Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από Δ. ΙΑΣΜΟΥ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ

ΔΙΑΛΑΜΠΗ

 

Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός

 

α. Ένδυμα

Οι Τούρκοι απ’έζγαν ( που ζούσαν) στο χωριό πριν από εμάς φόραγαν Τουρκικά ρούχα. Οι γναίκες (γυναίκες) φόραγαν μαύρες ή πολύχρωμες βράκες κι απ’έξω  πολύχρωμα πανωφόρια . Στο κεφάλι όλες φόραγαν φερετζέδες. Οι άνδρες φόραγαν βράκες και πουτούρια τούρκικα, κόκκινα και καφέ. Απάν (πάνω) φόραγαν άσπρα κάμσα ( πουκάμισα) ή κόκκινες και μαύρες μπλούζες. Φόραγαν και γιλέκα, που ήταν φκιασμένα ( φτιαγμένα) από τομάρια ή κάπες, ανάλογα με το χρώμα που είχε το πουτούρι. Εμείς το 1939 απ’ήρθαμε πρώτη βολά (φορά) στο χωριό φοράγαμαν, οι άνδρες μαύρα πουτούρια και από μέσα εβάναμαν το καλτσοβράκι, που ήταν μάλλινο, ακολμένο ( κολλημένο) στο ποδάρι και έπιανε απ’τη μέση ως τους αστραγάλους. Απ’έξω απ’αυτό εβάναμαν τα πουτούρια. Τα πουτούρια μας ήταν στενά απ’ το γόνα (γόνατο) και κάτω και είχαν ένα κομμάτι πανί, που σκέπαζε το παπούτσι. Κούμπωνε στην γάμπα με χρυσές και ασημένιες κόπτσες. Από μπροστά είχε σχέδια με μαύρα γαϊτάνια (λωρίδες από ύφασμα) και κατσέλια (κλωστές), που έφταναν ως το γόνατο. Στο γόνατο, στο σημείο απ’αρχίναγε και φούσκωνε το πουτούρι, έδεναν την καλτσοδέτα. Η κατσοδέτα ήταν ένα άσπρο σκοινάκι με κόκκινα σιρίτια για τους νέους και άσπρο με μαύρα σιρίτια για τους γερόντους. Πάντα δένονταν στην άκρη και εκεί έφκιανε μαύρη ή κόκκινη φουντούλα (φούντα). Από παν’ και απ’ μέσα βάναμε το κατασάρκι. Το κατασάρκι ήταν άσπρο, μάλλινο υφαντό, αμάνικο σαν σαμέρνη φανέλα. Απάν (πάνω) απ’ το κατσαράκι, εβάναμαν το κάμσο ( πουκάμισο). Το κάμσο ήταν άσπρο και έφτανε ως τη μέση. Στο γιακά είχε μαύρα σχέδια με σταυρούς και στο πάνω μέρος απ’ κούμπωνε είχε μαύρα σχέδια με σταυρούς και στο πάνω μέρος είχε τρία κουμπιά κάθετα και τρία οριζόντια, τα οποία σχημάτιζαν σταυρό. Τα μανίκια ήταν ως τους αγκώνες και ήταν φαρδιά. Έξω απ’το κάμσο έβαναν τσαμαντάνι. Το τσαμαντάνι ήταν μαύρο, αμάνικο, μάλλινο ύφασμα που κούμπωνε μέσα, αριστερά σμα (κοντά) στην καρδιά. Μπροστά και πάνω είχε κατσέλια γαϊτάνια και αριστερά ως κατ’ είχε κουμπιά σκτίσια και κατσέλι. Εκεί απάν έβαναν το κορμί. Το κορμί ήταν γιλέκο ως τη μέση και κούμπωνε κάτω στο κέντρο. Στα χέρια εβάναμαν τα τγαρόνια. Ήταν μαύρα στενά μανίκια από το μπράτσο ως τους καρπούς και είχαν άσπρα ή γαλάζια κεντίδια ( κεντήματα). Επίσης σμα στους καρπούς είχαν κατσέλια. Στη μέση και απ’ έξω απ’ ούλα ( όλα), εβάναμαν  το ζωνάρι και το σλιάφι. Το ζωνάρι ήταν φαρδύ σκτί ( ρούχο), μακρύ , συνήθως μαύρο ή κόκκινο με άσπρα ή καφέ σιρίτια. Το σλιάφι ήταν δερμάτινη φαρδιά ζώστρα και την είχαμαν για τα τφέκια ( όπλα), και για να βάνουμε τι παράδες, τα μπαλασκόνια ( πορτοφόλια) και τις καπνοθήκες. Στα ποδάρια φοράγαμαν πατούνες. Οι πατούνες ήταν μαύρες κάλτσες με καφέ ή άσπρα κεντίδια ( κεντήματα) και έπιανα απ’ τους αστραγάλους ως τα νύχια. Στο κεφάλι εβάναμαν το στραγκάνι. Το στραγκάνι ήταν μαύρο, στρόγγυλο καπέλο από βελούδο και είχε τρία κουμπιά κάθετα και τρία οριζόντια, τα οποία σχημάτιζαν σεγκούνια. Τα σεγκούνια είχαν πατούνες, κάμσο, κατασάρκι, πουτούρι, κορμί, τσαμαντάνι, βρακί, ζγαρόνια, στραγκάνι, ζωνάρι και σλιάφι, όπως και τα πουτούρια. Μονάχα άλλαζαν στο σο ότι έξω απ’ το πουτούρι έβαναν το σεγκούνι. Το σεγκούνι ήταν μάλλινη φουστανέλα, αλλά στο μπροστινό μέρος ήταν ανοιχτή. Ακόμη, σε κάθε πιέτα της είχε κατσέλι και γαϊτάνι. Αριστερά και δεξιά είχαν τσέπες κεντημένες σε σχήμα βέλους, που τίραγε ( κοίταζε) κατ’. Οι άνδρες τον χειμώνα και κάθε μέρα έβαναν απ’ έξω απ’ τα σκτια ( ρούχα) τους,  τα πανοφόρια. Είχαν τις κάπες, μαύρα, μακριά πανωφόρια που έφταναν ως τους αστραγάλους και είχαν φαρδιά μανίκια και κατσούλα (κουκούλα). Επίσης είχαν την κοντόκαπα, ημίμακρο πανωφόρι ως τη μέση με στενά μανίκια ως και λίγο παρακάτ’ απ’ τον αγκώνα. Ως το 1945 στους γάμους τα νέα παιδιά έβαναν και φουστανέλες με μάλλινες άσπρες κάλτσες, που ήταν κεντημένες με σταυρούς και με το τσεπκένι (γιλέκο) και ό,τι άλλο έβανα στα σεγκούνια, εκτός από το πουτούρι και το σεγκούνι. Εμείς οι άνδρες αρχίσαμεν και εβάναμαν κανονικά σκτια ( ρούχα) μετά από το 1943.

