Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΜΥΚΗΣ
ΧΡΥΣΑ
ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ ΧΡΥΣΑΣ, ΞΑΝΘΗ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Οι άνθρωποι παλιότερα νήστευαν πολύ. Όλο το σαρανταήμερο ο κόσμος νήστευε.
Τρώγανε σουπιές, καλαμαράκια, μύδια, κυδώνια, όχι ψάρια γιατί έχουν αίμα. Από
τις 25 Δεκεμβρίου εώς τις 5 Ιανουαρίου, το διάστημα αυτό δηλαδή, το περνούσαν
από σπίτι σε σπίτι, στα σόγια, στα κουμπαριά τους. Ήταν ελεύθεροι άνθρωποι
που είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Μαγείρευαν φαγητά, τα πήγαιναν στο σπίτι
που θα τους φιλοξενούσε κι έτρωγαν όλοι μαζί. Τα παιδιά παίζανε γύρω από το
σοφρά, οι μεγάλοι λέγανε ιστορίες από τη ζωή τους, πώς πήγαν στον πόλεμο,
πώς γύρισαν από την Μικρά Ασία και άλλα πολλά.
Το Φεβρουάριο, στις Απόκριες τα ζευγάρια ντυνόντουσαν καρναβάλια και
περπατούσαν στους δρόμους και επίσης υπήρχαν κέντρα στα οποία πήγαιναν. Οι
γυναίκες ντύνονταν τσιγγάνες, οι άνδρες ντυνόντουσαν γιαγιάδες και τα παιδιά ό,τι
έβρισκαν το φορούσαν, συνήθως όμως ντύνονταν πειρατές και καουμπόιδες. Τα
κοριτσάκια κινεζούλες και κυρίες της παλιάς εποχής και παίζανε όλοι μαζί με το
γαϊτανάκι.
Το Πάσχα, για τα παιδιά ήταν μεγάλη γιορτή και την περίμεναν γιατί δεν είχανε
σχολείο, γιατί μπήκε η άνοιξη, γιατί το κάθε σπίτι για το Πάσχα, έπαιρνε και
μεγάλωνε αρνάκι το οποίο βέβαια το έσφαζαν για το έθιμο, όλοι μαζευόντουσαν
εκεί και κάποιος που ήξερε το έσφαζε. Έπαιρνε η γιαγιά τα ποδαράκια, τα έντερα,
έκανε την σούπα, έκανε το σουρά με το στήθος, το γέμιζε με ρυζάκι στο φούρνο.
Εμείς κάναμε βαρελότα με σίδερο μασίφ και στη μέση μία τρύπα με βίδα και με
πυρίτιδα από παλιές σφαίρες που βρίσκαμε. Ρίχναμε λίγο στην τρυπούλα, το
χτυπούσαμε στον τοίχο κι έκανε ένα δυνατό θόρυβο. Τότε υπήρχαν τα ΤΕΑ, τα
τάγματα δηλαδή που φυλούσαν το χωριό από τους αντάρτες και είχαν όλοι τους
όπλα και στην Ανάσταση πυροβολούσαν στον αέρα κι εμείς σαν μικρά παιδιά
τρομάζαμε.
Την Πρωτομαγιά. πηγαίναμε στο δάσος στο Εύμοιρο. Όλη η Ξάνθη ήταν στο
Εύμοιρο. Ήταν με καρότσια μικρά και πουλούσαν διάφορα πράγματα. Κάναμε κάτι
τεράστιες κούνιες, κουνιόμασταν και κάθε δέντρο είχε και μία κούνια γύρω στα
δέκα πέντε μέτρα ψηλή και πήγαινες νωρίς το πρωί για πιάσεις δέντρο να κάνεις
κούνια μέχρι αργά το απόγευμα. Πάρα πολύς κόσμος, ένας χαμός. Ένας κόσμος
να πηγαινοέρχεται με ποδήλατα, με κάρα, με βοϊδάμαξα, με αραμπάδες, με
παϊτόνια και τραγούδια.
Το καλοκαίρι η θάλασσα εδώ αρχίζει από το 1957, πιο μπροστά γνωρίζουμε τη
θάλασσα αλλά δεν κολυμπάει κανείς ποτέ. Ο κόσμος πήγαινε στην ορεινή περιοχή
για παραθέριση. Ωραίο, Μελίσσια (;), Θέρμες. Στη θάλασσα δεν πηγαίναμε, γιατί τότε
δεν υπήρχε νερό εκεί για να πιούνε. Θυμάμαι είχε ένα πηγάδι στο Πόρτο Λάγος,
αλλά το νερό δεν ήτανε καλό. Το 1955, ο πατέρας μου, που μας πήγε εκεί να
φανταστείς, ό,τι νερό πήραμε, ήταν από το σπίτι μας.
