Τοπικές ενδυμασίες από ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας
«Η Ορεστιάδα»
Εργασία για το μάθημα: Eισαγωγή στη Λαογραφία
Διδάσκων: Μ. Βαρβούνης
Τσακουρίδου Μαρία-Άννα
ΑΕΜ: 2110
Έτος: Επί πτυχίο
Β. Ένδυμα, υπόδεση
Είναι γνωστό ότι παλαιά αλλά και μέχρι το πρόσφατο παρελθόν οι διάφορες πληθυσμιακές ομάδες που μεταξύ τους συνδεόταν με κοινό γενετικό και άλλα χαρακτηριστικά, φορούσαν ξεχωριστή ενδυμασία και κατ’ αυτόν τον τρόπο διακρίνονταν μεταξύ τους.
Η δημιουργία μέσα στο χρόνο, μιας συγκεκριμένης παραδοσιακής ενδυμασίας επηρεάζεται από διάφορους παράγοντας, όπως η φύση και οι ιδιαιτερότητες της ομάδας, ο γεωγραφικός χώρος, οι καιρικές συνθήκες, η ιδιοσυγκρασία και η συμπεριφορά της ομάδας, οι συνθήκες ζωής, η απασχόληση και η προέλευση των πρώτων υλών για την κατασκευή της ενδυμασίας.
Η παραδοσιακή ενδυμασία της περιοχής όπου εξετάζουμε μπορεί να χαρακτηριστεί ως σοβαρή, απόλυτα συντηρητική, σύνθετη με αρμονικούς χρηματισμούς και είναι κατάφορτη με κεντήματα και ποικιλμάτων, των εξαρτημάτων και των στολιδιών συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο που εντυπωσιάζει. Η ανδρική φορεσιά χαρακτηρίζεται από την πρακτικότητα, την απλότητα και την αρρτυωπή όψη της. Η γυναικεία από την άλλη παρουσιάζει πολλές δυσκολίες στην κατασκευή της, κατά την ένδυση αλλά και όταν φοριέται από την γυναίκα λόγω ακριβώς της πολυμέρειες και συνθετότατος.
Η ανδρική φορεσιά περιλαμβάνει:
Τσαμπατάνι
Είναι το επάνω μέρος της ανδρικής ενδυμασίας που φοριέται μαζί με το σαλβάρι κατά τη χειμερινή περίοδο, ως καθημερινό ή γιορτινό ρούχο. Είναι κατασκευασμένο από υφαντή μαύρη μάλλινη τσόχα. Μαύρο μέχρι τους γοφούς, με στενά μανίκια. Έχει δύο τσέπες. Η δεξιά είναι εξωτερική και η αριστερή εσωτερική. Κουμπώνει στο πλάι με μεταλλικές κόπιτσες και έχει σκισίματα στα πλάγια τελειώματα και στα μανίκια. Μπροστά και πίσω καθώς και στα σκισίματα υπάρχουν γαϊτάνια σαν στολίδια.
Σαλβάρι
Είναι το κάτω κομμάτι της παραδοσιακής ανδρικής ενδυμασίας. Κατασκευάζεται από ύφασμα, υφασμένο στον αργαλειό, μαύρου χρώματος με βαμβακερό στημόνι και μάλλινο υφάδι. Είναι σουρωτό στην μέση με γύρισμα, όπου περνούν οι βρακοθηλιές και με διπλές ραφές εσωτερικά και εξωτερικά. Το σαλβάρι είναι φαρδύ επάνω και γίνεται προοδευτικό, στενό προς τα κάτω και σιτείται ποικιλμάτων.
Γκαμζέλα (πουκαμίσα)
Είναι κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα στον αργαλειό, που στην ύφανση έχει και μάλλινα κινάρια. Είναι ριχτώ μακρύ μέχρι τους γοφούς, με όρθιο γιακά και φαρδιά μανίκια. Στα πουκάμισα που φορούσαν οι νέοι στις μασχάλες είχαν πρόσθετα τεμάχια υφάσματος, συνήθως κόκκινου χρώματος, τα λεγόμενα βαθράκια, για την ευρυχωρία, την ελευθερία κινήσεων αλλά και για «φανταξιά».
Στο μπροστινό άνοιγμα τοποθετούσαν επιπλέον ύφασμα, το λεγόμενο καπακούδι για τη σταθεροποίηση του.
Επανωφόρια
Μακρογούνα: Είναι το δερμάτινο μακρύ παλτό με γούνα στην εσωτερική επιφάνεια. Κατασκευάζεται από δέρματα προβάτων. Δένεται στην μέση με ζώνη από πλεχτό δέρμα.
