Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ, ΠΑΓΟΝΕΡΙΟΥ

3. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο Χριστουγέννων

Δωδεκαήμερο ονομάζεται το χρονικό διάστημα των δώδεκα (στην πραγματικότητα δεκατριών) ημερών από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι 6 Ιανουαρίου.

Την περίοδο του Δωδεκαημέρου πιστεύεται ότι εμφανίζονται στη γη οι καλικάντζαροι για να πειράζουν τους ανθρώπους και εξαφανίζονται την ημέρα των Φώτων, όταν αγιάζεται η φύση. Τα έθιμα του Δωδεκαημέρου προέρχονται από τα Σατουρνάλια των Ελληνορωμαϊκών χρόνων ή από τις Καλάνδες των πρώτων βυζαντινών, ενώ άλλες εκδηλώσεις όπως οι μεταμφιέσεις αποτελούν συνέχεια των Διονυσιακών γιορτών.

(Κ. Θρακιώτης «Λαϊκή πίστη και λατρεία στη Θράκη» σελίδα 222)

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη και λαμπρότερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, η γενέθλια μέρα της αναγέννησης της ανθρωπότητας και γιορτάζεται με τη  μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια.  Είναι η πλέον αγαπημένη γιορτή των παιδιών, τα οποία διακρίνονται για τη βαθιά πίστη τους στο Θεό και για την απέραντη χαρά τους για τον ερχομό του λυτρωτή Χριστού.

Η γιορτή των Χριστουγέννων συνοδεύεται από πολλά ήθη και έθιμα τα οποία αρχίζουν από την παραμονή. Πολλά από τα έθιμα αυτά είναι προχριστιανικά ή ειδωλολατρικά τα οποία έγιναν αποδεκτά με τη συγκατάβαση  του Χριστιανισμού.

Τα χοιροσφάγια

Κάθε Παγονερίτης νοικοκύρης (πλην των αδύναμων και μοναχικών ανθρώπων) κοντά στα άλλα οικιακά ζώα έτρεφε τουλάχιστον και ένα γουρούνι το χρόνο, το οποίο σφαζόταν την παραμονή των Χριστουγέννων και συνόδευε το τραπέζι της γιορτής.

Από νωρίς την άνοιξη προμηθεύονταν ένα μικρό συνήθως γουρουνάκι. Προτιμούσαν τα αρσενικά γουρούνια γιατί τα θηλυκά «σέρνονταν» (έρχονταν σε οργασμό) και αδυνάτιζαν. Αντίθετα τα αρσενικά με τον ευνουχισμό στον οποίο υποβάλλονταν, ώστε να καθίστανται ανίκανα για ζευγάρωμα, πάχαιναν. Το φθινόπωρο με τις δροσιές τα κλείδωναν σε στενό χώρο, μια κλούβα, και τα έτρεφαν με χόρτο, πίτουρα, αποφάγια και ιδίως καλαμποκάλευρο. Ένα μήνα πριν από την παραμονή των Χριστουγέννων, οπότε θα σφάζονταν, τα τάιζαν περισσότερο για να αυξηθεί το βάρος τους.

Ο σφαγέας, ο χασάπης που λέγανε (συνήθως ένας κτηνοτρόφος του χωριού) μαζί με δύο βοηθούς του έφταναν πολύ νωρίς στο σπίτι.  Έσφαζαν το γουρούνι, το τεμάχιζαν, βάζοντας χωριστά τα ψαχνά και χωριστά τα κόκκαλα και όταν τελείωναν, τηγάνιζε η νοικοκυρά το συκώτι και την καρδιά του γουρουνιού κι έτρωγαν.  Έπιναν το ουζάκι τους, έκαναν «τόκα» όλοι της παρέας (γειτονικά) και αλληλοεύχονταν : «Καλά Χριστούγεννα να ξημερώσουν, Καλές Γιορτές να ‘χουμε.»

Πρώτη φροντίδα της νοικοκυράς ήταν να επιτελέσει το κοινωνικο-θρησκευτικό της καθήκον. Να σκεφτεί, δηλαδή, ποιος από τους συγγενείς ή ποιος από τη γειτονιά δεν διέθετε γουρούνι, για να προσφέρει από το δικό της ένα κομμάτι ψαχνό κρέατος με ανάλογη μερίδα λίπους σε ένδειξη αγάπης και αδελφοσύνης. Με τον τρόπο αυτό δεν υπήρχε οικογένεια στο χωριό που να μην γευόταν χοιρινό κρέας.

Στη συνέχεια κρατούσε το μέρος του κρέατος που θα τρωγόταν φρέσκο την επαύριο των Χριστουγέννων. Αφού ξεχώριζε το μερίδιο του χοιροσφαγέα, το υπόλοιπο γινόταν παστό και τοποθετούνταν στην «κουρίτα» για να διατηρηθεί περισσότερο χρόνο και να φαγωθεί αργότερα.

