωμα κεντίδια. Πάνω από το πουκάμισο φορούν το λεγόμενο «αντερί» φτιαγμένο από χοντρή μαύρη κεντημένη γύρω γύρω στις άκρες με γαϊτάνι. Φορούν επίσης πολύχρωμη με μεγάλα τετράγωνα,, υφαντή μάλλινη ποδιά και στη μέση δένεται με τη βοήθεια χειροποίητης, τσόχινης ζώνης, ολοκέντητης με πολύ μικρές πολύχρωμες χάντρες, που σχηματίζουν μικρά λουλούδια. Στο κεφάλι βάζουν χρωματιστή λουλουδάτη μαντήλα (τσερβέτα), με χρυσές ή ασημένιες πούλιες στις άκρες. Στο χέρι κρατούν ένα άσπρο μαντήλι. Η ενδυμασία της Γκιλίγκας ήταν και το νυφιάτικο ρούχο.
Οι παπούδες φορούν παλιές, γιορτινές, τοπικές, αγροτικές ενδυμασίες: μαύρη βράκα, άσπρο πουκάμισο, μαύρο υφασμάτινο ζωνάρι τυλιγμένο στη μέση, στο πάνω μέρος του οποίου διακρίνονται οι πούλιες μιας μαντήλας (τσέβρας), μαύρο γιλέκο, κοντό μαύρο σακάκι, μακριές μαύρες πλέχτες μέχρι το γόνατο κάλτσες και μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι. Στο χέρι κρατούν γκλίτσα ή πλεκτό κορδόνι.
Οι τσολιάδες φορούν μια ιδιόμορφη φουστανέλα ως αντιπροσωπευτικό εθνικό ένδυμα με ριγμένες στην πλάτη τους πολύχρωμες μαντήλες (τσέβρες) και στο κεφάλι τους βάζουν μια άλλη μαύρη μαντίλα με κρόσσια σαν κεφαλόδεσμο.
Παπούδες και τσολιάδες μπήκαν στην τσέτα σε νεώτερους χρόνους, οι πρώτοι για να τιμήσουν τις περασμένες γενιές, οι δεύτεροι για να τονίσουν στα χρόνια της σκλαβιάς την ελληνικότητα των Μακεδόνων και το ακμαίο φρόνημα. Παλαιότερα, αρχηγοί της ομάδας που συντόνιζαν τα μέλη της ήταν οι τσεταμπάσηδες, γνωστά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας.
Πρωί πρωί ανήμερα των Θεοφανείων, η «τσέτα» μαζί με τους οργανοπαίχτες ξεκινά και επισκέπτεται με τη σειρά όλα τα σπίτια του χωριού. Τραγούδια, ευχές, κεράσματα και το γλέντι δεν αργεί να στηθεί. Μέχρι το μεσημέρι η ατμόσφαιρα γίνεται γιορτινή σε όλο το χωριό και προετοιμάζονται για τον τρανό χορό της πλατείας. Στις τρεις το μεσημέρι ο κόσμος μαζεύεται στην πλατεία και περιμένει την τσέτα και τους οργανοπαίκτες για να ξεκινήσει ο χορός. Όταν ακούγεται ο ήχος των μεγάλων κουδουνιών είναι οι Αράπηδες που πραγματοποιούν μια εντυπωσιακή είσοδο στην πλατεία χτυπώντας τα ξύλινα σπαθιά τους και σκορπίζουν παντού στάχτη.
Με τον τρόπο αυτό ανοίγουν δρόμο για τα υπόλοιπα μέλη της «τσέτας» με πρώτους τους τσολιάδες που ακολουθούν χορεύοντας υπό τους ήχους του νταϊρέ και της λύρας. Σε όλη την πλατεία κυριαρχεί πια η τσέτα. Κανείς δεν τολμά να διεισδύσει σε αυτήν. Όταν στήνεται ο τρανός χορός ο κύκλος πρέπει να είναι ένας και μοναδικός από την αρχή μέχρι το τέλος της γιορτής. Παλαιότερα δεν επιτρέπονταν ούτε οι άνδρες να ανακατευτούν με τις γυναίκες, αλλά ούτε και οι ηλικίες. Πρωτοι οι ηλικιωμένοι και ακολουθούσαν άνδρες νεώτεροι σε ηλικία, έπειτα οι ηλικιωμένες και μετά οι νεώτερες και τον κύκλο έκλειναν τα μικρά παιδιά σε μια ουσιαστική μύησή τους στην τοπική χορευτική δημιουργία.
