Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, ΚΥΡΙΩΝ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Η Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα

α). Σαράντα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα οι περισσότεροι ευλαβείς χριστιανοί κάνουν νηστεία τουλάχιστον από κρέας. Μετά του Αγίου Ελευθερίου και από ψάρι.

Το δωδεκαήμερο 25 Δεκεμβρίου 6 Ιανουαρίου

β). Όταν έρχονταν τα Χριστούγεννα ντυνότανε κάποιος ή κάποια νύφη και κάποιος ή κάποια αράπης, ο οποίος παρίστανε τον γαμπρό. Υπήρχε και ένας γέρος και έπαιρνε την νύφη και την χόρευε και έλεγε σε κάθε σπίτι που πήγαινε ‘’δώστε με ένα μέρος να την χορέψω’’. Και βλέποντας αυτά ο αράπης θύμωνε και χτυπώντας τα κουδουνάκια έβγαζε το σπαθί του κι έσφαζε το γέρο γιατί χόρευε την νύφη. Τότε την έπαιρνε την νύφη ο αραπάς και χόρευε μαζί της και από κει πήγαιναν σε άλλο σπίτι.

(Παπαδόπουλου Αναστασία)

Όταν ερχόντουσαν τα Χριστούγεννα τα παιδιά πήγαιναν σε κάθε σπίτι και έλεγαν τα κάλαντα και τους έδιναν πορτοκάλια, μήλα, καρύδια, αλλά πιο πολύ φουντούκια.

Την Πρωτοχρονιά αποβραδίς ετοίμαζαν ένα μεγάλο κλαδί ελιάς και φρούτα και πρωί-πρωί πήγαιναν σε ένα πηγάδι και το κάρφωναν και περνάνε καλαντόνερο. Και πήγαιναν στο σπίτι και όλοι μαζί πλένονταν με το καλαντόνερο.

Την Πρωτοχρονιά όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω από το τραπέζι στο οποίο πάνω είχε ένα πιάτο καρύδια. Ο νοικοκύρης του σπιτιού αφού τα ευλογούσε τα πετούσε σταυρωτά και το άλλο πρωί τα μάζευαν. Και από το μαντρί έφερναν ένα ζώο και έκανε ποδαρικό και το πήγαιναν πάλι στη θέση του και έπαιρναν καλαντόνερο και πλένονταν. Επίσης την Πρωτοχρονιά έπαιρναν ένα κλαδί ελιάς και έβαζαν πάνω φουντούκια.

(Κανέλης Γιώργος)

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς όταν αλλάζει ο χρόνος ο νοικοκύρης του σπιτιού μία πέτρα σπάει έξω από το σπίτι και ένα ρόδι. Την πέτρα την σπάει για να σπάσει το κακό και να είναι όλα γερά και δυνατά και το ρόδι για να φέρει τύχη στο σπίτι.

(Σωτήρια Παπαδόπουλου)

Τα 12 ευζωνάκια (κάλαντα Χριστουγέννων)

Τα 12 ευζωνάκια αποφασίσανε

στην Καστοριά να πάνε, 

Παναγία μου να πολεμήσουνε.

 

Στο δρόμο που πήγαιναν στη Μαύρη θάλασσα,

μαύρη φουρτούνα πιάνει

το καράβι κι 'σκιζαν τα πανιά.

 

Βοήθα Παναγιά μου να τα γλυτώσουμε

και όσες καντήλες έχεις Παναγιά μου,

θα τις χρυσόσουμε.

 

Δεν κλαίω το καράβι, δεν κλαίω τα πανιά,

μόν' κλαίω Κωνσταντίνο καπετάνιο

και τα ευζωνάκια του.


 

Κάλαντα κερασούντας

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμο,

α καλήν ώραν, καλής ημέραν

α καλόν παιδίν οψέ ‘γεννέθεν 

 

οψέ γεννέθεν ουρανοστάθεν,

Τον εγέννεσεν η Παναΐα,

τον ανέστεσεν Αη Παρθένος .

 

Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι

κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι

σταυροδρόμι και μοιροδρόμι.(2)

 

Τον επέρπαξαν οι σκύλ΄Εβραιοι, 

Ασ’ αρχόντικατ κι ασ’ ην καρδίαν

γαίμαν έσταζεν, φλογήν κι εφάνθεν

ούμπαν έσταξεν εμυροστάθεν . 