Το λίπος του γουρουνιού λιωνόταν σε καζάνια, έπειτα το τοποθετούσαν και χρησιμοποιούνταν ως βούτυρο στις φέτες ψωμιού τις οποίες τα παιδιά θα έπαιρναν μαζί τους στο σχολείο, για μαγείρεμα και κυρίως για πίτες. Έπειτα ένα μέρος του λίπους, αφού το ανακάτευαν με ξεροψημένο ή τσιγαρισμένο ψαχνό κρέας και διάφορα καρυκεύματα, γινόταν ο νοστιμότατος καβουρμάς (τούρκικη λέξη) για μελλοντική χρήση.

Το κεφάλι του γουρουνιού το έψηναν στο φούρνο, αφού προηγουμένως του έβαζαν σκόρδα και ρίγανη.

Μπάμπω - Παππούς.

Οι νοικοκυρές με ψαχνό κρέας κομμένο σε μικρά κομμάτια, ανακατεμένα με αλάτι και μπαχαρικά, γέμιζαν το δωδεκαδάχτυλο (το πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου), το ονομαζόμενο Μπάμπω και το στομάχι (Παππού) του γουρουνιού. Αφού τα έραβαν με επιμέλεια και προσοχή, ώστε να μην παίρνουν αέρα, τα κρεμούσαν στο ταβάνι του σπιτιού, ώσπου να παστώσουν. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ψυγεία.

Η ίδια εργασία γινόταν και με το λεπτό έντερο, όταν έκαναν τα νοστιμότατα λουκάνικα. Το παχύ έντερο και ένα μέρος του λεπτού εντέρου τα γέμιζαν με πλιγούρι, ανακατεμένο με το αίμα του γουρουνιού, με ανάλογο αλάτι, κόκκινο πιπέρι και άλλες μυρωδιές. Τα κρεμούσαν στο ταβάνι για να ξεραθούν. 

Στην εργασία αυτή του παστώματος και του γεμίσματος των εντέρων προσέφεραν τη βοήθειά τους και γυναίκες της γειτονιάς, αφού η αλληλοβοήθεια ήταν έντονα χαραγμένη στους ανθρώπους του χωριού.

Τα Κάλαντα

Τα παιδιά ένιωθαν τη μεγαλύτερη χαρά. Περίμεναν πώς και πώς τον ερχομό της παραμονής των Χριστουγέννων. Οι προετοιμασίες άρχιζαν πολλές ημέρες μπροστά από τα Χριστούγεννα. Ασκούνταν αρκετά καλά στο τραγούδισμα των καλάντων με τις πρόβες που έκαναν στο σχολείο με το δάσκαλο ή στο σπίτι μόνοι τους. Εφοδιάζονταν με ό,τι θεωρούσαν απαραίτητο να έχουν μαζί τους, όταν θα γυρνούσαν τα σπίτια : φαναράκια (που θύμιζαν το άστρο της Βηθλεέμ) από  εκκενωμένα  του περιεχομένου τους κολοκύθια, τα οποία στόλιζαν με επιμέλεια με 3-4 παραθυράκια γύρω και ένα κεράκι μέσα·  κουτάκια που θα έβαζαν τα χρήματά τους,  πάνινες σακούλες κρεμασμένες στον ώμο, τις οποίες έραβε η μητέρα για τα διάφορα δώρα που θα τους έδιναν· ένα ξύλο, τέλος, για να φυλάγονται από τα σκυλιά. Συγκεντρώνονταν σε ομάδες ανά δύο ή τρία άτομα. Συνήθως τα αδέλφια μαζί, μαζί τα γειτονόπουλα, τα συνομήλικα κ.λ.π.

Ντύνονταν με βαριά ρούχα και σαν ερχόταν το απόγευμα ξεχύνονταν στους δρόμους του χωριού, για να αναγγείλουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Γέννησης του Θεανθρώπου. Με τη συνοδεία του τριγώνου τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι :

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, 

πρώτη γιορτή του χρόνου

Χριστός γεννάται σήμερον

εν Βηθλεέμ τη πόλει

οι ουρανοί αγάλλονται

χαίρει η φύσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται

εν φάτνη των αλόγων

ο Βασιλεύς των ουρανών

και ποιητής των όλων.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε

πέτρα να μη ραγίσει

και ο νοικοκύρης του σπιτιού

χίλια χρόνια να ζήσει.

Και του χρόνου

και το τάλιρο δικό μου.

(Οι δύο αυτοί τελευταίοι στίχοι λέγονταν σκωπτικά.)

Τα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, καλάντιζαν με το φως της ημέρας. Τα μεγάλα το βράδυ. 