         Εμείς οι γναίκες τα σκτια μας τα αλλάξαμαν μετά το 1955. Ήταν κι’ άλλες απ’ τα ‘χαν αλλάξει και πιο πριν, αλλά και άλλες απ’ τα βγάλαν μετά το 1970 ή και γριές, όπως οι μάνες μας , που δεν τα ‘βγάλαν ντιπ (καθόλου) και πέθαναν μετά το 1990, φορώντας ακόμη εκείνα τα σκτιά. Εμείς φοράγαμαν από μέσα το κατασάρκι. Το κατασάρκι ήταν άσπρο υγασμάτινο φόρεμα, αμάνικα που έφτανε ως το γόνα. Απ’  έξω εβάναμαν το κάμσο. Το κάμσο ήταν μαύρο και μάλλινο, όπως όλα τα σκτια μας. Επίσης, ήταν μακρύ ως τις άντζες (γάμπες) με φαρδιά μανίκια ως τους αγκώνες. Στο κάτω μέρος και στα μανίκια είχε κεντίδια, κόκκινα με άσπρα και γαλάζια σχέδια για τις τρανίτερες (μεγαλύτερες), για τις καταφρονημένες, τις χήρες και τις λεχώνες. Στα ποδαράκια εβάναμαν τις πατούνες. Οι πατούνες ήταν μάλλινες μαύρες κάλτσες με γαλάζια, κόκκινα , άσπρα και πράσινα κεντίδια, σαν τα σημερινά κοντά καλτσάκια. Απ’ τους αστραγάλους ως το γόνα εβάναμαν τις κάλτσες. Οι κάλτσες ήταν μαύρες με άσπρα και κόκκινα σχέδια ή κόκκινες με γαλάζια σχέδια. Από παν’ έβαναν το τσαμαντάνι. Το τσαμαντάνι ήταν μαύρο, μάλλινο γιλέκο με χρυσές κορδέλες ή γαϊτάνια και κούμπωνε μπροστά. Επίσης  ήταν αμάνικο και έφτανε ως τη μέση. Μετά έβαναν τη φούστα. Η φούστα ήταν μαύρη, καρυά ως τις άντζες, ίσα ίσα να φαίνεται λίγο το κάμσο. Απ’ κατ’ είχε πιέτες γύρω στις σαράντα, και γύρω γύρω είχε φρέντζες ( κορδέλες) ή κορδέλες πράσινες, γαλάζιες και κόκκινες. Οι φρέντζες ήταν χρυσές ή ασημένιες. Οι χήρες, οι γριές, οι λεχώνες και οι καταφρονημένες έβαναν μαύρη ή πράσινη φούστα με γαλάζια, ή μαύρα κατσέλια. Μετά εβάναμαν την ποδιά. Οι ποδιές παλιότερα ήταν κόκκινες και μάλλινες με χρυσά, μαύρα και πράσινα σχέδια. Μετά εβάναμαν μαύρες ποδιές με χρυσές φρέντζες γύρω γύρω, Στο κατ’ μέρος είχε κορδέλα και ανάμεσα απ’ τις φρέντζες είχε χρυσό ή πράσινο σχέδιο. Μερικές φορές φοράγαμαν και φρουτοποδιές. Ήταν άσπρες, κόκκινες ή πράσινες, φκιασμένες από βαμβάκι, με κορδέλες, φρέντζες και πολύχρωμα κεντίδια. Από παν’ εβάναμαν το ζωνάρι. Το ζωνάρι έπιανε απ’ τη μέση, ενώ στα μπούτια γενόταν φαρδύ. Στη μέση απ’ ήταν στενό είχε φρέντζες, κορδέλες και μαύρα κατσέλια, ενώ στα μπούτια απ’ ήταν φαρδύ είχε κορδέλα ή χρυσό γαϊτάνι και στην άκρη μαύρη, χρυσή ή πράσινη δαντέλα. Μετά εβάναμαν την μπόλκα. Η μπόλκα ήταν μαύρο, κοντό γιλεκάκι που έφτανε ως την μέση και δεν έκλεινε μπροστά. Είχε φρέντζες και γύρω γύρω κορδέλες, όμως η επίσημη είχε και κορδέλα στη μέση. Στα χέρια εβάναμαν τα φρούτα. Τα φρούτα έπιαναν απ’ τον ώμο ως τον αγκώνα. Ήταν άσπρα με διαφορετικά κεντίδια, κορδέλες ή φρέντζες. Τα νυφιάτικα και τα επίσημα φρούτα είχαν κορδέλα ή χρυσό γαϊτάνι, όμως όλα είχαν πολύχρωμη αντέλα ( δαντέλα) στην άκρη. Στο υπόλοιπο χέρι εβάναμαν τα χειρότια ή ζγαρόνια. Αυτά ήταν στενά, μαύρα μανίκια με χρυσό ή πράσινο κέντημα στο κάτω μέρος. Απάν είχαν φρέντζες. Στο λαιμό εβάναμαν την τραχλιά ή σαλιάρα. Η σαλιάρα έμπαινε απάν απ’ τα σκτια, στην περιοχή του στήθους. Στον λαιμό ήταν στενή και είχε φρέντζες και κορδέλες, αλλά πιο κατ’ φάρδενε. Στο κεφάλι εβάναμαν τον μπόχο. Ο μπόχος ήταν μαύρο, μάλλινο μαντίλι, μεγάλο που δίπλωνε και δενόταν μπροστά. Πίσω έρχναμαν (ρίχναμε) το περίσιο. Τον χειμώνα εβάναμαν και εμείς κάπες ή τουρνουκόλια. Τα τουρνουκόλια ήταν άσπρα υφαντά, αμάνικα ως τις άντζες (γάμπες), πανωφόρια απ’ είχαν κέντζμα (κέντημα) 