Όταν σχηματιστεί ο επιβλητικός κύκλος του χορού, δύο Αράπηδες απαγάγουν μια Γκιλίγκα και μόλις απομακρυνθούν λίγο, την απελευθερώνουν δύο τσολιάδες και αυτή ξαναμπαίνει στο χορό. Κατά την διάρκεια του χορού μια Γκιλίγκα πλησιάζει τον πρωτοχορευτή, του ρίχνει στον ώμο την τσέβρα της και αυτός δίνει φιλοδώρημα για την τσέτα. Ο κυριότερος ρόλος που επωμίζονται οι Γκιλίγκες είναι να μην διαταράσσεται η τάξη και το εθιμικό του χορού. Δημοφιλής τοπικός χορός είναι η παϊτούσκα του Δραλόνου.
Ο χορός στην πλατεία διαρκεί ώρες πολλές. Με την ανοχή των Αράπηδων ή σε διαλείμματα του χορού δύο μεταμφιεσμένοι, παριστάνοντας την αρκούδα και τον αρκουδιάρη σκορπίζουν γέλιο με τα φερσίματα και τους σατιρικούς μιμητισμούς τους. Όταν πλησιάζει ο ήλιος και βασιλέψει, ξεκινά το εικονικό όργωμα και η σπορά. Το ξύλινο άροτρο σέρνουν δύο ψηλόσωμοι Αράπηδες με ζευγολάτη ένα τσολιά και σπορέα κάποιον παλιό γεωργό του χωριού. Κατόπιν ο χορός στην πλατεία τελειώνει και συνεχίζει ολονύχτιο γλέντι στα καφενεία του χωριού. Είναι έθιμο πολύ παλιό και οι κάτοικοι λένε ότι έτσι το βρήκαμε και έτσι το συνεχίζουμε. «Κάνουμε τους Αράπηδες για το καλό και για τη σοδειά μας».
Το δρώμενο λήγει τυπικά το βράδυ της γιορτής του Αγίου Αθανασίου 18 Ιανουαρίου που τελειώνει το χτύπημα του νταϊρέ. Όπως λένε σταματούν τότε γιορτές και αρχίζουν οι δουλειές του χωριού με το συνηθισμένο ρυθμό. Τη βραδιά αυτή γλεντούν και πάλι όλοι όσοι πήραν μέρος στη γιορτή των Θεοφανείων, τρώγοντας χαλβά με υλικά τα οποία αγόρασαν με τα χρήματα που συγκέντρωσαν τον αγερμό τότε στις επισκέψεις τους στα σπίτια. Στο γλέντι πρωτοστατούν και πάλι η λίρα και ο νταϊρές.
Παλαιότερα δεν έδιναν χρήματα στην τσέτα ο κόσμος, αλλά διάφορα τρόφιμα τα οποία είχαν, όπως αυγά, αλεύρι, λάδι και με αυτά κάναν τους χαλβάδες.
Την ημέρα αυτή υοθ Αγίου Αθανασίου που τρώνε τον χαλβά είναι και μια υπόσχεση ότι του χρόνου θα ξαναγίνουν τα δρώμενα των Αράπηδων.
(μαρτυρία κ. Παπουτσή Ιωάννη)
Α. αποκριές
Κατά τις Αποκριές επικρατούσαν κυρίως τα νεκρικά έθιμα (επισκέψεις στο νεκροταφείο, προσφορές στους νεκρούς). Ακόμη οι νοικοκυρές φρόντιζαν για την καθαριότητα του σπιτιού και το κάθε νοικοκυριό εφοδιαζόταν με τρόφιμα που ήταν απαραίτητα για τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Το Σάββατο της εβδομάδας του Ασώτου (ψυχοσάββατο) όπως και το Σάββατο της εβδομάδας της Αποκριάς συνήθιζαν να επισκέπτονται οι γυναίκες το νεκροταφείο το οποίο παλαιότερα βρισκόταν στο προαύλιο της εκκλησίας. Εκεί πήγαινε και ο παπάς του χωριού ο οποίος περνούσε από τα μνήματα, έκανε τρισάγιο και μνημόνευε τα ονόματα των νεκρών. Στη συνέχεια οι γυναίκες μοίραζαν σε όλους τους παρευρισκόμενους στο νεκροταφείο κόλλυβα και ψωμάκια για να «συγχωρεθούν οι πεθαμένοι».