Κάθε νοικοκύρης πρόσφερε στα παιδιά πορτοκάλια, μήλα, σύκα, κουλούρια που τα έβαζαν στο πάνινο σακουλάκι ή νομίσματα, τα οποία έβαζαν στο κουτάκι στις τσέπες. Τα παιδιά τους ευχαριστούσαν, εύχονταν «Καλά Χριστούγεννα» και συνέχιζαν.

Στα χρόνια πριν το 1940 τα παιδιά, το πρωί πριν από το χάραμα των Χριστουγέννων με μια βέργα από κρανιά γυρνούσαν τα σπίτια, χτυπούσαν τις πόρτες και φώναζαν «Κάλιαντα Μπαμπού» που σημαίνει εδώ είμαστε, ζούμε. Όταν τους άνοιγαν την πόρτα, έμπαιναν μέσα, έπαιρναν το φιλοδώρημά τους και έφευγαν ευχόμενοι «Καλά Χριστούγεννα».

Το βραδινό τραπέζι

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεύονται γύρω από το τραπέζι, το σουφρά. Η μητέρα θυμιάτιζε τα φαγητά (από φασουλάδα νερόβραστη ή χοσιάφι), την πίτα και όλα τα δωμάτια. Έπειτα πήγαινε στο στάβλο και θυμιάτιζε «για να ‘χουνε τα ζώα υγεία».

Την επομένη, ανήμερα της μεγάλης γιορτής, όλοι πήγαιναν στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία που άρχιζε νωρίς, στις 4:00 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και κοινωνούσαν. Το μεσημέρι γινόταν το μεγάλο τραπέζι με το κέφι και τη χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων.

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Την πρώτη ημέρα του έτους, που είναι και η 1η Ιανουαρίου, γιορτάζεται η αρχή του νέου έτους και συγχρόνως η μνήμη του Αγίου Βασιλείου.

Ο Άγιος Βασίλειος ως φορέας και χορηγός των ευχών και της ευλογίας για την καλή χρονιά είναι πολύ μεγάλη προσωπικότητα μεταξύ των ολίγων Αγίων της Χριστιανοσύνης. Η γιορτή του συνοδεύτηκε με τις πανάρχαιες αγροτικές παραδόσεις.

Αμίλητο νερό

Πολύ πριν από την ανατολή του ηλίου της παραμονής της Πρωτοχρονιάς οι κοπέλες του χωριού με μια στάμνα και ένα ποτιστήρι ξεκινούσαν από το σπίτι με προορισμό τις «Κάτω Βρύσες»  (πολλές πήγαιναν και στις «Πέρα Βρύσες» για να φέρουν νερό.

Το διακριτικό γνώρισμα αυτού του εθίμου ήταν ότι κατά τη διαδρομή από το σπίτι στις βρύσες και αντίθετα οι κοπέλες δεν μιλούσαν σε κανέναν. Ούτε σ’ όσους αντάμωναν στο δρόμο, ούτε μεταξύ τους. Ούτε και ενέδιδαν στα ενοχλητικά, πολλές φορές, πειράγματα των νέων οι οποίοι δεν έχαναν την ευκαιρία να βρίσκονται πρώτοι αυτοί στις βρύσες για να ανταμώσουν την καλή τους, να της πουν καμιά κουβέντα και να την βεβαιώσουν έτσι ότι τα αισθήματα που τρέφουν γι’ αυτήν είναι ειλικρινή και αληθινά.

Αυτό το νερό λεγόταν «αμίλητο νερό».

Όταν έφταναν στο σπίτι, άνοιγαν την εξώπορτα του σπιτιού και έριχναν νερό με το ποτιστήρι ως το στάβλο και σ’ όλα τα δωμάτια, λέγοντας : «Όπους τρέχ του νερό της βρύσης, έτσι να τρέχ και προκοπή στο σπίτι και στα ζώα». Δηλαδή η ενέργεια αυτή είχε ευετηριακό  χαρακτήρα.

Τα μπουμπούκια της σούρβας

Επίσης, οι νέες του χωριού μετά το σούρβισμα το πρωί της Πρωτοχρονιάς, δοκίμαζαν την τύχη τους με τα μπουμπούκια της σούρβας.

Στο τζάκι που έκαιγε μεγάλη φωτιά, έριχναν ένα μπουμπούκι. Όταν το μπουμπούκι «έσκαζε» ήταν καλό σημάδι. Πίστευαν ότι θα παντρεύονταν εκείνη τη χρονιά. Το αντίθετο σήμαινε αν το μπουμπούκι μαύριζε και δεν έσκαζε· τότε ερχόταν η στενοχώρια και η απογοήτευση.

Η βασιλόπιτα

Κάθε σπίτι Παγονερίτικο, πλούσιο ή φτωχό, ήταν συνήθεια να κόβει για τον καινούργιο χρόνο τη γνωστή σε όλους μας βασιλόπιτα. Η παραδοσιακή προετοιμασία της βασιλόπιτας γινόταν από νωρίς το απόγευμα της παραμονής.