 

Εμυρίστεν’ νατ ο κόσμος όλεν,

για μυρίστε ατό και συ αφέντα

Συ αφέντα καλέμ’ αφέντα.

 

Δέβα ’ς σο ταρέζ’ κι έλα ’ς σην πόρταν, 

Έρθαν τη Χριστού τα παληκάρεα

θέλνε ούβας, θέλνε λεφτοκάρε.

(Ιοκάστη Κανέλη)

 

Κάθε παραμονή των φώτων κάθε οικογένεια ετοίμαζε ένα ξύλο ραγισμένο σε τέσσερα σημεία. Μετά την δύση του ήλιου σε κάθε ράγισμα του ξύλου βάζαν δαδιά και τα άναβαν. Την επόμενη μέρα των φώτων μετά την εκκλησία το καμένο ξύλο με τον αγιασμό τα άφηναν στο σπαρμένο χωράφι για να αυξηθεί η παραγωγή.

(Κατίνα Κανέλη)

 

Κάλαντα φώτων

Σήμερα τα Φώτα Και ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη και αγιασμός

κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

Είναι η Παναγία η Δέσποινα

με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα

και τον αϊ-γιάννη παρακαλεί

Άι Γιάννη μου Πρόδρομε,

δίνε να σε βαφτίσω Θεού παιδί

δίναμε και θέλω και Προσκυνώ

και του Αϊ-Γιάννη παρακαλώ.

(Κατίνα Κανέλη)

δ. Απόκριες 

Στα Κύρια φέραμε πλούσιες παραδόσεις για τις απόκριες τις οποίες εγκαταλείψαμε. Θυμάμαι ότι το γλέντι της αποκριάς ξεκινούσε από τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Καθαρά Δευτέρα. Το βράδυ σε κλειστούς χώρους και τη μέρα στην πλατεία ο παππούς μου κάθε φορά μας έβαζε ένα κόκκινο σταυρό στο μέτωπο για να διώχνει υποτίθεται τα δαιμόνια. Τραγουδούσαμε αποκριάτικα τραγούδια και χορεύαμε πολλά μαζί άτομα γύρω από την τσαμπούνα. Κάναμε διαγωνισμούς της πλάκας για το ποιος θα θυμηθεί τα περισσότερα αδιάντροπα στιχάκια.

Πολλοί ήταν επίσης αυτοί που έκαναν αστεία μεταξύ των οποίων και ο μπάρμπα Λευτέρης, ο Ζαφείρης, ο οποίος με μοναδικό τρόπο μας πρόσφερε το γέλιο.

Συνήθως έκανε τον Γκαδή (δικαστή). Είχε ως έδρα του ένα γάιδαρο όπως επίσης είχε γύρω του άλλα άτομα στο ρόλο του προέδρου, του χωροφύλακα, που του έφερναν αυτούς που έπρεπε να “δικάσει”.

Σε άλλες απόκριες οι οποίες θα μου μείνουν αξέχαστες ο μπάρμπα Λευτέρης ντυνόταν αρκουδιάρης και έντυνε στην τύχη κάποιον αρκούδα και γύρναγαν από όλα τα χωριά.

Μία από αυτές τις φορές που πραγματοποιούνταν το έθιμο ο μπάρμπα Λευτέρης είχε περάσει μέσα από το Δοξάτο και, μια που θέλαν και αυτοί αφορμή για να μας κοροϊδέψουν, άρχισαν να φωνάζουν ‘’Να οι Κυργιώτες οι αρκούδες” και επειδή ο μπάρμπα Λευτέρης ήταν πολύ τοπικιστής στις επόμενες απόκριες έναντι ανταμοιβής ενός τσουβαλιού αλεύρι, έντυσε κάποιον Δοξατιανό αρκούδα και τον πέρασε μέσα από το Δοξάτο. Και όταν οι Δοξατιανοί άρχισαν να τον περιγελούν και να φωνάζουν ‘’Να οι Κυργιώτες οι αρκούδες”αυτός έβγαλε από τον Δοξατιανό την στολή της αρκούδας και του είπε: “Με αναγκάζετε να σας αποδείξω ότι αρκούδες είστε εσείς” Βέβαια ακούγοντας αυτό οι Δοξατιανοί εξαγριώθηκαν και είχα μάθει ότι την γλίτωσε χάρη σ΄ένα ψεύτικο περίστροφο.