Το έθιμο για τους σκοτωμένους στον πόλεμο.
Για όσους σκοτώθηκαν στον πόλεμο και έχουν ταφεί σε άγνωστο μέρος, το ψυχοσάββατο και κατά την πρωινή λειτουργία οι οικογένειές τους έφερναν κόλλυβα στην εκκλησία τα οποία μοίραζαν στο τέλος της λειτουργίας.
Κυριακή της Τυροφάγου. Το έθιμο της αλληλοσυγχώρησης.
Κατά την Κυριακή αυτή όλα τα σπίτια ήταν πεντακάθαρα και γιορτινά στρωμένα. Το βραδάκι τα νεότερα αντρόγυνα επισκέπτονταν τα σπίτια των συγγενών τους μεγαλύτερης ηλικίας και το σπίτι του κουμπάρου που τους στεφάνωσε και το σπίτι της μαμής που ήταν ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο του χωριού. Στην επίσκεψη αυτή το νεότερο αντρόγυνο ζητούσε συγχώρεση από τους μεγαλύτερους στην ηλικία για τυχόν άδικες πράξεις ή ενέργειες του κτλ και αφού έδινε συγχώρεση ο ένας τον άλλον το ηλικιωμένο ζευγάρι κερνούσε τους επισκέπτες γλυκό όπως λουκούμια ή λικέρ. Το νιόπαντρο ζευγάρι πέρα τα συγγενικά σπίτια και το σπίτι του κουμπάρου επισκεπτόταν και τα υπόλοιπα μη συγγενικά σπίτια της γειτονιάς του. Το βαθύτερο κοινωνικό νόημα του εθίμου αυτού της αλληλοσυγχώρεσης ήταν να αγαπήσουν μεταξύ τους όλοι εκείνοι που ανάμεσά τους υπήρχε μια δυσαρέσκεια και ψυχρότητα.
Καθαρή Δευτέρα
Κατά την Καθαρή Δευτέρα υπήρχε η συνήθεια να γίνεται μια γενική καθαριότητα του σπιτιού και ακόμη έπλυναν όλα τα μαγειρικά σκεύη με ζεστό σταχτόνερο προκειμένου να φύγουν τα λίπη και να είναι κατάλληλα να μαγειρεύουν σε αυτό τα νηστήσιμα φαγητά.
Επίσης άρχιζε το έθιμο του «τρίμερου». Όποιος κρατούσε τρίμερο δεν έπρεπε να τρώει τρεις ημέρες καμιά τροφή, ούτε να πίνει νερό. Ήταν δηλαδή μια απόλυτη νηστεία τριών ημερών. Την τέταρτη μέρα έτρωγε ελαφρά, συνήθως κομπόστα (χουσάφι) και αν ήθελε και είχε δυνάμεις νήστευε άλλες δύο ημέρες και την Κυριακή της Ορθοδοξίας πήγαινε στην εκκλησία και στο τέλος της θείας λειτουργίας κοινωνούσε.
Β. Κινητές εορτές
Τις παραμονές του Πάσχα τα νιόπαντρα ζευγάρια επισκέπτονταν τον κουμπάρο που τους στεφάνωσε και μεταξύ άλλων του έδιναν δώρο ένα αρνί, το «πασχαλινό αρνί». Ο νονός και η νονά έδιναν δώρο μια λαμπάδα, διάφορα ρούχα ή παπούτσια, τσουρέκια, πασχαλινά κουλούρια και κόκκινα αυγά στα παιδιά που είχαν βαφτίσει. Τέτοια συμβολικά δώρα πασχαλινά κουλούρια και κόκκινα αυγά χάριζαν σε όλους τους επισκέπτες του σπιτιού τις γιορτές του Πάσχα.
Το βράδυ της Ανάστασης όλοι οι κάτοικοι πηγαίνουν στην εκκλησία έχοντας μαζί τους και κόκκινα αυγά. Όταν γίνει η Ανάσταση και τελειώσει η λειτουργία μαζί με τις ευχές που ανταλλάσουν, τσουγγρίζουν τα αυγά. Όποιο αυγό σπάζει το παίρνει ο άλλος. Στόχος είναι να μαζέψουν όσα αυγά γίνεται περισσότερα, που σημαίνει ότι έχουν καλό αυγό δηλαδή γερό. Όταν γυρίσουν στο σπίτι πριν μπουν σταυρώνουν την πόρτα έξω με την αναμμένη λαμπάδα που έχει το Άγιο φως και κατόπιν ανάβουν το καντήλι με την λαμπάδα. Ύστερα κάθονται όλοι στο τραπέζι για να φάνε την παραδοσιακή μαγειρίτσα.
