Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Έθιμα του Λαϊκού εορτολογίου
Μπαμπούγερα Καλής Βρύσης
Στην Καλή Βρύση Δράμας το πανάρχαιο πνεύμα είναι ζωντανό. Κυρίαρχο στοιχείο τα Μπαμπούγερα, άνθρωποι μεταμφιεσμένοι που το τριήμερο 6-7-8 Ιανουαρίου κάνουν την εμφάνισή τους στους δρόμους του χωριού. Ένα δρώμενο που έχει τις ρίζες του στην λατρεία του θεού Διονύσου.
Ο θεός Διόνυσος ήταν ο θεός της καρποφορίας, της ηδονής, της αμπέλου και του θεάτρου. Γιός μιας χθόνιας θεάς της Σελήνης και του ουράνιου θεού Δία, καρπός μιας παράνομης σχέσης που εξαιτίας αυτής φυγαδεύτηκε στη Θράκη όπου και μεγάλωσε. Λατρεύτηκε στην περιοχή αυτή ιδιαίτερο πάθος επειδή έδωσε στον άνθρωπο την ένθεη μανία να υπερβεί τα όριά του. Απόδειξη της λατρείας αυτής που υπήρξε στην περιοχή είναι ο ναός του ύ Διονύσου που ανακαλύφθηκε 2 χιλιόμετρα έξω από την Καλή Βρύση.
Τα Μπαμπούγερα με την εντυπωσιακή και επιβλητική μορφή τους ξεχύνονται στους δρόμους μετά τον Αγιασμό των υδάτων και χτυπούν με το σακίδιο στάχτης που κρατούν στο χέρι τους τον κόσμο για να ξορκίσουν το κακό.
Η μάσκα που γίνεται από δέρματα ζώων έχει τη μορφή τράγου που συμβολίζει το ζώο που έχει τη δύναμη για ζωή. Επίσης, τα κουδούνια που ζώνονται στη μέση βγάζουν έναν ήχο για να ξυπνήσουν τη φύση. Τέλος η καμπούρα που τοποθετείται πίσω στην πλάτη συμβολίζει την γριά Μπάμπω που έχει αποδώσει τους καρπούς της ζωής (τους απογόνους).
Τα Μπαμπούγερα κατά την εποχή του Διονύσου ήταν σάτυροι, οι ακόλουθοι του θεού Διονύσου που γλεντούσαν μια ζωή ανέμελη με κρασί και γλέντι. Οι κωδωνοφόροι κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε όλες τις ιστορικές περιόδους ανά τους αιώνες. Λέγεται επίσης ότι αυτούς χρησιμοποίησε ο Μέγας Αλέξανδρος στις εκστρατείες του με σκοπό να τραπούν σε φυγή οι ελέφαντες του βασιλιά της Περσίας τρομάζοντας από τον ήχο των κουδουνιών.
Επίσης επί τουρκοκρατίας κανένας τούρκος φοροεισπράκτορας δεν πάτησε στην Καλή Βρύση για να πάρει τον λεγόμενο φόρο των Ελλήνων προς τους Τούρκους γιατί έκαναν εμφάνιση τα άγρια σε όψη Μπαμπούγερα και τους τρομοκρατούσαν με αποτέλεσμα να τρέπονται σε φυγή.
Το έθιμο κορυφώνεται στις 8 Ιανουαρίου με την αναπαράσταση του Διονυσιακού γάμου. Σε αυτή την γιορτή μεταμφιεσμένων κυριαρχεί ο αυθορμητισμός και ο ενθουσιασμός. Το έθιμο έχει παγανιστικές ρίζες αλλά αργότερα εντάχθηκε στις χριστιανικές γιορτές για να δώσει αφορμή για γλέντι και διασκέδαση. Είναι μια έξαρση της κοινωνίας για να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τα προβλήματά της.