Η μητέρα έβαζε το νόμισμα σε κρυφό σημείο της πίτας. Εκτός από το νόμισμα, έβαζε και κλωναράκι από τη σούρβα, για να είναι «τα μπερεκέτια» πολλά, όσα και τα μπουμπούκια της σούρβας.

Όλοι, μικροί και μεγάλοι περίμεναν με λαχτάρα τη στιγμή εκείνη της κοπής της βασιλόπιτας,  γιατί πίστευαν πως αν ήταν τυχεροί και έβρισκαν το νόμισμα μέσα στο κομμάτι τους, θα ήταν καλότυχοι όλα τα χρόνια και όλα θα τους έρχονταν «δεξιά» (ευνοϊκά).

Το βράδυ μετά την ένατη ώρα κάθοταν όλοι στο τραπέζι.  Η μητέρα άναβε το καντήλι στο εικονοστάσι και έκανε τρεις φορές το σταυρό της.  Έπειτα κρατώντας στο ένα χέρι κερί και στο άλλο το θυμιατό, θυμιάτιζε το στρωμένο τραπέζι και τη βασιλόπιτα. Στη συνέχεια θυμιάτιζε τα δωμάτια και τους άλλους χώρους του σπιτιού για να καταλήξει στο στάβλο, όπου έκανε το ίδιο «για τη γεροσύνη και απόδοση των ζώων».

Στο τέλος κοβόταν από τον αρχηγό (πατέρα) της οικογένειας η βασιλόπιτα, αφού πρώτα τη σταύρωνε με το μαχαίρι. Το πρώτο κομμάτι ήταν του Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο του Άι-Βασίλη και το τέταρτο του σπιτιού. Κατόπιν ονομάτιζε ο αρχηγός το δικό του κομμάτι, της μητέρας και των παιδιών με τη σειρά από το μεγαλύτερο στο μικρότερο. Στο τέλος ονομάτιζε τα κομμάτια του παππού και της γιαγιάς, αν υπήρχαν.

Ο κ. Θρακιώτης στο έργο του «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών», σελ. 231 εξηγεί σχετικά με το κόψιμο της πίτας : «οι στοιχειώδεις και κοινές απαντήσεις που δεν απέχουν πολύ από την εθνολογική εξήγηση, είναι ότι το μοίρασμα της πίτας γίνεται για το καλό της χρονιάς, για την καλή τύχη του σπιτιού όπου θα πέσει το νόμισμα και για την ευλογία του Αγίου Βασιλείου. Υπάρχουν, όμως, και ιδιαίτερες παραδόσεις φτιαγμένες ίσως από λόγιους μελετητές των συναξαριών που πιστεύτηκαν από το λαό και ιδιαίτερα από τους πληθυσμούς της Ανατολής όπου ο Άγιος Βασίλειος είναι περισσότερο οικείος. Μια τέτοια παράδοση άκουσε το 1904 στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν καθηγητής Μέσης Σχολής, ο Φαίδων Κουκουλές και τη δημοσίευσε στο περιοδικό των εν Αθήναις Μικρασιατών «Ξενοφάνης». Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, όταν ο Άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισαρεία, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι εζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. «Σας προτρέπω ευθύς», τους είπε εκείνος, «να φέρει έκαστος ό,τι πολύτιμον έχει αντικείμενον». Μάζεψαν πολλά και βγήκαν μαζί με το Δεσπότη τους οι Καισαρείς να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν, όμως, τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μεγάλου Βασιλείου που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι και ο Άγιος Βασίλειος πήρε να τους τα ξαναδώσει τα τιμαλφή. Ο χωρισμός, όμως, ήτο δυσχερής διότι πολλά όμοια είχαν προσφέρει, δαχτύλιους, δηλαδή, νομίσματα κ.λ.π. Ο Βασίλειος τότε σκέφτηκε ένα θαυματουργόν τρόπον. Διέταξε να κατασκευασθώσι την εσπέραν του Σαββάτου πλακούντα (δηλαδή μικρές πίτες) και εντός ενός εκάστου έθηκεν ανά ένα αντικειμένον, την δε επομένην έδωκεν ανά έναν έκαστον Χριστιανικόν. Ποίον θαύμα!  Εντός του πλακουντίου του εύρεν έκαστος ό,τι είχεν προσφέρει! Από τότε, λέγει η παράδοση, κάθε στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου κάνουμε και εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα.»