Την ημέρα του Πάσχα μαζεύονται όλοι μαζί σε σπίτια συγγενείς, φίλοι και ψήνουν το αρνί στη σούβλα ή το βάζουν στο φούρνο της αυλής να ψηθεί με πουρνάρια.
Το έθιμο του Λαζάρου
Το Σάββατο του Λαζάρου μετά τον εκκλησιασμό τα παιδιά γυρίζουν από πόρτα σε πόρτα τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου. Έφτιαχναν ένα ξύλινο σταυρό και του φορούσαν ρούχα αποκαλώντας το Λάζαρο. Το γύριζαν από σπίτι σε σπίτι κρατώντας στο χέρι ένα καλάθι για να βάζουν τα αυγά. Οι στίχοι του τραγουδιού έχουν ως εξής:
«Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι
ήρθε η μάνα σου από την πόλη
σου’φερε χαρτί και κομπολόι.
Γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη
γράψε λεμόνια και κυπαρίσσι»
(μαρτυρία του κ. Αλατζά Γιώργου)
Αγίου Γεωργίου: έθιμο της κούνιας.
Το έθιμο της κούνιας πραγματοποιούνταν την ημέρα του Αγίου Γεωργίου. Οι ανύπαντροι νέοι και νέες στο χωριό χωρισμένοι σε παρέες πήγαιναν σε μέρη όπου υπήρχε μεγάλο δέντρο π.χ. καρυδιά ή πλατάνι και κατασκεύαζαν και κατασκεύαζαν κούνια από σκοινί, ενώ για κάθισμα τοποθετούσαν κάποιο κιλίμι. Οι νεαρές κοπέλες ανέβαιναν στην κούνια την οποία κουνούσαν τα νεαρά αγόρια λέγοντας διάφορα μυστικά και πειράγματα γι’αυτήν όπως το όνομα του παλικαριού που αγαπάει. Στο τέλος κουνώντας την τρεις φορές κλιμακωτά όλο και πιο δυνατά τη ρωτούσανε: «Τον βλέπεις;» εννοώντας αυτόν που αγαπά. Αυτή αποκρινόταν τις δυο φορές αρνητικά, ενώ την Τρίτη φορά θετικά και κατέβαινε από την κούνια δίνοντας σειρά σε άλλη κοπέλα.
Το τραγούδι της κούνιας:
«Και ποια είναι επάνω στην κούνια»
Η … (όνομα) επάνω στην κούνια
Και ποιος είναι που την αγαπάει
Ο … (όνομα) που την αγαπάει
Αυτός της δίνει χρυσό δακτυλίδι
Αυτή του δίνει χρυσένιο λουλούδι
Αυτός της δίνει ασημένια ζώνη
Να η βρώμη από τη γη φυτρώνει
Το σιτάρι απόδα μεγαλώνει
Και ποια είναι που θα το θερίσει
Η … (όνομα) που θα το θερίσει
Και ποιος τη τα απ΄τα χέρια παίρνει
Ο …(όνομα) απ’τα χέρια παίρνει».
Έθιμο της Άνοιξης
Στη 1 Μαρτίου τα παιδιά όλα του χωριού, φορούν τον «μάρτη» ο οποίος φτιάχνεται από στριφτή κόκκινη και άσπρη κλωστή. Σύμφωνα με την παράδοση, προστατεύει τα παιδιά από τον πρώτο ήλιο της άνοιξης για να μη καούν. Βγάζουν τον «μάρτη» μόλις δουν τα πρώτα χελιδόνια και τον τοποθετούν κάτω από μία πέτρα για να τον πάρουν τα πουλιά και να αφήσουν λεφτά ή δώρα.
