Τοπικές ενδυμασίες από ΣΤΕΡΝΑΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Αρχείο 2732
Αριθμός Μητρώου : 553839
Ακαδημαϊκό έτος : 2014-2015
Τμήμα : Ιστορίας και Εθνολογίας
Ονοματεπώνυμο : Τσορμπατζούδη Αντωνία
Όνομα Καθηγητή : Bαρβούνης Μ. Γ.
Θέμα : Έρευνα για το χωριό Στέρνα , Νομού Έβρου
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Οι ενδυμασίες των Στερνιωτών χωρίζονταν σε αντρικές και γυναικείες. Όσον αφορά τις ανδρικές φορεσιές, οι Στερνιώτες κατά το καλοκαίρι που έκανε συνήθως ζέστη, φορούσαν το άσπρο βαμβακερό πουκάμισο, κεντημένο στα μανίκια και στο γιακά, που έφτανε μέχρι τη μέση και το γαλάζιο βαμβακερό βρακί το οποίο δεν είχε κουμπιά αλλά λάστιχο στη μέση και πολύ στενό στα κάτω άκρα. Στη μέση φορούσαν το ζνάρι (ζουνάρι) από μάλλινο μαύρο ύφασμα με ρίγες άσπρες και κρόσσια στις δύο άκρες. Πάνω απ' αυτά φορούσαν το κοντό γιλέκι, χωρίς μανίκια με κουμπιά και κεντημένο με μαύρο γαϊτάνι.
Το φθινόπωρο που έπιαναν τα κρύα, φορούσαν πάνω απ' το βρακί τα σαλβάρια φτιαγμένα στο ίδιο σχέδιο, αλλά από μαύρο μάλλινο ύφασμα. Πάνω από το γιλέκι φορούσαν το “τζιαμπαντάν”, είδος σακακιού, μάλλινο μαύρο, με γαϊτάνι και κουμπιά. Το χειμώνα φορούσαν από πάνω το γιουμπουρλούκ (=κάπα χωρίς μανίκια) ή την μακρογούνα από προβιά με μανίκια που φτάνε ως το γόνατο. Στο κεφάλι τύλιγαν το σαρίκι (=γαλάζια βαμβακερή λουρίδα με κρόσσια στις άκρες). Στα πόδια φορούσαν τα τσαρούχια από δέρμα γουρουνιου και τα μπιάλια (κομμάτια από μάλλινο άσπρο υφαντό ) αντί για κάλτσες που τα έδεναν με τα τσαρουχόσκοινα. Κατά τις γιορτινές μέρες φόραγαν κάλτσες και παπούτσια που τα έλεγαν, τουλούμπες. Η φορεσιά των μικρών αγοριών της Στέρνας, ήταν όπως και η ανδρική.
Οι Στερνιώτισσες φορούσαν το πκάμισο (=πουκάμισο) από χοντρό άσπρο βαμβακερό ύφασμα που υφαίναν στον αργαλειό. Ήταν μακρύ κι έφτανε κάτω από τα γόνατα, είχε φαρδιά μανίκια και ήταν κεντημένο στο κάτω μέρος και στις άκρες των μανικιών. Το κεντούσαν με χρωματιστές μάλλινες κλωστές κι έκαναν συνήθως τρία σχέδια που είχαν τα ονόματα : καλτσούδια, πλουταδένιο και μελασμένο. Πάνω απ' το πουκάμισο φορούσαν το φστάν (φουστάνι) Αυτό ήταν σάκκος χωρίς μανίκια και γινόταν από ύφασμα βαμβακερό γαλάζιο Αποτελούνταν από έξι κομμάτια, δύο μεγάλα μπρος πίσω, τις μάνες και από τέσσερα λοξά κομμένα, τα λαγκιόλια. Τις μάνες και τα λαγκιόλια τα έραβαν στο χέρι και πρόσεχαν να μη διπλώσει το ύφασμα. Μετά το ράψιμο έκαναν το “ξελιμάρισμα” δηλαδή ένα μικρό τετράγωνο στο πάνω μέρος την μπροστινής μάνας κι έκοβαν και τις μασχάλες βαθιά, αφήνοντας μόνο δύο στενές λουρίδες. Το βάφανε στο μπογιατζή. Μετά έκαναν τις κορφουλήθρες, δηλαδή δυο τρύπες κάτω από το τετράγωνο της μπροστινής μάνας που χρησίμευαν στο θήλασμα του μωρού. Έφτιαχνα και μια πόστα (= πιετά στη μέση) και στις άκρες, καφτίδια όπως τα ονόμαζαν, άρχιζαν από τις μασχάλες και τελείωναν στους γορφούς, ενώ το κάτω μέρος του φουστανιού έμενε όλο για φαρδαίνει .Αν χόντραινε μια γυναίκα μπορούσε να φαρδύνει το φουστάνι. Το κεντούσαν μπροστά στο επάνω μέρος, ακριβώς απέναντι στο πίσω μέρος και στο κάτω μέρος. Τα κεντήματα γίνονταν με άσπρο βαμβάκι που δεν ήταν καλά κλωσμένο για να μένει προς τα κάτω όταν το κεντούσαν και για να γίνεται ανάγλυφο. Επίσης χρησιμοποιούσαν και μάλλινες χρωματιστές κλωστές. Τα κεντήματα μπορούν να χωριστούν σε τρία μέρη. κάτω - κάτω στον ποδόγυρο έκαναν ένα λευκό τρύπωμα. Μετά έφτιαχναν τον καγκελάκο (κέντημα), ακολουθούσαν οι πέρδικες και μετά η σεριά. Το δεύτερο μέρος είχε χρωματιστά σχέδια, κλαρούδες, μήλα, γκατζιουλούδια. Το τρίτο και τελευταίο μέρος προς τα πάνω είχε τις περιστέρες (περιστερένιο), τις φτερωτές (=σχέδια σαν αστέρια) σχέδια τετράγωνα το λεγόμενο, τσαρπαλωτό, και τα στρογγυλά σχέδια (=πνακωτό) . Έβαζαν ακόμη κάτω από τις μασχάλες πανιάδια (= αγορασμένα κόκκινα πανιά). Στο τέλος έβαζαν το “μπουχασί” ένα κόκκινο ύφασμα γύρω από τα πόδια.