(Σαρρίδης Στράτος)

Κάποτε τις απόκριες πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι μασκαρεμένοι και τραγουδούσαμε “κατέβα κόρη και άνοιξε, πόρτα την καρυδένια, κι αν έχεις ευχαρίστηση κέρνα μας και από ένα” και η κόρη κατέβαινε, άνοιγε την πόρτα, μας κερνούσε από ένα γλυκό και μας έλεγε το επόμενο στιχάκι “Σήμερα – σήμερα - σήμερα, είναι αποκριές και παντρεύονται οι γριές. Σήμερα θα μαζευτούμε και στην Λούμπα θα κρυφτούμε”

(Κανέλης Γεώργιος)

 

Αποκριάτικα τετράστιχα

Σε αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε,

πέτρα να μη ραγίσει

και ο νοικοκύρης του σπιτιού,

χίλια χρόνια να ζήσει.

 

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε,

να φάμε και να πιούμε,

μόνο σας αγαπήσαμε,

κι ήρθαμε να σας δούμε.

 

Χίλια καλώς ορίσατε

και ας κάνατε τον κόπο.

Ήρθατε νοστιμίσατε 

τον έρημο μας τόπο.

 

Κείνος που σέρνει το χορό

σέρνει και τα τραγούδια

σέρνει και εις το πλάι του

μπαχτσέ με τα λουλούδια

 

Του μπροστινού του πρέπουνε

παπούτσια με τα τέλια 

γιατί είναι το κορμάκι του

όλο χαρές και γέλια.

 

Σταμάτα εσύ τραγουδιστή 

να τραγουδήσει κι άλλος 

που άνοιξες το στόμα σου 

σαν γάιδαρος μεγάλος.

 

Άντε σ’ τε να πηγαίνουμε 

να μη μας βαρεθούνε 

και βγάλουνε τα σκέλεθρα 

και να μας κοπανίσουν.

 

Μωρή αρκούδα μαλλιαρή 

με τα χοντρά τα ποδάρια

κάθησες και κατηγορείς

όμορφα παλικάρια.

 

Όταν γεράσει ο άνθρωπος 

Δεν έχει πια αξία 

είναι σαν το γραμμάτιο 

Που λήγει η προθεσμία 

 

Ο μπροστινός είν΄ γάιδαρος 

ο δεύτερος στημάρι

ο τρίτος και ο τέταρτος 

καπίστρι με γιουλάρι.

 

Γιατί μικρή σαν με κοιτάς

το μάτι ανεβάζεις

την φούστα σου ψιλοκρατάς 

και βαριά αναστενάζεις;

 

Θαρρείς μικρόν τον έχω εγώ

τον πόθο στην καρδιά μου;

Θαρρείς δεν μου σηκώνεται

η τρίχα στα μαλλιά μου;

 

Ποιος είδε θηλυκό παπά 

και Διάκο γκαστρωμένο 

Ποιος είδε και τον ‘γούμενο

τριώ μερώ λεχώνα

 

Είμαι και εγώ ανήσυχος 

και λίγο πεισματάρης 

και ανατριχιάζω ολόκληρος 

όταν αυτά μου κάνεις.

 

Για αυτό παράτα τα αυτά 

και έλα να αγκαλιαστούμε 

μας έφτασε η αποκριά 

και θα συγχωρέθουμε.

 

Άρχισε γλώσσα μ΄αρχισε

τραγούδια ν΄αραδιάζεις 

και την καλή παρέα μας 

να την διασκεδάζεις.

 

Ξέρω τραγούδια να σας πω 

μα τα περιδιαλέγω 

η αγάπη μου δεν είναι εδώ 

και τίνος να τα λέγω;

 

Ξέρω τραγούδια να σας πω 

Ένα σακί γεμάτο 

Μα το σακί ετρύπησε 

και πέσαν όλα κάτω.

 

Εγώ δεν ετραγούδαγα 

μ΄ας πάει για χατίρι 

για την καλή παρέα μας 

και για τον νοικοκύρη.