Το Δεκαπενταύγουστο για τις οικογένειες των χριστιανών ήταν μία πολλή Άγια
μέρα. Από βραδύς, η μητέρα μου, ετοίμαζε τι θα πάρουμε μαζί μας για να πάμε στο μοναστήρι. Έβγαζε το γάιδαρο από το στάβλο, έβαζε επάνω μία κόκκινη
βελέτζα και τρία άτομα, παιδιά μπορούσαμε να καθίσουμε πάνω στο γάιδαρο. Ένα
δισάκι είχε πάνω στο σαμάρι με νερό, ψωμί, ντομάτα, σταφύλια, ρίγανη, αλάτι και
κρεμμυδάκια. Εκεί είχε κι ένα στάβλο και βάζαμε το γάιδαρο εκεί, στην πόρτα και
μπροστά εκεί κοιμόμασταν την υπόλοιπη νύχτα. Την άλλη μέρα το μεσημέρι,
γυρνούσαμε στο σπίτι. Πίστευαν πολύ στην Παναγία και στο Χριστό.
Το φθινόπωρο, το κάθε σπιτικό, εφόσον είχε κάνει όλες τις προετοιμασίες, τα
καπνά, το σιτάρι, διάφορα άλλα προϊόντα που τα βάζανε στις αποθήκες για να
περάσουν το χειμώνα, διότι ο άνθρωπος είναι σαν το μυρμήγκι, το καλοκαίρι
δούλευε και μάζευε προϊόντα μέσα στο σπίτι του για να μπορέσει να περάσει τις
δύσκολες μέρες του χειμώνα. Δεν υπήρχαν μεροκάματα, απλά βγάζανε κάποια
πράγματα για να έχουν να φάνε, ρεβίθια, φασόλια, σύκα που ξεραίνανε στον ήλιο
και μελιτζάνες, μπάμιες και πιπέρια και όλα αυτά τα είχε κρεμασμένα στα σατσάκια
στο κελάρι και όταν ήθελε να μαγειρέψει κατέβαζε μία αρμαθιά, αρμάδες το λέγανε
σε κλωστή περασμένα τα ξεραμένα προϊόντα και τα μαγείρευε. Επίσης, είχε
μελιτζάνες σε πήλινα δοχεία τουρσί, ντομάτες πράσινες, το χειμώνα έβαζε λάχανο,
σέλινο, καρότα κι έκανε διάφορα τουρσιά, έτσι το σπίτι είχε και τα τουρσιά του.
Διότι δεν υπήρχαν πολλές σαλάτες, οι σαλάτες ήταν περισσότερο τα τουρσιά. Το
χειμώνα δεν υπήρχαν ντομάτες, εκείνο που υπήρχε το χειμώνα ήταν τα πράσα, το
λάχανο, κάτι άσπρα ρεπάνια και πατάτες, τίποτ' άλλο δεν υπήρχε, τώρα υπάρχουν
όλα. Εφόσον τα είχε ετοιμάσει όλα αυτά ένας απ' όλους τους γιους, με δύο, τρία
γαϊδουράκια πήγαινε στο βουνό, για να μαζέψει ξύλα, εφόσον γέμιζαν την αυλή με
ξύλα για να περάσουν όλο το χειμώνα, τότε από 'κει και πέρα ασχολούνταν με τις
δουλειές του σπιτιού ή δεν μπορούσαν να κάνουν άλλες αγροτικές δουλειές εκτός
αν ήταν άλλος επαγγελματίας. Έφευγε στις δέκα, τελείωνε τις δουλειές του, να
ταΐσει κάποια ζώα που είχε δύο - τρία πρόβατα, κανένα γουρουνάκι για να το
σφάξει τα Χριστούγεννα και κανένα αρνάκι για να το σφάξει το Πάσχα και όλα αυτά
τα είχε μέσα στο σπίτι για να μπορέσει να ζήσει. Τα περισσότερα σπίτια τότε, τον
στάβλο, τον είχανε κάτω στο υπόγειο και επάνω κατοικούσαν αυτοί. Τα ζώα τότε
ζέσταιναν με τον αχνό και έμενε ζεστό και το πάνω σπίτι. Δηλαδή κατά κάποιον
τρόπο βοηθούσε να είναι ο στάβλος μέσα στο σπίτι. Είχε άχυρα στρωμένα κάτω
και συνεπώς αρκετά ζεστό.
Μπατζακίδης Δημήτρης