Επιπλέον το φουστάνι ήταν πιθαμή πιο κοντό απ’ το πουκάμισο ώστε να φαίνονται τα χρωματιστά σχέδια του τελευταίου. Τέλος, υπήρχε και η τσούκνα που και αυτή ήταν ένα φουστάνι φτιαγμένο από μαύρο όμως ύφασμα. Στη μέση φορούσαν ποδιά υφαντή κεντημένη με μάλλινες χρωματιστές κλωστές. Τις Κυριακές και τις γιορτές φορούσαν ποδιά από κίτρινο ύφασμα στολισμένη με δαντέλες. Πάνω από το φστάν (φουστάνι) φορούσαν το γιλέκι από χοντρό μαύρο ύφασμα στολισμένο γύρω γύρω με γαϊτάνια. Πάνω από το γιλέκι έμπαινε το τσιπούνι (=παλτό) από μαύρο χοντρό μάλλινο ύφασμα. Αυτό είχε ολόγυρα όπως και στις τσέπες έτσι και στα μανίκια κεντημένο μαύρο γαϊτάνι. Το φουστάνι από μέσα είχε προβειά. Στα πόδια φορούσαν τα τσουράπια δηλαδή κάλτσες μάλλινες που έφταναν μέχρι τα γόνατα. Φοράγανε και τα γεμενιά, που ήταν από δέρμα. Οι γυναίκες δεν έκοβαν τα μαλλιά τους κι όταν τα χτένιζαν έκαναν τη χωρίστρα και στη συνέχεια έφτιαχναν δυο πλεξούδες που τις έλεγαν “κόσσες”. Τις “κόσσες” τις έδεναν μεταξύ τους με μια κλωστή και τις τύλιγαν στο κεφάλι. Μετά φορούσαν από πάνω το τσιμπέρι. Πάνω από το τσιμπέρι έβαζαν την μαντίλα. Στις γιορτές φορούσαν τη μαντίλα (=μαμούκα όπως την έλεγαν) που είχε κρόσσια και χρωματιστά τριαντάφυλλα. Πάνω από την μαντίλες έμπαινε ένα μαντίλι, το οποίο ήταν άσπρο ύφασμα και στο ένα μέρος είχε χρωματιστές κλωστές.
Οι Στερνιώτισσες φορούσαν τα κοσμήματά τους στις γιορτές, σε γάμους και στα πανηγύρια. Κάθε Στερνιώτισσα είχε στο σπίτι της κοσμήματά τα οποία ήταν δώρα από γάμο ή αρραβώνα. Οι ηλικιωμένες του χωριού όταν πια δεν τα φορούσαν τα έδιναν στις θυγατέρες τους (=κόρες) Οι νέες φορούσαν τα « τυλίτρια »
Αποτελούνταν από μια υφασμάτινη ταινία κι από τρία σκοινιά ραμμένα στην ταινία σε τέσσερα ίδια σημεία. Έτσι τα σκοινιά απ' τα οποία κρέμονταν μικρά, ψεύτικα φλουριά πάνω στο μέτωπο σχημάτιζαν τρεις καμπύλες στην ίδια ευθεία, όπου η καθεμία τους είχε “φλουριά”. Φορούσαν σκουλαρίκια και στο λαιμό το ασημογκέρντανο (σφιχτό περιλαίμιο) από ασήμι. Από αυτό κρεμούσαν και το σταυρό ή τη μπλάνα, φτιαγμένη από πολύχρωμες χαντρίτσες περασμένες από το λαιμό με σκοινί. Πάνω από το στήθος καρφίτσωναν μια αλυσίδα από την οποία κρέμονταν φλουριά.
Στα χέρια φορούσαν βραχιόλια. Δαχτυλίδια δεν φορούσαν πριν τον αρραβώνα τους, ενώ ύστερα από τον αρραβώνα φορούσαν το δαχτυλίδι που τους δινόταν και το οποίο έγραφε τα αρχικά γράμματα από τα ονόματα των ζευγαριών. Το ασημοζούναρο ήταν μια βαριά ζώνη από μπαρίκι (=χαλκό) και χρωματιστές γυάλινες πέτρες. Αποτελούνταν από 20 -25 κομμάτια χάλκινα που ήταν κούφια στο εσωτερικό του.
(Τσιακίρη Παναγιώτα)