Ντουλαμάς: Πρόκειται για ημίπαλτο κατασκευασμένο από μάλλινη μαύρη τσόχα. Φέρει γαϊτάνια στην πλάτη, στα μανίκια και σε άλλα σημεία. Είναι επίσημο χειμωνιάτικο ένδυμα.
Υποδήματα
Μπότες: Ήταν μαύρες ή καφέ δερμάτινες, ψηλές μέχρι το γόνατο. Υποδήματα κυρίως των εύπορων.
Τουλούμπες: Δερμάτινα, χαμηλά και ελαφριά υποδήματα μαύρου χρώματος. Το φορούσαν ως γιορτινά.
Καλύμματα Κεφαλιού
Αστρακάν: Δερμάτινο καπέλο με υπερυψωμένο επάνω περίγυρο.
Η γυναικεία φορεσιά περιλαμβάνει:
Φουστάνι: Κατασκευάζεται από υφαντό βαμβακερό ύφασμα και βάφεται σε σκούρο γαλάζιο ή σκουροπράσινο χρώμα. Το ύφασμα γυάλώνεται με νιστετσέ και γίνεται ελαφρύ κέρωμα.
Όσο για το κέντημα διακρίνονται φουστάνια περιστερένια, φτερωτά, πινακωτά και τσαρπαλωτά. Από πλευράς διακοσμήσεως και φευτημάτων διακρίνουμε τα φουστάνια με «λιανό κέντρο» που είναι πάντα γαλάζια εκείνα με «τρανό κέντρο» που είναι γαλάζια και πράσινα.
Διπανιά: Κατασκευάζεται από βαμβακερά υφαντά στον αργαλειό ύφασμα, κόκκινου χρώματος με κατακόρυφες άσπρες και κίτρινες ρίγες. Είναι φουστάνι, που όταν συνδυάζονταν με κόκκινο πουκάμισο αποτελούσε νυφιάτικη φορεσιά, σε χρόνους νεότερους του 1930. Έχει λίγο στολίσματα, σιρίτια, γαϊτάνια και πούλιες διαφόρων χρωμάτων.
Πουκάμισο: Κατασκευάζεται με ύφασμα υφαντό στον αργαλειό ή με βαμβακερό ύφασμα με πρόσμειξη μαλλιού. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία πουκαμίσων, που προέρχεται από τη διακόσμηση του ποδόγυρου, από την ιδιαίτερη ονομασία του υλικού προσμείξεως. Απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά τα πουκάμισα παίρνουν και την ονομασία τους.
Επανωφόρια
Καπούδι: Είναι κοντό και αμάνικο γιλέκο, φτιαγμένο από μάλλινη τσόχα μαύρου χρώματος. Ανοιχτό μπροστά, στενό στη μέση, με αυτιά στο τελείωμα και απότομο φάρδεμα κάτω, από τη μέση. Στολίζεται με πολλά γιοτάνια, σιρίτια και πούλιες.
Κοντόζι: Είναι κατασκευασμένο από μάλλινη μαύρη τσόχα. Στη μέση στενεύει και φαρδαίνει στους γοφούς, όπου σχηματίζει αυτιά. Διαθέτει μανίκια και είναι στολισμένο με γαϊτάνια
Κόμμωση
Η κόμμωση των γυναικών ήταν στερεότυπη. Τα μαλλιά τους τα χτένιζαν ίσια πίσω με χωρίστρα στη μέση και δύο πλεξούδες πίσω. Τα κορίτσια σε ηλικία γάμου και οι νέες γυναίκες κατέβαζαν μέρος των μαλλιών τους στα μάγουλα και άφηναν από ένα τσουλούφι δεξιά και αριστερά.
Τσεμπέρι: Βαμβακερά μαντίλα διαφόρων χρωμάτων, με συνηθέστερο το μαύρο. Έχει σκοπό τη συγκρότηση των μαλλιών. Οι νέες γυναίκες τις καθημερινές φορούσαν μόνο τσεμπέρι. Τις Κυριακές και τις γιορτές πάνω από το τσεμπέρι φορούσαν την γραμμένη μαντίλα.
Υπόδημα
Μποτίνια: Είναι δερμάτινα με μικρά τακούνια και σταματάνε πιο κάτω από τη γάμπα.
Γόβες: Μετά το 1930 φορέθηκαν τα κοπιτσωτά. Είναι γόβες με τακούνι και μπαρέτα.
Τερλίκια: Πλεξούδες από τις γυναίκες με μάλλινο νήμα διαφόρων χρωμάτων με βελονάκι.