Το Σούρβισμα

Στο Παγονέρι ήταν γνωστό το «σούρβισμα». Αυτό γινόταν πολύ νωρίς το πρωί ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. Ομάδες παιδιών γύριζαν τα σπίτια των συγγενών και φίλων τους, όπου με μια σούρβα (βέργα από σουρβιά, δηλαδή από κρανιά) σούρβιζαν ελαφρά τη ράχη του γέρου, της γριάς, των παιδιών και όλων όσων βρίσκονταν στο σπίτι, ενώ έλεγαν «Γερός σαν τη σούρβα και εις έτη πολλά». Ήταν, δηλαδή, το έθιμο αυτό ευετηριακό.

Λέγοντας την ευχή έπαιρναν το φιλοδώρημά τους σε νομίσματα, τα οποία έβαζαν στις τσέπες, και σε φρούτα - κυρίως χαρούπια (ξυλοκέρατα Κρήτης), μανταρίνια, μήλα, καρύδια και γλυκά (συνήθως κουλούρια) τα οποία τοποθετούσαν σε μια πάνινη σακούλα κρεμασμένη στον ώμο, όπως ακριβώς και την παραμονή των Χριστουγέννων.

Νομίζω ότι είναι σκόπιμο να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι το πρώτο από τα παιδιά που θα άνοιγε την πόρτα και θα έμπαινε μέσα στο σπίτι έκανε «ποδαρικό». Ήταν, δηλαδή, η καλή ή η κακή τύχη (ο χρόνος θα το έδειχνε) του σπιτονοικοκύρη· γι’ αυτό έπαιρνε και το μεγαλύτερο σε αξία νόμισμα. Μάλιστα πολλοί, πολλές φορές από προκατάληψη προκαλούσαν οι ίδιοι το ποδαρικό. Παράγγελναν, δηλαδή, σε φίλους ή συγγενείς να στείλουν ένα από τα παιδιά τους για ποδαρικό ή από κακή διάθεση απέναντι σε ορισμένα πρόσωπα δεν άνοιγαν την πόρτα. Τα παιδιά ευχαριστούσαν και εύχονταν  «και του χρόνου καλύτερα» και πήγαιναν και στ’ άλλα σπίτια του χωριού. Όταν τελείωναν όλα τα σπίτια, τα παιδιά μοίραζαν μεταξύ τους τα κέρματα, τα φρούτα και τα γλυκά.

Χαρά και όνειρο των παιδιών ήταν να βγουν στο σούρβισμα. Λίγες ημέρες πριν από την Πρωτοχρονιά, τον ερχομό της οποίας περίμεναν με αγωνία, πήγαιναν στο δάσος για να διαλέξουν την καλύτερη σούρβα. Μάλιστα γινόταν και συναγωνισμός μεταξύ τους, ποιος θα παρουσίαζε την πιο όμορφη και την περισσότερο εντυπωσιακή (έπλεκαν τα μπουμπουκιασμένα κλωναράκια της σούρβας σε διάφορα σχήματα).

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Λέγεται και Επιφάνεια, δηλαδή ημέρα της εμφάνισης του Χριστού στον κόσμο, η οποία έγινε με τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό, σύμφωνα με την παράδοση από τον 2ο ή 3ο αιώνα.

Έτσι «επεφάνη ο Χριστός στον κόσμο».

Η γιορτή λέγεται και Φώτα, των Φώτων (των Φώτων τον ονομάζει ο λαός μας). Επειδή Φώτα και φως και φώτισμα σημαίνει στη γλώσσα του Χριστιανισμού βάπτισμα. Και επειδή τη μέρα αυτή (6 Ιανουαρίου) τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού γίνονταν πολλά φώτα στην εκκλησία ή βαπτίσματα, γι’ αυτό η γιορτή πήρε και το όνομα αυτό.

Η γιορτή των Θεοφανείων συνοδεύεται από διάφορα έθιμα. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά είναι ο αγιασμός των υδάτων, ο αγιασμός των σπιτιών από τον ιερέα για το διώξιμο των «βαμπιριών» (καλικαντζάρων) και τα κάλαντα που ψάλλουν τα παιδιά γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι.

Η παραμονή της γιορτής

Την παραμονή των Θεοφανείων ψάλλεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών με αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη και ακολουθεί ο Μεγάλος Αγιασμός με ευχές και ύμνους.

Μετά την απόλυση παίρνει ο παπάς αγιασμό και βγαίνει στα σπίτια και στα μαγαζιά «να αγιάσει». Τον συνοδεύει ένας εκκλησιαστικός επίτροπος και ένας μικρός (συνήθως μαθητής του Δημοτικού σχολείου) βοηθός, ο οποίος κρατά ένα χάλκινο δοχείο με τον αγιασμό. Ο παπάς φοράει μόνο πετραχήλι. Κρατά μια δέσμη από βασιλικό και ραντίζει μέσα στο σπίτι, εδώ και εκεί, ενώ ψάλλει τα κοντάκια : «Επεφάνης σήμερα την οικουμένη…» ή το απολυτίκιο «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…»

Όλοι δίνουν τον οβολό τους - συνήθως κέρματα - που τα ρίχνουν μέσα στο κουβαδάκι με τον αγιασμό. «Αυτό δεν είναι προχειρότητα, έχει και σημασία αγιασμού του χρήματος», επισημαίνει ο καθηγητής της λαογραφίας Δ.Σ. Λουκάτος στο έργο του «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών», σελ. 167. Υπήρχαν και περιπτώσεις που αντί χρημάτων έδιναν σιτάρι ή καλαμπόκι.