 

Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ 

ας παίξω κι ας γελάσω 

τα νιάτα δεν πουλιούνται πια 

να τα ξαναγοράσω.

 

Ας τραγουδήσω και ς χαρώ

Του χρόνου ποιος το ξέρει,

ή θα πεθάνω ή θα ζώ,

ή θα ‘μια σ΄ άλλα μέρη.

 

Στο σπίτι που χορεύουμε 

η κόρη έχει ντελάλη 

και όταν του χρόνου θα ΄ρθουμε 

να ‘χει χρυσό στεφάνι.

 

Ξένε μ’ σα θες να παντρευτείς 

γυναίκα για να πάρεις 

έλα ρώτα με κι εμένα 

να σου πω ποια είναι για εσένα.

 

Ψηλή γυναίκα μην πάρεις 

δεντρί ξεριζωμένο 

το δεντρί ξεριζωμένο 

θα ναι πάντα μαραμένο.

 

Κοντή γυναίκα μην πάρεις

βαρέλι δίχως πάτο 

βαρέλι δίχως πάτο 

Θα βρωμάει πανάθεμά το.

 

Ασπρη γυναίκα μην πάρεις 

σακί αλευρωμένο 

το σακί το αλευρωμένο 

θα είναι πάντα σκονισμένο.

 

Μαύρη γυναίκα μην πάρεις 

σουπιά τηγανισμένη 

η σουπιά η τηγανισμένη 

θα είναι πάντα μαυρισμένη

 

Χοντρή γυναίκα μην πάρεις 

βουτσί του ταβερνιάρη 

το βουτσί του ταβερνιάρη 

κρεατίλα θα βρωμάει.

 

Μελαχρινή και νόστιμη 

και μαύρα μάτια να χει 

κι αν ασπρίσει και αν γεράσει 

μαύρα μάτια πάντα θα χει. 

 

Περάσανε οι απόκριες 

πάνε κι οι Τυρινάδες

μας ήρθε η Σαρακοστή 

με τις επτά εβδομάδες. 


 

(Παραθέτονται φωτογραφίες με λεζαντα) 

ΣΕΛ.:98 

Το έθιμο του Γκαδή στις Αποκριές

ΣΕΛ.:99 

Το αποκριάτικο έθιμο της Αρκούδας.


 

Στις Απόκριες νέοι και γέροι γίνονταν καρναβάλια με προσωπίδες και έρχονταν παρέες-παρέες μέσα στα σπίτια και με την συνοδεία λύρας τραγουδούσαν και χόρευαν.

Πρώτος έμπαινε ένας φουστανελάς, ο οποίος είχε κρεμασμένα πάνω του κουδουνάκια. Με τη σβούρα που έκανε μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, τα κουδουνάκια χτυπούσαν και η φουστανέλα άνοιγε.

Μετά από αυτόν, έμπαιναν μασκαρεμένοι ο γαμπρός με τη νύφη και την υπόλοιπη παρέα, μασκαρεμένοι και αυτοί. Τη νύφη την υποψιάζονταν μήπως έρθει κανείς και την κλέψει, για αυτό την πρόσεχαν. Τότε ξαφνικά έμπαινε ένας μασκαρεμένος διάβολος, σκότωνε τον γαμπρό και έπαιρνε την νύφη.

(Παπαδόπουλος Αναστάσιος)

 

Τελευταία μέρα της αποκριάς

Την Καθαρά Δευτέρα όλοι μικροί και μεγάλοι μετά από τόσες μέρες νηστείας περνάνε ο καθένας ένα κρεμμύδι με εφτά καρφωμένα φτερά πάνω του. Κάθε Κυριακή βγάζανε και από ένα. Αυτό κρατούσε ως το Μεγάλο Σάββατο. Μ΄αυτό το πούπουλο φοβέριζαν τα παιδιά για να μην τρώνε κρέας. Το κρεμμύδι με τα φτερά το ΄λέγαν Κουκουρά.

 (Παπαδόπουλος Αναστάσιος)

ε. Κινητές Εορτές.

