Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΞΑΝΘΗΣ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ

Θεοδωρίδης Χρήστος (2672)

Γ.Μ. Βαρβούνης

Ξάνθη

 

Α) Η φουστανέλα ξεκίνησε από το κοινό πουκάμισο ή πουκάσα, για να καταλήξει στο γνωστό τύπο της πλισσεδωτής φούστας, από την οποία φούστα πήρε το όνομά της. Πριν το 1821, η φουστανέλα ήταν πολιτικό ένδυμα Ελλήνων και στον καιρό του αγώνα έγινε και πολεμαρχικό. Στα 1833 καθιερώθηκε από τον ελληνικό στρατό ως εθνικό ένδυμα, με αυτό παρουσιάστηκε ο Όθωνας στα 1836 στην Τρίτη επίσημη επέτειο του ερχομού του στην Αθήνα . Η φορεσιά αποτελείτο από την φουστανέλα, το κεντητό γιλέκο, το κεντητό μεϊντάνι, το πουκάμισο (πουκαμίσα) το δερμάτινο σελάχι, τα τσαρούχια, τις γονατάρες και το φέσι. Τη φορεσιά την είχαν για επίσημη (γιορτινή) σχεδόν όλοι οι παλαιοί. Δυο λέξεις για την φέρμεζι (ντουλαμά) : Είναι ολόσωμη και αντικαθιστούσε την φουστανέλα, το γιλέκο, το μεϊντάνι, είναι ολοκέντητη, γεμάτη χρυσοπίκοιλα κουμπιά. Οι εθνικές στολές σήμερα φοριούνται μόνο στις εθνικές γιορτές και κατέχουν περίοπτη θέση στα λαογραφικά μουσεία. Το σιδέρωμα της φουστανέλας γινόταν με το ειδικό σίδερο που ονομαζόταν σκανταλέτο.

 

Υπόδεση

Τον περασμένο αιώνα, που η Ελλάδα ήταν πιο φτωχή και η βιομηχανία υποδημάτων ήταν ανύπαρκτη, οι άνθρωποι είχαν πιο μεγάλη ανάγκη για υπόδεση από σήμερα. Οι δρόμοι ήταν χαλκόστρωτοι ή χωματένιοι και οι δουλειές ήταν αγροτοκτηνοτροφικές. Επομένως τα οποιουδήποτε είδους παπούτσια ή σανδάλια τρίβουνταν και χαλούσαν γρήγορα. Έτσι οι άνθρωποι υπέφεραν και έβρισκαν διάφορους τρόπους να καλύψουν τα πόδια τους. Άλλοι που δεν είχαν καθόλου λεφτά, έβαζαν λινάτσες και τα τύλιγαν. Όμως τα αγκάθια και κολλιτσίδες κολλούσαν επάνω τους. Η μαχρίτσα και το σταυράγκαθό τους άλλαζαν όψη. Σκέφτηκαν λοιπόν, ότι καλύτερη λύση ήταν γουρουνοτσάρουχα. Έπαιρναν το δέρμα από το γουρούνι που έσφαζαν και το αλάτιαζαν για συντηρηθεί. Έτσι δεν βρωμούσε και δε σάπιζε . Όπως ήταν τα κομμάτια , τα έκαναν σαν βαρκούλες στα μέτρα τους, τα έραβαν και τα φορούσαν. Αντί για κάλτσες έβαζαν τα λεπτά τσουράπια. Η αντοχή τους φυσικά δεν ήταν μεγάλη. Τρίβονταν και ξεραίνονταν . Για να μαλακώσουν τους έβαζαν γουρνάλειμα. Το γουρνάλειμα ήταν το λίπος από χοιρινό που είχαν στις στάμνες και το χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος στα γουρουνοτσάρουχα ήταν τα πεινασμένα σκυλιά. Όπου τα έβρισκαν τους άλλαζαν τον αδόξαστο, όπως έλεγαν. Σιγά σιγά, άρχισαν να φέρνουν το δέρμα επεξεργασμένο και τα τσαρούχια γίνονταν καλύτερα. Οι αγωνιστές του ’21 φορούσαν τα τσαρούχια και έβαζαν και τις περίφημες φούντες. Η φούντα ήταν σαν το λοφίο το λοφίο του αγριοκόρακα και συμβόλιζε  υπεροχή. Για να προφυλάξουν τις κνήμες, ανακάλυψαν τις γκέτες. Στην αρχή αυτές ήταν πάνινες και μετά έγιναν δερμάτινες. Επάνω σ’ αυτές σχεδίαζαν, ζωγράφιζαν, κεντούσαν πολλά σχέδια. Πολλές απ’ αυτές ήταν κομψοτεχνήματα. Αργότερα που κυκλοφόρησαν τα πρώτα αυτοκίνητα, τα τσαρούχια τα κατασκεύαζαν με κομμάτια από μπαλιές ρόδες αυτοκινήτων. Όμως και αυτά ήταν δύσκαμπτα και γλιστρούσαν.

Τοπική ονομασία ενδύματος

Υλικά κατασκευής

Περίσταση χρήσης

Αρ. χειρογράφου
2021
Έτος καταγραφής
2008-09
Επώνυμο
Θεοδωρίδης
Όνομα
Χρήστος