Παλαιότερα (προ του 1940) πήγαινε ο παπάς και στα μαντριά, έξω από το χωριό, για να αγιάσει για υγεία και το καλό των ζώων. Όμως η μετάβαση με τα πόδια ήταν δύσκολη και κουραστική. Αυτό υποχρέωνε τον παπά να καθυστερεί και να γυρίζει τα σπίτια ως αργά το βράδυ. Έτσι όλο το χωριό έπαιρνε την «πρωταγίαση».

Παράλληλα με τον αγιασμό, τα παιδιά έβγαιναν και πάλι στους δρόμους και έψελναν τα κάλαντα με το σχετικό φιλοδώρημα που έπαιρναν :

Σήμερα τα Φώτα και οι Φωτισμοί

και χαρά μεγάλη και Αγιασμοί

κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,

κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά

όργανο βαστάει κερί κρατεί

και τον Αη-Γιάννη παρακαλεί

Αη μου  Γιάννη Πρόδρομε

βάφτισε και εμένα Θεού παιδί

ν’ ανέβω στους ουρανούς

να μαζέψω ρόδα και λίβανους

και του χρόνου.

 

Πιστεύεται ότι την παραμονή των Θεοφανείων ανοίγουν τα ουράνια και την ώρα εκείνη όποια ευχή κάνει κανείς πραγματοποιείται. Επίσης σε πολλά μέρη της Ελλάδας, κυρίως στη Βόρεια, γίνονται μεταμφιέσεις φορώντας δέρματα ζώων, κρεμώντας επάνω τους κουδούνια και χορεύοντας παράξενους χορούς κατά τον Γ.Λ. Παπαϊωάννου. 

Την παραμονή των Θεοφανείων όλα τα μέλη της οικογένειας κάθονταν γύρω από το τραπέζι, όπως απαιτούσε το έθιμο, για τρίτη φορά που ήταν και η τελευταία του Δωδεκαημέρου. Η ημέρα ήταν αυστηρά νηστίσιμη και το τραπέζι λιτό. Η μητέρα θυμιάτιζε και πάλι όλους τους χώρους του σπιτιού και το στάβλο, όπως ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Τα κορίτσια έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι κομμάτι από την πρώτη μπουκιά από το ψωμί του τραπεζιού και περίμεναν να τους φανερωθεί ο καλός τους στο όνειρό τους.

Η ημέρα των Θεοφανείων

Ανήμερα των Θεοφανείων όλοι, μεγάλοι και μικροί, με την πρώτη καμπάνα πήγαιναν στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία και να παρευρεθούν στον Μεγάλο Αγιασμό. Με το τέλος της Θείας Λειτουργίας και αφού διαβάζονταν οι Μεγάλες Ευχές, ο παπάς και το εκκλησίασμα έβγαιναν στον αύλειο χώρο της εκκλησίας και αφού σχημάτιζαν πομπή, κατευθύνονταν προς τις Πέρα Βρύσες. Εκεί γινόταν ο Μεγάλος Αγιασμός με την κατάδυση του Σταυρού στη στέρνα της Επάνω Βρύσης, ενώ ψαλλόταν το «Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου σου Κύριε» και οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα. 

Η ευλόγηση των υδάτων σήμερα γίνεται μέσα στην εκκλησία.

Κατά την επιστροφή τους στο χωριό, οι πιστοί είχαν να αντιμετωπίσουν τους καρναβαλιστές οι οποίοι με την παρουσία τους στις Κάτω Βρύσες (μοναδική είσοδος στο χωριό από το νότιο άκρο) δεν άφηναν να περάσει κανείς, αν προηγουμένως «δεν έδιναν τον παρά τους» υπέρ της εκκλησίας.

Τα καρναβάλια

Α. Τα μέλη του Θιάσου

Η ομάδα των μεταμφιεσμένων αποτελούνταν από Q

α) Τους αράπηδες (4-5 ή και περισσότεροι) 

β) Τη γύφτισσα μ’ ένα μικρό ομοίωμα παιδιού από ξύλο περιτυλιγμένο μέσα     σε κουρέλια 

γ) Τη νύφη (άνδρας) με ψεύτικα στήθη και μαλλιά και 

δ) Το γιατρό, τον επονομαζόμενο «Χατλή» καβάλα στ’ άλογό του (ομοίωμα ξύλινο υπό τα σκέλη του, δεμένο στους ώμους με πέτσινους δέτες).