Κάθε χρόνο μικροί μεγάλοι νηστεύανε την Μεγάλη Εβδομάδα για να κοινωνήσουν το μεγάλο Πάσχα. Όλο το χωριό μαζεύονταν στην εκκλησία και άκουγαν με ευλάβεια τα λόγια του παπά. Με το που ο παπάς φώναζε το Χριστός Ανέστη, τα παιδιά πετάγονταν έξω και παρέες-παρέες τσουγκρίζανε τα αυγά τους και λέγανε, “αράτε τινώ σταμπολ να το και καεκά δόμα το κι ας κάθουμε κρούγω κάθουμε ντος” Δηλαδή, “Κάτσε εσύ να χτυπήσω εγώ και μετά κάθομαι εγώ να χτυπήσεις εσύ. “

Αν υπήρχαν κάποιοι ερωτευμένοι εκείνη την εποχή, πήγαινε ο νέος στο σπίτι της νέας και έλεγε στη μάνα, “θείτσα μου την Ανάσταση την πρώτη την ημέρα, εγώ είδα και αγάπησα τεσόν τη θυγατέρα”

(Παπαδόπουλου Αναστασία)

Το “κάψιμο του Ιούδα” είναι ένα έθιμο που το έφεραν οι πρόσφυγες από την Ιωνία της Μικράς Ασίας. Τον αχυράνθρωπο Ιούδα τον έφτιαχναν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι. Τα κλαδιά με τα οποία θα καιγόταν ο Ιούδας τα έκλεβαν οι νέοι το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής από τις αυλές των σπιτιών, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυραίοι για να ανάβουν τους φούρνους και να ψήνουν τα ψωμιά. Καμιά φορά συλλαμβάνονταν επ αυτοφώρω οι νέοι που τα έκλεβαν.

Πρωτεργάτης στην διάσωση και διάδοση του εθίμου, θεωρείται ο μπάρμπα Βασίλης Βαξεβάνογλου. Αυτόν τον παρακαλούσαν κάθε Μεγάλη Εβδομάδα τα παιδιά για να φτιάξει τον Ιούδα και εκείνος δεν τους χαλούσε το χατίρι. Έπαιρνε παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι, παπούτσια και μπόλικο άχυρο, με το οποίο θα γέμιζε τον Ιούδα. Στο τέλος έβαζε και την γραβάτα και ο Ιούδας ηταν έτοιμος. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου αφού όλη την ημέρα τον μετέφεραν σε όλο το χωριό, τον έστηναν κρεμασμένο σε ένα μεγάλο πάσσαλο επάνω σε σωρό από κλαδιά στο λόφο απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Περνούσε ο κόσμος και τον έφτυνε, για να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για τα όσα έγινε αιτία ο Ιούδας να υποστεί ο Χρήστος. Μετά το τέλος της ακολουθίας της Ανάστασης, τα παιδιά έβαζαν φωτιά στα κλαδιά και έκαιγαν τον Ιούδα μέσα σε πανδαιμόνιο ιαχών και αποδοκιμασιών, ενώ στον αυλόγυρο της εκκλησίας οι συγχωριανοί αντάλλασσαν ασπασμούς μεταξύ τους. Έπειτα ακολουθούσε φαγοπότι και μεγάλο γλέντι.

(Σαρίδης Στράτος)

Στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου την δεύτερη μέρα του Πάσχα γινόταν ένας μεγάλος πανικός. Κάθε χρόνο το πανηγύρι γίνονταν στο Κεφαλάρι. Ο κόσμος ξεκινούσε από το χωριό με κάρα, γαϊδουράκια ή και με τα πόδια, για το ξωκλήσι στο Μπουνάρμπασί και μετά την θεία λειτουργία μικροί και μεγάλοι έκαναν πικ-νικ κάτω από τα δέντρα, δίπλα στις πηγές, υπό τους ήχους των λαϊκών οργάνων. Μετά επίσης από την θεία λειτουργία, όλοι είχαν, αλλά και έχουν την ευκαιρία να γευτούν το παραδοσιακό κεσκέκι, τραγουδώντας παράλληλα ή απαγγέλλοντας τα παρακάτω στιχάκια:

Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου

και πρωτοκαβαλάρη

που ΄σαι ζωσμένος με σπαθί

και με σταύρο κοντάρι.

 

Όλοι θερμώς προσπίπτουμε

γονυκλινώς και λέμε,

με του Θεού τη δύναμη 

ελθέ και λύτρωσαι με.

