Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, ΝΕΑΣ ΚΕΣΣΑΝΗΣ

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

Εργασία στο Μάθημα της Λαογραφίας για τους κατοίκους του χωριού της Νέας Κεσσάνης της φοιτήτριας της Σχολής Ελληνικής Φιλολογίας Κομοτηνής

Φυλαχτάκη Δέσποινας

Α.Μ. : 60

Δ΄Εξάμηνο

Σεπτέμβριος 1997

 

Επιβλέπων Καθηγητής

Μ.Γ.Βαρβούνης

 

Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση, καλλωπισμός

Το καλοκαίρ’ μόλις θέρ’ζαμι, θα’ λα πάει να θερίσ’ να παρ’ λεφτά ν’ αγοράσ’ μαλιά. Τα μαλιά θα τα πάει να τα πλυν’, μετά είχαμ’ ένα λανάρ’ να τα ξέν’, να τα λαναρίσ’, θα τα πάει στο ντολάπ’ μετά, θα τα γνέσ’ θα κάνει νήμα, θα το υφάν’, θα το κάν’ πανί, θα το πάει στο ντολάπ’ θα το ντολαπιάσ’, θα το πάει στην υπηρεσία θα το κόψ’.  Όλ’ φορούσαμι μάλινα ή μαύρα ή καφέ. Κουστούμια δε φορούσι κανένας. Όλ’ είχανε ραμμένα τα καλοκαιρινά πάνινα και το χειμώνα μάλλινα, στενά, όχ’ κουστούμια. Κουστούμ’ άμα έκανες τότε σ’ έλεγαν «Εσύ τί είσαι και φοράς κουστούμ’, γιατρός είσαι ή δάσκαλος;». Οι άντρες φορούσαν πουτούλια, φαρδιά πανταλόνια, τσαρούχια, τζαναντάν’, γιλέκο ήταν αυτό και στο κεφάλ’ καλπάκ’ από αρνίσιο δέρμα αλλά τα πιδιά φορούσαν κασκέτα. Οι δ’κοί σας, οι Θρακιώτ’ φορούσαν σαρίκια. Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια μέχρι κάτω,  δεν φαίνονταν τίποτας, μον’ τα χέρια, όχ όπως τώρα. Μια που έβανε φόρεμα μέχρι εδώ κοντό, την έβγαλαν όνομα «Γκουτζούκω» γιατί φόρ’σε γκουτζούκ’κο φουστάν’. Τα ρούχα μας τα ‘βάφαμ’ με μπογιές αγοραστές.

Οι φούστες των γυναικών ήταν μακριά και φαρδιά και έκανε σούρες στη μέση, σούφρωνε και άπλωνε έτσ’ από κάτω. Όλα ήταν υφαντά, στους αργαλειούς. Το κορίτσι που δεν ήξερε να υφάν’ ήταν άχρηστο, δεν το ‘παιρναν. Βάτες δεν έβαζαν έκαναν σούρα στη ραφή, στον ώμο και φούσκωνε έτσι. Τα μανίκια ήταν φαρδιά και μακριά πάντα, χ’μώνα , καλοκαίρ’. Μόν’ οι άντρεςκαμιά φορά το καλοκαίρ’ φορούσαν κοντομάνικα. Το τσεμπέρ’ ήταν απαραίτητο. Ήταν μαύρο μόν’ για τις χήρες και πολύχρωμο για τα κορίτσια, κίτρινο, βυσσινί, πράσ’νο, άσπρο, στις άκρες είχε μικρές μικρές πούλιες, έβανι και το λουλούδ’. Πάνω απ’ το φουστάν’ φορούσαν ποδιές, μαύρες πιο πολύ, αλλά κι άλλα χρώματα, κεντημένες κάτω.

Υποδήματα

Παπούτσια οι άντρι φορούσαν τα  τσαρβούλια τις καθημερινές ή τσαρούχια κι ποδοπάνια, τις γιορτές φορούσαν παπούτσια όπως τώρα. Κεντήματα είχαν στα ρούχα πολλά. Τ’ς άντρι τ’ς είχαν υφαντικές φανέλες κεντημένες με τα λουλούδια, όμορφα πράγματα. Γυναίκες είχαν τσουράπια, μάλλινες κάλτσες, δεμένα μέχρι εδώ στο γόνα, κεντημένα και γυρνάγαν επάνω προς τα έξω. Και οι άντρι φορούσαν ποδήματα δερμάτινα και κάλτσες, μάλλινες κεντημένες. Και κόκκινα φαρδιά ζωνάρια, που έβαζαν την ταμπακιέρα, το πορτοφόλ’ και άλλα. Οι παππούδες φορούσαν μπουτούρια μάλλινα πάντα. Το σίδερο ξέρ’ς πώς γίνονταν; Οι μάνες μας τα μάζευαν τα φουστάνια, τα δίπλωναν έτσ’ καλά, δεν ήξεραν σίδερο, μας έβαναν κι κάθουμασταν πάν’ , τα πιδιά να στρώσουν καλά, και να κάνει τσάκισ’. Στις γιορτές φορούσαμ’ καλά ρούχα, καινούρια.