Β. Αμφίεση

Οι αράπηδες είχαν τα πρόσωπά τους σκεπασμένα με κουκούλες στο κεφάλι από δέρμα κριαριού η κατσικιού, με δύο τρύπες ανοιγμένες για τα μάτια και μια άλλη για το στόμα. Φορούσαν τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού που έφτιαχναν οι ίδιοι. Γύρω στη μέση τους κρεμούσαν κουδούνια έντονα ηχηρά.  Στο χέρι κρατούσαν ένα ξύλο, το λεγόμενο «ντοκμάκι» για να στηρίζονται.

Στην κάθε κίνησή τους τα κουδούνια έκαναν έναν απερίγραπτο, αλλά και ρυθμικό θόρυβο.

Η γύφτισσα ντυνόταν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δικαιώνει το όνομά της. Φορούσε μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και φόρεμα κλαδωτό ποικιλόχρωμο. Το πρόσωπό της ήταν βαμμένο με μαύρο χρώμα για να μην αναγνωρίζεται.

Η νύφη, με τη νυφιάτικη άσπρη στολή της, ήταν η μόνη από τους συμμετέχοντες στο θίασο, η οποία είχε το πρόσωπό της ακάλυπτο. Ήταν προκλητικά βαμμένη.

Ο γιατρός ντυνόταν με ολόασπρη στολή (πουκάμισο – παντελόνι), κουκούλα από δέρμα γουρουνιού ή πλεκτή μάλλινη, ζωνάρι στη μέση και ποτούρια. Στο χέρι κρατούσε ένα ξύλο ή ξίφος για να στηρίζεται. Επίσης, έφερε μαζί του και μια τσάντα πέτσινη, κρεμασμένη στον ώμο όπου είχε τα… ιατρικά του εργαλεία. Αυτά ήταν τα πλέον απίθανα αντικείμενα. Για ακουστικά χρησιμοποιούσε καλώδια, για σύριγγα είχε ένα κομμάτι από ξύλο και αρκετά μπουκαλάκια γιομάτα δήθεν με φάρμακο, ενώ αυτά περιείχαν νερό.

Το έθιμο απαγόρευε να αποκαλύπτουν τα πρόσωπά τους όλοι οι του θιάσου, εκτός από τη νύφη.

Γ ‘ Ο ρόλος της εκκλησιαστικής επιτροπής

Όλα τα πρόσωπα του θιάσου επιλέγονταν από την εκκλησιαστική επιτροπή η οποία είχε και την ευθύνη της οργάνωσης, ώστε όλα να λειτουργούν κανονικά και αποτελεσματικά. Έτσι ώστε ο κόσμος να ήταν ευχαριστημένος, αποκομίζοντας ευνοϊκά σχόλια υπέρ της.

Ορισμένα πρόσωπα είχαν πάντοτε την προτίμηση της εκάστοτε εκκλησιαστικής επιτροπής, γιατί υποδύονταν με μεγάλη επιτυχία το ρόλο, τον οποίο αναλάμβαναν να εκτελέσουν και γιατί με τις μιμήσεις τους διασκέδασαν μικρούς και μεγάλους και με τα πειράγματά τους και τα καμώματά τους συμπλήρωναν το όλο σκηνικό του καρναβαλιού.

Δ. Η λειτουργία

Το πρωί των Θεοφανείων, μετά τη λήξη του Μ. Αγιασμού, από το σπίτι της Ζαχαρίνας όπου ντύνονταν οι καρναβαλιστές και γίνονταν όλες οι άλλες προετοιμασίες ξεκινούσε η πομπή. Προπορεύονταν η γκάιντα και ο νταχαρές. Όλοι τραβούσαν για την πλατεία του χωριού, όπου συγκεντρωνόταν ο κόσμος για να παρακολουθήσει την τελετουργία του εθίμου.

Εκεί γινόταν τρανός χορός με τη συνοδεία της γκάιντας και του νταχαρέ. Τον έσερναν ο γιατρός και οι αράπηδες ως πρωτο-χορευτές και όσοι από το πλήθος ήθελαν. Η γύφτισσα και η νύφη βρίσκονταν και κινούνταν στη μέσα μεριά του χορού. Οι αράπηδες μπορούσαν με άνεση να τις επιτηρούν, γιατί ο κίνδυνος για την αρπαγή του μωρού ή της νύφης ή και των δύο μαζί ήταν ορατός κάθε στιγμή. Όμως και εκείνες δεν έμεναν άπραγες. Από τη θέση εκείνη, την επιτηρούμενη από τους αράπηδες, διασκέδαζαν τον κόσμο με τα αστεία τους και τις γουστόζικες και μάλιστα σεξουαλικής φύσεως κινήσεις που έκαναν και όλοι γελούσαν με την καρδιά τους.

