Τοπικές ενδυμασίες από ΠΟΛΥΣΤΥΛΟΥ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ: ΓΛΩΣΣΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΩΝ ΧΩΡΩΝ
Εξάμηνο: Α’
Μάθημα: Θεωρητικά ζητήματα λαογραφίας του Παρευξείνιου χώρου/ εισαγωγή στην λαογραφία
ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΟΛΥΣΤΥΛΟ ΚΑΒΑΛΑΣ
Όνομα: Κωνσταντίνα
Επίθετο: Κελεκτσόγλου
ΑΕΜ: 1452
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Δέσποινα Τσολακίδου
Ένδυμα
«Σπάνια αγοράζαμε ρούχα. Οι γυναίκες έραβαν τα ρούχα τους στις μοδίστρες και οι άντρες στους ράφτες. Πήγαινε τότε η μαμά μου στο υφασματοπωλείο και έπαιρνε το χρώμα και το ύφασμα που ήθελε. Τα πουλούσαν με τόπια τότε. Οι άντρες έραβαν στο ράφτη πουκάμισα, παντελόνια, σακάκια ακόμα και το γαμπριάτικο κοστούμι τους. Παραδοσιακές φορεσιές δεν φορούσαν πλέον. Καμιά φορά οι Βλάχοι τις φορούσαν, αλλά οι Μικρασιάτες και οι Πόντιοι φορούσαν κανονικά ρούχα. Θυμάμαι τι χαρά είχα όταν ερχόντουσαν οι εθνικές εορτές. Επειδή είχα 10 χρόνια διαφορά με την αδελφή μου -ήταν μεγαλύτερη- τα φορέματα της τα έπαιρνα εγώ. Έτσι στις γιορτές όταν είχα να πω ποίημα στο σχολείο, η αδελφή μου, μου έδινε ένα παλιό της φόρεμα και η μαμά μου το έφτιαχνε στα μέτρα μου και το μεταποιούσε. Έβαζε τσέπες, λουλούδια, κουμπιά κ.α. Είχα μία χαρά! Χαιρόμουν περισσότερο από όταν μου αγόραζαν καινούργια ρούχα. Από ότι θυμάμαι τα χειμωνιάτικα ρούχα τα έφτιαχναν από βελούδο για να μας κρατάνε ζεστούς, επειδή είναι βαρύ ύφασμα, ενώ το καλοκαίρι χρησιμοποιούσαν περισσότερο ψιλή μουσελίνα.»
Υποδήματα
«Τα παπούτσια μας δεν τα πετούσαμε ποτέ! Μόνο όταν καταστρέφονταν εντελώς. Οι τσαγκάρηδες βρίσκονταν σε κάθε γειτονιά. Τα δίναμε εκεί και τα διορθώνανε. Πολλές φορές γινόντουσαν και ειδικές παραγγελίες για να μεταποιηθεί το παπούτσι έτσι όπως το ήθελε ο πελάτης. Όταν ήμασταν μικρά φορούσαμε κάτι λαστιχιένια μποτάκια, σοσόνια τα λέγαμε. Μας αγόραζαν παπούτσια 2 φορές τον χρόνο, σε γιορτές. Όταν μεγάλωσα, στα 15 μου, φορούσα σκαρπίνια το χειμώνα και πεδιλάκια άσπρα το καλοκαίρι. Στα 18 μου, ο πατέρας μου με άφησε να φορέσω και ελάχιστο τακουνάκι.»
Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση
«Στα μαλλιά όποτε έβγαιναν έξω οι γυναίκες και πήγαιναν στα χωράφια φορούσαν μαντίλες κατά κύριο λόγο άσπρες για να μην τους χτυπάει ο ήλιος. Οι γιαγιάδες φορούσανε μονίμως μαντίλες και ποδιές. Έτσι έδειχναν ότι ήταν νοικοκυρές. Οι πλούσιες γυναίκες του χωριού φορούσαν και καπέλα, μεγάλα και εντυπωσιακά, αλλά μόνο στις γιορτές. Στο σχολείο τα αγόρια έπρεπε να ήταν κουρεμένα με την ψιλή και τα κορίτσια να έχουν πιασμένα τα μαλλιά τους. Το πιο σύνηθες χτένισμα και για τα κορίτσια αλλά και για τις γυναίκες ήταν η πλεξούδα.»
Καλλωπισμός
«Για τον καλλωπισμό θυμάμαι την μαμά μου. Η μαμά μου ήταν θρακιώτισσα και θυμάμαι που έκαιγε ένα ξυλάκι μικρό στο καντήλι του εικονοστασίου και με το κάρβουνο που έβγαζε αυτό στην άκρη του, έβαφε λίγο τα φρύδια της μαύρα. Επίσης, είχε μια κρέμα, “φιασίδι” το λέγαμε τότε εμείς, που την έφτιαχνε μόνη της. Με αυτή το πρόσωπο της γινόταν άσπρο για να μην φαινόντουσαν οι κοκκινίλες από τον ήλιο. Τη θαύμαζα την μαμά μου! Πολλές φορές ως γαμήλιο δώρο στη νεόνυμφη έπαιρναν μια κασετίνα, η οποία είχε μέσα όλα τα καλλυντικά.»