 

Κόμμωση

Τα μαλλιά μας τα ‘δέναμ’ κοτσίδες και κρέμονταν απ’ την μαντήλα.

 

Καλλωπισμός

 Όταν ήταν μικρά τα κορίτσια τα τρυπούσαν τ’ αυτιά τ’ς για να φοράν σκουλαρίκια. Τα ‘τριβαν πρώτα με μια τσουκνίδα για να μουδιάσουν κι πονούσε κειν’ τσουκνίδα! Κι τα τρυπούσαν μετά μ’ ένα βελόν’. Για να σταθεί η τρύπα μετά περνούσαν μια κλωστίτσα κόκκινη και το στερέωναν με κερί από κάτω, για να μη φυγ’

 

(Πληροφορητές : Εκμεκτσής Αθανάσιος και Δήμητρα (σύζυγος))

 

Ένδυμα 

Το μαλλί το ‘παίρναμ’, το ‘καναμ’ σαγιάκ’, το υφαίναμ’, το ντολαπιάζαμ’ στο ντολάπ’ το βάφαμ’. Όλα ήταν υφαντά και κεντημένα. Είχε πολύ δουλειά η φορεσιά μας. Οι γυναίκες φορούσαν πουκάμισο μακρυμάνικο, άσπρο*, με κέντημα στα μανίκια, ξόμπλια και στην τραχ’λιά, άλλο κέντημα ήταν κάτω στην άκρη, τα κοκονάκια και άλλο τα γκαλιτσάκια. Κάθε κέντημα είχε τ’ όνομα τ’. Άλλο ήταν το βλογερό στο πουκάμισο που γινόταν με μετρητή κλωστή, να μετράς δηλαδή, να μη σε ξεφύγ’ κανένας πόντος, μαύρη κλωστή κι από πάν’ έκανες το σχέδιο. Τα σχέδια ήτανι λουλούδια χρωματιστά. Το καλοκαιρινό πουκάμ’σο το υφαίναμ’ με το καταστήμονο και με απλή κλωστή λεπτή και το χειμερ’νό με υφάδ’. Θα πάρ’ς να βγάλ’ς ένα σχέδιο, θα το πάρ’ς το πουκάμισο, θα το χαράξεις πρώτα κι ΄θστερα (θ)ά το χαράξεις στο μαύρο και (θ)ά το γιομίσεις χρώματα. Κάτ’ φορούσαμ’ την τσούκνα, φούστα ήταν, αλλά το χειμώνα. Το καλοκαίρ’νό το λεν’ φουστάν’. Κι από πάν’ απ’ τ’ τσούκνα φορούσαμ’ το τερλίκ’, φόρεμα σαν καζάκα, με μανίκια. Το κοντομάν’κο λεγόνταν γκουτζούκ’. Από πάνω φορούσαμ’ ποδιά κεντημέν’ στον ποδόγυρο.

*μακρύ ως τη γάμπα

 Όλα ήταν κεντημένα. Πολύ δουλειά είχε η φορεσιά μας, απ’ την κορφή ως τα νύχια τα ρούχα μας γίνονταν με τα χέρια. Το φόρεμα ήταν μαύρο, καφέ, μπλέ σκούρο, σκούρα χρώματα, αλλά όχ’ κόκκινο ούτε κίτρινο. Στη μέσ’ έβαζανε οι γυναίκες ζώ’ μεταλλική με πόρτες (πόρπες), τις λέγαμι, δυό ήταν, αλλά όχ΄όλες. Κι σούφρωνε το φουστάν’ έτσ’, έκανε σφηκοφωλιές και ήταν φαρδύ. Τις γιορτές ήταν ασμένια η ζών’. Κι στο στήθος έβαζαμ’ συρμογάιτανο, αυτό ήταν κέντημα χρυσό, κορδέλα, το αγόραζαμ’ αυτό. Άλλο είχε στο στήθος εδώ τη φρέντζα έτσ’ σα μισοφέγγαρου, αυτό το κεντούσαμ’. Από πάν’ ήταν το γιλέκο. Στο κεφάλ’ και τί δε φορούσαμ’. Φορούσαμι μαντήλα. Μέχρι τα ’12 όλες είχαν πολύχρωμες μαντήλες, αλλά μετά για να μην ξεχωρίζουν οι παντρεμένες, οι χήρες απ’ τις ελεύθερες, όλες ήταν μαύρες κι τις έδεναμ’ έτσ’ πρώτα από κάτ’ και ύστερα από πάν’: κάτ’ απ’ τη μαντήλα φορούσαμ’ φέσ’ κόκκινο και στην μαντήλα έφκιανάμ’ νταντέλα στην άκρ. Εδώ στο σαγόν’ είχαμε το μαγκούρ’ με τα μαρτζέλια, μικρά φλουράκια, αυτό το στερεώναμ’ στη μαντήλα και κρέμονταν πάλι απ’ το κεφάλ’ στα πλάγια το τεπελίκι κι αυτό χρυσό. Μετά στο μέτωπο έβαζαμ’ κασ’νάκ’, μαύρη κορδέλα και μια καρφίτσα ας’μένια στη μέσ’ κι από κάτ’ την τσακατιά με φλουράκια, μια σειρά, έτσ’ απάν’ απ’ τα φρύδια. Αλλά αυτά τα φορούσαμ’ στις γάμ’ και στις γιορτές. Και κάλτσες, φορούσαμ’ καλτσούνια, τσουράπια, μακριά από σαγιάκ’ (=ζεματισμένο μαλλί) σκούρο χρώμα, μαύρο με γαντζάκια εδώ απάν’ και μια κορδέλα μαύρη για να μη τσιμπάει. Οι νύφες φορούσαν άσπρες κάλτσες. Παπούτσια οι γυναίκες φορούσαν σαν τ’ αντρικά, με κορδόνια , κοντά, από δέρμα, κοντά, κουντούρια τα ‘λέγαμ’.


