Τοπικές ενδυμασίες από Δ. ΔΡΑΜΑΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
372 Α.
Εργασία για τη συλλογή λαογραφικού υλικού του οικισμού Προαστείου Δράμας ,της επαρχία και του νομού Δράμας. Χρονιά συγκέντρωσης λαογραφικού υλικού: 1998-99
Ονοματεπώνυμο συλλογέα: Πηνελόπη Γρηγοριάδου, φοιτήτρια του τμήματος Ιστορίας-Εθνολογίας, του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
Ονοματεπώνυμο επιβλέποντα καθηγητή: κ. Μ. Γ. Βαβρούνης
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Α. Ένδυμα: «Για ρούχα φορούσαμε ότι έβρισκε ο καθένας. Ήταν λιγοστά, ένα ρούχο πλέναμε, ένα φορούσαμε. Αν είχαμε κάτι καλύτερο το κρατούσαμε για τις γιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα. Τις καθημερινές, όπως τα βόλευε ο καθένας, άλλα μπαλωμένα, άλλα σχισμένα ήταν όλα μας τα ρούχα. Τις μπλούζες και τις κάλτσες μας τα πλέκαμε οι ίδιοι μας. Σπέρναμε βαμβάκι, το μαζεύαμε και βγάζαμε τα κουκούτσια του. Αφού το καθαρίζαμε το γνέθαμε (το κάμναμε) μ’ ένα ξύλο, την τερσί (ίσιο ξύλο, μ’ ένα κεφαλάκι πάνω στο οποίο ήτανε ένα τσιγκέλι). Γύρω γύρω απ’ την τερσί ευλιγόνταν η κλωστή και μ’ αυτήν πλέκαμε τα ρούχα μας.
Ρούχα κάναμε και με μαλλί. Άλλοι είχανε και το ανταλλάσσανε μ’ αυτούς που είχανε βαμβάκι, άλλοι το αγοράζανε. Το μαλλί το ξάναμε στο χέρι, μ’ ένα ξύλο και μετά το γνέθαμε (όπως το βαμβάκι). Έτσι, γινόταν κλωστή και μ’ αυτή πλέκαμε.»
(Χαραλαμπίδου Στεργιαννή ετών 70, γραμματικές γνώσεις πέμπτης δημοτικού)
«Ο παππούς μου, ο Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης ήτανε χαμάλης, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας. Δίπλα, ήτανε οι αποθήκες του Αγροτικού Συνεταιρισμού. Αυτός, ο παππούς μου, έφερνε στην κατοχή μεγάλα τσουβάλια (άθεια, σαν κάποτο) από τα οποία παίρναμε κομμάτια και ράβανε ρούχα.»
(Γρηγοριάδου Βασιλική ετών 51 απόφοιτη Λυεκίου)
Β. Υποδήματα: «Δεν είχαμε καλά παπούτσια. Είχαμε ένα ζευγάρι καλό και το φορούσαμε σε καλές ώρες. Κάθε μέρα ήμασταν πιο πολύ ξυπόλητοι. Οι γυναίκες φορούσαν τα γαλέτσια. Αυτά ήταν κλειστά τσόκαρα, από ξύλο και πάνω είχαν ένα πανί (καραβόπανο). Υπήρχαν και τα τσόκαρα τα ανοιχτά, πάλι ξύλινα και από πάνω είχαν ένα λουρί, λαστιχένιο από ρόδες παλιές. Τα κλειστά τσόκαρα, δηλαδή τα γαλέτσια ήταν για το χειμώνα και τα ανοιχτά ήταν για το καλοκαίρι.
Οι άνδρες φορούσαν τσαρούχια. Τα έφτιαχναν οι ίδιοι τους. Όταν σφάζανε ένα ζώο, παίρνανε το δέρμα, το κόβανε κομματάκια και το φτιάχναν τσαρούχια. Τα κομματάκια τα έραβαν πάνω στο σχήμα του ποδιού τους με λωρίδες απ’ το ίδιο το πετσί. Με τις λωρίδες επίσης έδεναν τα τσαρούχια στα πόδια τους.
Γ. Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση: «Στο κεφάλι φορούσαμε μαντήλες, τα τσίτιε ή τσεμπέρια. Οι νέες φορούσαν άσπρα τσίτιε και οι γριές μαύρα. Τα μαλλιά μας οι κοπέλες τα χτενίζαμε και τα πλέκαμε (πλεξούδες). Μικρές, μεγάλες γυναίκες έτσι τα είχανε.
Δ. Καλλωπισμός: Δεν είχαμε τίποτα. Απ’ το γιαούρτι παίρναμε το ζουμί και μ’ αυτό πλέναμε τα μούτρα μας για να εφτιάσουμεν καλήν επιδερμίδαν. Οι μεγάλες γυναίκες φτιάχνανε τα φτιασίδια για τις νεαρές κοπέλες, από κάτι βότανα, λουλούδια, χόρτα, για να τα βάζουνε στα μούτρα τους».
(Χαραλαμπίδου Στεργιαννή, ετών 70, γραμματικές γνώσεις πέμπτης δημοτικού).