[σκίτσο]
Αράπηδες Μοναστηρακίου
Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για το Μοναστηράκι αποτελούν οι αράπηδες. Ένα έθιμο με μορφή δρώμενου που τελείται την ημέρα των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) για την ευετηρία. Αποβλέπει στην καλή υγεία και στην πλούσια παραγωγή. Την ονομασία την οφείλει στη μεταμφίεση των πρωταγωνιστών, που κυριαρχεί το μαύρο χρώμα. Οι αράπηδες φορούν μαύρες φλοκάτες, ποιμενικές κάπες, που καλύπτουν ολόκληρο το σώμα και εντυπωσιακές υψικόρυφες προσωπίδες από γιδοπροβιές. Στη μέση τους κρεμούν τρία μεγάλα κουδούνια (μπατάλια και τσιάνοβε) αρμονικά συνταιριασμένα, ενώ στα χέρια κρατούν ένα μεγάλο ξύλινο σπαθί και ένα σακουλάκι στάχτη με το οποίο χτυπούν όποιον συναντούν.
Στον θίασο των δρώντων ή «τσέτα» όπως λέγεται, μετέχουν ακόμα οι Γκιλίγκες, οι Παππούδες και οι Τσολιάδες (Εύζωνοι). Γκιλίγκες (Νύφες) ντύνονται άνδρες με παραδοσιακές τοπικές γυναικείες φορεσιές. Οι Παππούδες φορούν την τοπική ανδρική φορεσιά. Οι Τσολιάδες οι οποίοι φορούν μία ιδιόμορφη φουστανέλα, με ριγμένες στην πλάτη τους πολύχρωμες μαντήλες (τσέβρες) και στο κεφάλι τους φορούν μαύρη μαντήλα με κρόσσια σαν κεφαλόδεσμο (συμβόλιζε το πένθος για το σκλαβωμένο έθνος). Μάλιστα παλαιότερα τα πρόσωπα των Τσολιάδων τα έβαφαν μαύρα ή φορούσαν μάσκα για να μην αναγνωρίζονταν από τον εχθρό.
Οι Παππούδες και οι Τσολιάδες μπήκαν στην τσέτα σε νεώτερους χρόνους, οι πρώτοι για να τιμήσουν τις παλαιότερες γενιές, οι δεύτεροι για να τονίσουν στα χρόνια της σκλαβιάς την ελληνικότητα της περιοχής.
Παλαιότερα, αρχηγοί της ομάδας (τσεταμπάσηδες)
Ήταν γνωστά πρόσωπα της τοπικής κοινότητας. Απαραίτητοι συνοδοί της τσέτας οι οργανοπαίχτες των τοπικών παραδοσιακών μουσικών οργάνων, μακεδονικής λύρας και νταϊρέ. Ως προάγγελος της τέλεσης του δρώμενου ομάδες από παιδιά το απόγευμα της παραμονής των Θεοφανείων τριγυρίζουν στους δρόμους του χωριού χτυπώντας τα κουδούνια που την επόμενη μέρα θα φορέσουν οι Αράπηδες.
Από το πρωί ανήμερα των Θεοφανείων η τσέτα μαζί με τους οργανοπαίχτες επισκέπτεται όλα τα σπίτια του χωριού για να μεταφέρει την γιορτινή ατμόσφαιρα. Τραγούδια, ευχές, πειράγματα, κεράσματα και το γλέντι αρχίζει και κορυφώνεται το απόγευμα στην κεντρική πλατεία του χωριού. Οι Αράπηδες πραγματοποιούν εντυπωσιακή είσοδο στην πλατεία με τον εκκωφαντικό ήχο των κουδουνιών, κραδαίνοντας τα ξύλινα σπαθιά τους και σκορπώντας στάχτη. Έτσι ανοίγουν τον δρόμο στα υπόλοιπα μέλη της τσέτας, με πρώτους τους Τσολιάδες που ακολουθούν χορεύοντας. Στη συνέχεια στήνεται ο τρανός χορός όπου στην αρχή πιάνονται ηλικιωμένοι άνδρες, ακολουθούν οι νεώτεροι, ύστερα οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι νεότερες και στο τέλος τα παιδιά. Δεν επιτρεπόταν να σχηματιστεί δεύτερος κύκλος.
Κατά τη διάρκεια του χορού μια Γκιλίγκα πλησιάζει τον πρωτοχορευτή, του ρίχνει στο ν ώμο του μαντήλα (τσέβρα) και εκείνος δίνει φιλοδώρημα για την τσέτα. Στα διαλείμματα του χορού, εμφανίζονται δύο εύθυμοι μεταμφιεσμένοι σε αρκούδα και αρκουδιάρη.
[σκίτσο]