 

Ελθέ κι έλα στον τόπο μας, 

εις έν βαθύ λιβάδι 

όπου ευρέθη ένα θηρίο 

ένα άγριο λιοντάρι.

 

Που άνθρωπο του δίνανε 

κάθε πρωί και βράδυ

και μία βραδιά δεν τούδωσαν 

άνθρωπο για να φάει.

 

Σταλιά νερό δεν άφησε

τη χώρα να δροσίσει

και όλοι την ψήφο έριχναν

και σε όποιον είχε πέσει

έστελνε το παιδάκι του

του λιονταριού Πεσκέσι.

 

Ξέπεσε και η ψήφος τους

σε μία βασιλοπούλα

όπου την είχε ο βασιλιάς

μία κι ακριβοπούλα.

 

ο βασιλιάς σαν τα άκουσε 

τρεμούλα τόνε πιάνει 

που χάνει το παιδάκι του 

μα τι μπορεί να κάνει;

 

γυρίζει ανατολικά 

προς τον λαό και λέει:

‘Ολο το βιός μου πάρτε το 

και το παιδί μου αφήστε

 

και ο λαός εφώναξε 

να ζήσεις βασιλέα 

Ο λόγος σου θα εκτελεστεί 

χωρίς αργοπορία

 

παίρνει τα μάτια κλαίγοντας 

και την καρδιά καμένη 

με πόνους και αναστεναγμούς

στη Ρήγισσα πηγαίνει

 

στολίστε το παιδάκι μου 

Μ’ αυτή με τα λιθάρια 

με τα χρυσά με αργυρά

και με μαργαριτάρια

 

στολίστε το παιδάκι μου 

και κάνετέ το νύφη 

και στείλτε το του λιονταριού 

Πεσκέσι να δειπνήσει

 

και παρευθύς την στόλισαν 

και με μεγάλη βία 

του λιονταριού την πήγαιναν 

χωρίς αργοπορία

 

στο μέρος που την πήγανε 

την άφησαν μονάχη 

Χωρίς καμία αντοχή 

και άλλη ελπίδα να ΄χει

 

γυρίζει ανατολικά

μόνη της γονατίζει

με δάκρυα και αναστεναγμούς

προς το Θεό αρχίζει

 

Σ΄εσέ προσπίπτω ποιητά

στείλε και λύτρωσε με 

και από αυτό το θάνατο 

έλα ελευθέρωσε με

 

και εγώ ευθύς θα βαφτιστώ 

και χριστιανή θα γίνω 

και εγώ και ο πατέρας μου 

και όσους συντυχαίνω.

 

Ώσπου να πει τον λόγο της 

σαν αστραπή της φανεί 

ένας ψηλός και όμορφος 

στα άλογο καβαλάρης

 

Άρματα δεν είχε πολλά 

είχε σταυρό κοντάρι 

κάθετε σ΄ άσπρο άλογο 

κι είχε μεγάλη χάρη

 

Σιμώνει την εχαιρετά 

τη βλέπει λυπημένη

γονατιστή και έκλαιγε

αλύπητα η καημένη

 

πες μου κόρη μου

τον πόνο σου

και πως είσαι μονάχη

σε αυτό το αγριολίβαδο;

 

Έτσι ήταν της τύχης μου 

Που ‘μαι βασιλοπούλα 

να γίνω θύμα του θεριού 

η μόνη Ρηγοπούλα

 

Θύμα θα γίνω του θεριού 

γεράντη (σεβαστέ) να δειπνήσει 

διά να αφήσει το θεριό, νερό, 

τη χώρα να δροσίσει,

 

λάβε κόρη μου υπομονή 

και εγώ έρχομαι απ’ τα ξένα 

απ’ άγγελου διαταγή 

ήρθα εγώ για σένα

 

για να σκοτώσω το θεριό 

που θα ‘ρθει να σε φάει 

να λυπηθεί το γένος σου 

και συ από τον Άδη

 

Πρόσεξε εσύ εμπρός 

και εγώ θε να πλαγιάσω 

ώσπου να έρθει το θηρίο 

λίγο θα ησυχάσω.