Όσο περνούσε η ώρα, ο χορός ολοένα και μεγάλωνε σε δύο, τρία ή και περισσότερα κάτια (κύκλους). Τότε κάποιοι ή κάποιος από το χορό ή έξω από το πλήθος, εκμεταλλευόμενος το θόρυβο των κουδουνιών, την οχλαγωγία και τον πανζουρλισμό που δημιουργούνταν, άρπαζε το μωρό από την αγκαλιά της γύφτισσας και τρέχοντας χανόταν στα στενά, γραφικά σοκάκια του χωριού. Η γύφτισσα τότε έκλαιγε απαρηγόρητα, χτυπιόταν καταγής και μοιρολογούσε το χαμό του παιδιού της - ενώ ο κόσμος γελούσε - και απεγνωσμένα ζητούσε τη βοήθεια των αράπηδων για την εύρεση του αγαπημένου της παιδιού. Οι αράπηδες, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν το τι είχε συμβεί, κρατούσαν το χορό και έτρεχαν διασκορπισμένοι προς την κατεύθυνση την οποία ακολουθούσε ο απαγωγέας, για να τον συλλάβουν και να τον τιμωρήσουν παραδειγματικά για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε. Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα αναζήτησης, επιτυγχάνονταν η σύλληψη του απαγωγέα, του επέβαλαν ως ποινή να πληρώσει ό,τι επιθυμούσε υπέρ της εκκλησίας.  (Αυτό το τελευταίο τονιζόταν ιδιαίτερα.)

Αυτή η σκηνή της απαγωγής, μια του μωρού και μια της νύφης επαναλαμβανόταν πολλές φορές.

Κάποια στιγμή ανακοίνωνε ο τελάλης ότι συνέβη κάποιο ατύχημα. Χτύπησε σοβαρά, έλεγε, ο απαγωγέας ή ένας αράπης, ενώ η καταδίωξη του πρώτου βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο γιατρός, τότε, χωρίς καμιά καθυστέρηση χτυπούσε τ’ άλογό το και καλπάζοντας - τον ακολουθούσαν και πολλοί από το πλήθος - σε λίγα λεπτά της ώρας βρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος, όπου προσέφερε τις πρώτες βοήθειες στον τραυματία. Ο τραυματίας γινόταν καλά και αφού πλήρωνε και την επίσκεψη του γιατρού, όλοι μαζί με γέλια και χαρές επέστρεφαν στην πλατεία για τη συνέχιση του εθίμου.

Στις δύο η ώρα μετά το μεσημέρι σταματούσε το δρώμενο. Οι μεταμφιεσμένοι έπρεπε να φάνε και να ξεκουραστούν. Στις τέσσερις η ώρα το απόγευμα επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό πολλές φορές και κρατούσε ως την ώρα που έδυε ο ήλιος και έπεφτε το πρώτο σκοτάδι. Ο επίλογος του εθίμου παιζόταν στο σπίτι της Στέργαινας, η οποία πρόσφερε στους καρναβαλιστές χαλβά φτιαγμένο με καλαμποκίσιο αλεύρι. Όμως ο κόσμος συνέχιζε το χορό και το φαγοπότι στα καφενεία που κρατούσε ως αργά τα ξημερώματα του Αγίου Ιωάννου.

Το έθιμο του καρναβαλιού στα χρόνια προ του 1940 συνεχιζόταν και την επόμενη ημέρα του Αγίου Ιωάννου. Μετά το 1950 περιορίστηκε να γίνεται μόνο ανήμερα των Θεοφανίων ως το 1969, οπότε σταμάτησε οριστικά, εξαιτίας του τότε υπηρετούντος στο αστυνομικό τμήμα διοικητή, ο οποίος διέκοψε την τέλεση του εθίμου του καρναβαλιού την ημέρα των Φώτων, επειδή όπως ισχυριζόταν, είχε ρίζες ξενικές. Αργότερα ζήτησε συγνώμη, παραδεχόμενος την αμάθειά του πάνω σε θέματα Λαογραφίας.

Σημειώνουμε ότι όλα τα εισπραττόμενα έσοδα πήγαιναν στο ταμείο της εκκλησίας. Η εκκλησιαστική επιτροπή τα διέθετε αποκλειστικά και μόνο στη βοήθεια των φτωχών και ανήμπορων ανθρώπων του χωριού.

(Στάθης Χρ. Κουζούλης, δάσκαλος)


 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Ετήσιος εορτολογικός κύκλος

Αρ. χειρογράφου
1933
Έτος καταγραφής
2007-08
Επώνυμο
Καραμπατζάκη
Όνομα
Ευδοκία