 

Κόμμωση

Τα μαλλιά μας τα κάναμ’ πλεξούδες δε φαίνονταν απ’ τ’ μαντήλα κι έβαναμ’ πλέχτια με ασημένιους παράδες, όσες πλεξούδες, τόσα πλέχτια. Οι αρρ’βωνιασμένες είχαν δυο πλεξούδες, τα κορ’τσάκια έκαναν πλεξούδες και τα ασ’μένια φλουράκια κρέμονταν από πίσω.


 

Καλλωπισμός

Οι γυναίκες έκαιγαν ένα κάρβουνο κι έβαφαν τα φρύδια τ΄σ. ύστερα όταν γένονταν γάμος, έκαναν καραμπογιά, μαύρη μπογιά, κι έβαφαν τα μαλλιά τ’ς και τα φρύδια τ’ς. Μετά έφκιαναν φκιασίδι κι το ‘βαζαν στα μούτρα, αλλά αυτές που έκαναν φκιασίδ’ τις κουτσομπόλευαν, δεν έκαναν οι νοικοκυρές φκιασίδι. Φορούσαμ’ και δαχτιλίδια, βραχιόλια γυάλινα, χρυσά οι αρρ’βωνιασμένες, ζώνες


 

Αντρική φορεσιά

Οι άντρι πάλι φορούσαν σαλβάρ’(=παντελόνι), απ’ το σαγιάκ’ μάλλινο, μαύρο ή σκούρο καφέ κι έκαναν κέντημα στις τσέπες. Από πάν’ φορούσαν π’κάμ’σο με μακριά μανίκια, άσπρο, το κοντομάνικο λεγόταν γκοντογκάμτζαλο. Φορούσαν τζαμαντάν’ γιλέκο δηλαδή ή ντολαμα. Αυτό ήταν ζακέτα κοντή με φαρδιά μανίκια. Και κάλτσες μαύρες, μάλλινες, κεντημένες και παπούτσια από δέρμα. Στο κεφάλι φορούσαν σκούφο ή κοσκέτο.

Φορεσιά κατοίκων του Μπασλίκιοϊ

Οι Μπασκιώτ’ πάλι φορούσαν βράκες. Άσπρο πουκάμ’σο σαν εμάς, κεντημένο, μάλλινο, μακρύ μέχρι το γόνατο. Η βράκα τ’ς ήταν πολύ φαρδιά κι τη φορούσαν κι απ’ τις δυο όψεις. Σκούρο χρώμα ήταν πάντα, αλλά διάφορα χρώματα. Από πάν’ φορούσαν το αντιρί, αλλιώς το ‘λεγαν μεντενές (=κοντή ζακέτα), με μακριά μανίκια, κι άνοιγε έτσ’ εδώ μπροστά κι είχε κουμπιά, αλλά γιακά δεν είχε. Είχαν κι αυτές ποδιά μακριά, μάλλινη με τσέπες, κεντημέν’ ή μι δαντέλες. Φορούσαν και κάλτσες, μακριές, τσουράπια και μαντήλα είχαν άσπρη ή πολύχρωμη, οι χήρες φορούσαν μαύρες. Στις γιορτές πάλι φορούσαν ντούμπλες και σειρές φλουριά χρυσά.


 

Εικόνες

Από τη Θρακική Επετηρίδα, τόμος 9ος

«Δημητρίου Γουλιμάρη «Η γυναικεία φορεσιά των Μαλγάρων και της Κεσσάνης»

 

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
178
Έτος καταγραφής
1996-97
Επώνυμο
Φυλαχτάκη
Όνομα
Δέσποινα