 

Κι όταν το δεις από μακριά 

να ‘ρχεται και να ουρλιάζει 

Μην φοβηθείς μόν΄ ξυπνάμε 

και ‘κείνο ας μουγκρίζει

 

Εγώ ευθύς θα σηκωθώ 

θα πιάσω το κοντάρι 

που ‘χει μεγάλη χάρη 

και θα του επιτεθώ.

 

Ευθύς αποκοιμήθηκε 

βαρύς ύπνος τον πήρε 

και ως εφάνει το θεριό 

η κόρη ευθύς το είδε

 

Δέντρα και κάμποι τρέμανε 

και οι βράχοι αντιλαλούσαν 

και τα νερά του λιβαδίου 

άγρια κυματατούσαν

 

Τρεμούλα την κυρίευσε 

δάκρυα περίσσεια βρέχει 

και λέει πλέον από αυτό 

ότι σωμό δεν έχει.

 

Και πάλι ευθύς συνέφερε

και εις το νερό τρέχει 

με δάκρυα κι αναστεναγμούς 

το πρόσωπο του βρέχει

 

Ξύπνα και μην κοιμάσαι πια 

και το θεριό εφάνη 

να το σκοτώσεις έταξες 

με τον σταύρο κοντάρι

 

Ανατολικά σηκώθηκε 

στο άλογο πηδάει 

και το κοντάρι έπιασε 

και το χωριό τηράει

 

Όταν Εσίμωσε κοντά 

να καταπιεί το σώμα 

μία κονταριά  του τρύπησε 

το τρομερό του στόμα

 

Χαμό στης γης επιχθεί 

και τα μυαλά του σκόρπισαν 

και αίμα πολύ εγχυθεί

 

ευθύς μουγκρίζει το θηρίο 

μουγκρίζει και τηράει 

κάνει να του αντισταθεί 

μα άδικα κοπιάζει.

 

Διότι το κοπάνημα 

ήταν με ανδρεία 

με του Χριστού τη δύναμη 

και όχι άλλη καμία

 

η κόρη ευθύς χαρούμενη 

αμέσως γονατίζει 

δάκρυα όλο με χαρά 

προς το Θεό αρχίζει

 

Δόξα να έχεις ποιητή 

και λυτρωτή του κόσμου 

όσα και αν σου ζήτησα 

τα είδαμε το φως μου

 

Δεν πρέπει εγώ βασίλισσα, 

άδικα συντυχαίνω.

Πρέπει να πάω να βαφτιστώ 

και χριστιανή να γίνω

και εγώ και ο πατέρας μου

και όσους συντυχαίνω.

 

Και καλόγρια θε να γενώ 

θα στήσω μοναστήρι 

καταμέτρηση στο κάστρο μας 

θα βάλω σημαντήρι 

για να τα ακούω να χτυπά 

με θαυμασμό και σέβας 

και να ‘ρχονται να βαφτίζονται 

στο όνομα του Θεού μας

 

Για πες μου ναι ένδοξε 

πώς λένε το όνομά σου 

και θα σου κάνω χάρισμα 

ναό στην αφεντιά σου.

 

Γεώργιος ονομάζομαι 

κι είμαι από την Καππαδοκία 

κι αν θες να κάνεις χάρισμα 

χτίσε μία εκκλησία 

και πιάσε και ζωγράφισε

Χριστό και Παναγία 

 

και στη δεξιά του στη μεριά

γράψε έναν καβαλάρη 

που είναι ζωσμένος με σπαθί

και με σταυρό κοντάρι

 

Σύρε κόρη στο κάστρο σου 

και πες το, του κυρού σου 

το θάμα που ‘δειξε ο Χρήστος 

σήμερα στο κορμί σου.

 

Η κόρη ευθύς χαρούμενη 

στο κάστρο κατεβαίνει 

και βρίσκει εκεί τους δύο γονείς 

να κλαίνε λυπημένοι

 

Γονείς μου μη λυπάστε πια 

Και το θεριό σκοτωθεί 

και εγώ ελευθερώθηκα 

κι χώρα μας λητρώθει.

 

Για βγείτε να τον δείτε 

το νέο που έχει χάρη 

κάθεται στο άσπρο άλογο 

και έχει σταυρό κοντάρι.