(μαρτυρία της κ, Κυριακής Τυρόλα)
«Το αρέτσι»
Το έθιμο αυτό γίνεται κάθε χρόνο μετά το Πάσχα. Δεν έχει ειδικά καθορισμένη ημερομηνία, καθορίζεται από τον ιερέα. Γίνεται μέγας εσπερινός και προσφέρεται αρτοκλασία από τον πρόεδρο του χωριού. Μετά ακολουθεί το έθιμο που λέγεται «αρέτσι». Βγάζουν δηλαδή σε δημοπρασία τα δώρα τα οποία δωρίζουν οι πιστοί κατά τη μεγάλη εβδομάδα στη Σταύρωση και στην Ανάσταση πάνω στο σταυρό και τις εικόνες. Φωνάζουν τα παιδιά «αρέτσι αρέτσι». Τα χρήματα που συγκεντρώνονται είναι υπέρ του ναού. Άλλοι το’χουν τάμα, άλλοι έρχονται το Πάσχα να γιορτάσουν και προσφέρουν τα δώρα τους. Όποιος δώσει τα περισσότερα χρήματα παίρνει το κάθε είδος.
Μετά που θα τελειώσουν προσφέρεται φαγητό από το κουρμπάνι (θυσία). Προσφέρουν ορισμένοι κάτοικοι κατσίκια ή αρνάκια, τα σφάζουν και τα μαγειρεύουν. Τάμα το έχουν στον άγιο Γεώργιο που είναι και ο προστάτης του χωριού και προσφέρεται φαγητό μετά το αρέτσι. Ο ιερές ευλογεί το φαγητό με την ευχή περί εδεσμάτων και μετά γίνεται η διανομή.
Παλιότερα στόλιζαν τα κέρατα των ζώων με περίτεχνο τρόπο πριν τα πάνε για θυσία στον αύλειο χώρο της εκκλησίας, κάτι που σήμερα φυσικά δεν γίνεται.
(μαρτυρία της κ. Τσαουσάκη Μαρίας)
Ζωοδόχου πηγής
Το έθιμο αυτό γίνεται μία εβδομάδα μετά το Πάσχα που είναι η γιορτη της Ζωοδόχου πηγής. Σε μια φυσική σπηλιά που υπάρχει στο βουνό είναι η εικόνα της Παναγίας της Ζωοδόχου και όλοι οι κάτοικοι εκείνη την ημέρα ανεβαίνουν με τα πόδια για να ανάψουν τα καντήλια και τις λαμπάδες τους που κρατούσαν στην Ανάσταση. Από τα βράχια της σπηλιάς στάζει νερό που θεωρείται αγιασμός τον οποίο οι κάτοικοι πίνουν και πλένονται για καλή υγεία. Γίνεται και ένα τρισάγιο από τον ιερέα και στη συνέχεια ακολουθεί ένα κουρμπάνι (θυσία) από ζώα που χαρίζουν οι κτηνοτρόφοι κυρίως του χωριού. Αφού φάνε όλοι κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού και ακολουθεί μεγάλο γλέντι.
Τα τελευταία χρόνια ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού καλεί και άλλους συλλόγους από άλλα μέρη της Δράμας ή της Ελλάδας και χορεύουν με παραδοσιακές στολές και τη συνοδεία των παραδοσιακών οργάνων (λύρα, νταϊρές).
(μαρτυρία κ. Μητρούση Ελένη)
Γ. Γιορτές του καλοκαιριού
Την παραμονή του προφήτη Ηλία νεαρά παιδιά κυρίως αλλά και άλλοι κάτοικοι ανεβαίνουν στο βουνό όπου υπάρχει ένα γκρεμισμένο τώρα πια ξωκλήσι του αγίου και ανάβουν κεριά και καντήλια. Παλιότερα γινόταν κουρμπάνι (θυσία) για να παρακαλέσουν τον άγιο να φέρει βροχή το καλοκαίρι όταν είχε ξηρασία. Το βράδυ κοιμούνται εκεί και ανάβουν φωτιές που καίνε όλο το βράδυ. Οι κάτοικοι βλέπουν τις φωτιές και καταλαβαίνουν ότι υπάρχει κόσμος στο ξωκλήσι. Την άλλη μέρα κατεβαίνουν κάτω, πηγαίνουν σε μια στέρνα με νερό και ρίχνουν κάποιον μέσα για να προκαλέσουν την βροχή (δηλαδή όπως βράχηκε αυτός που ρίχτηκε μέσα έτσι να βραχεί και η ξεραμένη γη).
(μαρτυρία κ. Κιάκου Ιωάννη)