(Δημήτρης Κυριάκου, Γιαννούλα Κυριάκου)

 

β. Υποδήματα

Ως το 1945 εβάναμαν τα γρουνουτσάρουχα. Αυτά ήταν τσαρούχια από γρούνι ή μοσχάρι. Τα φκιάναμαν εμείς οι ίδιοι. Μερικοί όμως αν τα ‘θελαν όμορφα φκιασμένα, τα πάγναν στον Ίασμο, στο τσαγγάρη και τους τα ‘φκιανε . Όταν ήταν η Βουργαρική κατοχή δεν τα φκιάναμαν στο τσαγγάρη, γιατί μας τα έπαιρναν οι Βούλγαροι και πάγναν στο στρατό, γι’ αυτό και μάθαιναν να τα φκιάνουν οι άντρες, οι πατέρες και τα αδέρφια μας μόνοι τους. Έβαναν ένα κομμάτι τομάρι κατ’, ίσα με το ποδάρι. Ένα απάν, και τα’άλλα ως τη μέση απ’ το άλλο και τα ‘ράφταν γυροβολιά. Μετά έπαιρναν μίνα (μια) λωρίδα ύφασμα και την έβαζαν κάθετα και την έραφταν. Έφκιαναν και θλίκι (κόμπο) με σύρμα στην αριστερή μεριά. Μετά το 1945 αρχίνσαμαν και εβάναμαν σιγά σιγά κανονικά παπούτσια που τα αγοράζαμαν απ’ την Κομοτηνή, την Ξάνθη και τον Ίασμο. Τα ‘φκιάναν τσαγγάριδες. Είχαν κορδόνια ή ήταν εφαρμοστά. Μετά το 1969-1970 αρχίνσαμαν και εβάναμαν παντόφλες. Οι άντρες έπαρναν λαστιχένιες μπότες και λαστιχένια παπούτσια για τα πρότα ( πρόβατα) και για τα χωράφια, ενώ εμείς οι γναίκες εβάναμαν δερμάτινα ή υφασμάτινα παπούτσια.  

 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
2207
Έτος καταγραφής
2010-11
Επώνυμο
Τσάκαλου
Όνομα
Σταυρούλα