 

Και παρευθύς ετρέξανε

όλοι μικροί μεγάλοι 

και τα κλειδιά του έδωσαν 

να μπει να βασιλέψει 

στη Χώρα και στα πλούτη τους 

σοφά να κυριεύσει.

 

Γυρίζει ανατολικά 

προς το λαό και λέει 

Αφού χαρίζεται σε με 

αυτή τη βασιλεία 

εγώ έχω νόμους ειδικούς 

να σου χαρίσω αλήθεια.

 

Από το μέρος σας εδώ 

πολύ μακριά Θα φύγω 

θα αναληφθώ στους ουρανούς 

στο μέρος μου θα πάω.

 

και όσοι πιστεύουν στο Χριστό 

πάντα θα τους συντρέχω 

και όσοι δε πίστη έχουσιν 

στον ποιητή του κόσμου 

τον διάβολο να τον μισούν 

γιατ’ είν’ μέγας εχθρός μου.

 

Τώρα και εσείς να τρέξετε 

Γιατί έχετε άγνοια 

αφήστε τους πολλούς Θεούς 

την ειδωλολατρία 

Γιατί ένας είναι ο Θεός 

και μία η Παναγία

 

Και ένας ο Ιησούς Χριστός 

του κόσμου προστασία 

όπου για μας κατέβηκε 

για αγάπη ιδική μας 

στο Σταυρό απέθανε 

για την λευθέρωσή μας 

 

Ευθύς προστάζει ο βασιλιάς 

χωρίς αργοπορία 

να γκρεμιστούν τα είδωλα 

να χτίσουν εκκλησία 

 

Όλος ο κόσμος έτρεξε 

χωρίς αργοπορία 

τα είδωλα εγρέμισε 

κι έχτισεν εκκλησία.

 

Αφού έχτισαν εκκλησίες

καλέσανε παπάδες

όλοι τους βαφτιστήκανε

τα τέκνα κι οι μανάδες.

 

Τίμησαν τις εκκλησίες

με μνήμες και ευλογία

Τίμησαν και τον Άγιο Γεώργιο

Με τόσες παρουσίες

(Κανέλης Γεώργιος - Κανέλη Κάτια)

Παρατίθεται φωτογραφία με λεζάντα: σελ. 117: 

Προσκύνημα στο εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου 

 

4. Γιορτές του φθινοπώρου ως την εορτή του Αγίου Φιλίππου

Κατά τη γιορτή της γεννήσεως της Θεοτόκου στο Ευρύπεδο λόγω της τοπικής κιόλας εκκλησίας, γίνονταν ένα μεγάλο πανηγύρι. Μετά τη θεία λειτουργία, οι κάτοικοι της περιοχής των Κυργίων ευρύτερα μπορούσαν να απολαύσουν μία βόλτα ανάμεσα στο πράσινο και να κατέβουν στη μεγάλη αλάνα στην είσοδο του συνοικισμού στην όχθη του ξεροχείμαρρου. Εκεί γινόταν μεγάλο λαϊκό πανηγύρι. Οι πραγματευτάδες από νωρίς έστηναν τα στέκια τους και διαλαλούσαν τα μικροεμπορεύματά τους. Μικροί πλανόδιοι με τα κασελάκια στο λαιμό πουλούσαν σπόρια, στραγάλια, λουκούμια, λαχεία τυχερά και άλλα πολλά ανάλογα είδη. 

Κάτω από τα μεγάλα πλατάνια, άλλοι έστηναν τη ρουλέτα με τα μαύρα κόκκινα και προσκαλούσαν τον κόσμο να δοκιμάσει την τύχη του. Υπήρχε ακόμα λίγο πιο πέρα από τους άλλους ένας παππούς που πουλούσε το ‘’μαλλί της γριάς’’ μόνο που για πολλούς ήταν απλησίαστο οικονομικά. Τέλος το πανηγύρι τελείωνε με το λαϊκό γλέντι στο προαύλιο της εκκλησίας που διαρκούσε μέχρι τις πρωινές ώρες 

(Σαρίδης Στράτος)

Παρατίθεται φωτογραφία με λεζάντα: σελ. 119: 

Ιερός Ναός γεννήσεως της Θεοτόκου Ευρυπέδου 

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1201
Έτος καταγραφής
2002-03
Επώνυμο
Κανέλλη
Όνομα
Κατερίνα
Εικόνες