Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΘΑΣΟΥ, ΘΑΣΟΥ
Β. ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
Άξιο αναφοράς είναι οι Βυζαντινής τεχνοτροπίας και ύφους ενδυματολογικές επιλογές των Θασίων και ιδιαίτερα των γυναικών. Στη γυναικεία φορεσιά συναντούμε φίνα υφάσματα, όπως για παράδειγμα το βελούδο, το μετάξι και χρυσοκεντημένα με φιστόνι και σε ιδιαίτερα μοντέλα που αναδεικνύουν το γούστο και φανερώνουν το θαυμαστό αρχαιοελληνικό και Βυζαντινό πνεύμα στην ενδυμασία.
Η φορεσιά λοιπόν αποτελείται από το «φστάνι», το «πκάμισο», την «τραχηλιά», τον «αλατζά», το «τσικέτο», την «ποδιά», το ‟ζουνάρ″, το «σπαλέτο» και τα «σκφούνια». Ποικίλους χρωματισμούς συναντούμε στα ‟φστάνια ή φστάρες″, όπως ροζ, φουξ, γαλάζιο κ.α είτε μονόχρωμα είτε διανθισμένα με μοτίβα ομοίου ή άλλου χρώματος. Αμάνικα και μακριά, σχεδόν ως τον αστράγαλο, στολίζονταν στο ‟ν″ της λαιμουδιάς και στον ποδόγυρο με χρυσαφί σιρίτια και άλλα πολύχρωμα γαϊτάνια. Ιδιαίτερα φαρδιά στο κάτω άκρο φοριούνταν κατά τέτοιο τρόπο με σκοπό να σχηματίζουν τα λεγόμενα «κανάτια».
Η τραχηλιά και το πκάμισο χρησιμοποιούνταν ως εσώρουχα και γι΄αυτό ήταν λευκά. Μέσα από τη φστάρα, στη λαιμουδιά φορούσαμε την τραχηλιά, βαμβακερή ή μεταξωτή καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο ένα χειροτέχνημα από κοπτό και δαντέλα.
Ο αλατζάς ήταν ένα κοντό γιλέκο, το οποίο αποτελούνταν από μετάξι και βελούδο, με στενά μανίκια που κατέληγε σε ‟γλώσσες″ (επιμήκεις, προεκτάσεις του μανικιού), κεντημένο στο στήθος και στις γλώσσες με χρυσά κορδόνια. Συναντώνταν συνήθως σε καφέ, κόκκινο, βυσσινί, πράσινο και κυπαρισσί χρώμα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες των κατοίκων του χωριού του Λιμένα, η δημιουργία του γιλέκου απαιτούσε την πληρωμή του ράφτη και του κεντητή με λίρες.
Το τσικέτο ήταν το γιλέκο που φορούσαν πάνω από τον αλατζά. Φτιάχνονταν από μαύρο βαθύ βελούδο και ήταν χρυσοκεντημένο στο περίγραμμά του, στην πλάτη και στα μανίκια το λεγόμενο «ολόπλακο».
Όσον αφορά τις ποδιές που φορούσαν στη μέση άλλοτε ήταν πολύχρωμες με τριαντάφυλλα και άλλα σχέδια στην ύφανσή τους και μονόχρωμες. Ήταν μεταξωτές και πολλές φορές στολισμένες γύρω με πλισεδάκι, δαντέλες χρυσές ή διαφορετικού χρώματος στόφα. Οι λουλουδάτες ήταν συνήθως στρογγυλές στο κάτω μέρος και είχαν πολλά «χαραλαμπίδια», δηλαδή πιέτες, δαντέλες, κερβύρ κ.α ενώ οι μονόχρωμες ήταν κεντημένες στο μέσο τους ή στη μπορντούρα με κλωστές ζωηρού χρώματος ροζ, κροκί, κίτρινο. Κάτω από την ποδιά φορούσαν το ζουνάρ, μονόχρωμο κυρίως μάλλινο ενώ τα υφαντά ζουνάρια ήταν βαμμένα με λουλάκι τη «πόρπα» ή με άλλη ονομασία το «μπακιροζούναρο», την έβαζαν πάνω από το ζουνάρ και την ποδιά. Ήταν διακοσμημένη με σμάλτο, όμοιου σχεδόν τύπου με τις θρακιώτικες ζώνες.
Στο κεφάλι φορούσαν το σπαλέτο, που είναι μια μαντίλα μεγάλων διαστάσεων, την οποία είτε την άφηναν να πέφτει ριχτή είτε την έδεναν γύρω από το λαιμό. Κάτω από το σπαλέτο τοποθετούσαν ένα μικρό φέσι, πάνω στο οποίο τύλιγαν τις πλεξούδες τους και το «σαρίκι», που ήταν ένα κομμάτι υφάσματος ή μαντίλι χρώματος βυσσινί, καφέ, κίτρινου, κ.α.
Τα μαλλιά των γυναικών της Θάσου και συνεπώς του Λιμένα ήταν πλεγμένα σε κοτσίδες, πλεξίδες, οι οποίες αρκετές φορές έφταναν έως την «κλείτσα», δηλαδή την κλείδωση του γόνατου. Τις τύλιγαν γύρω από το κόκκινο φέσι που ήταν χαμηλό, του οποίου ο «τεπές» (θολωτή κορυφή καπέλου ή φεσιού) ήταν χρυσοκέντητος ή «στρωμμένος» με 4 ή 5 φλουριά. Κάτω από τις κοτσίδες ή πάνω σε αυτές τύλιγαν ένα κίτρινο σταμπωτό βαμβακερό μαντήλι.
Τέλος, τις καθημερινές ή στην εκκλησία έριχναν μια μαντίλα μάλλινη και σταμπωτή στους ώμους. Στα πόδια φορούσαν τα σκφούνια, άσπρες κάλτσες πλεχτές με βελόνες ή αγοραστές μάλλινες το χειμώνα και βαμβακερές το καλοκαίρι. Βελούδινες κεντητές παντόφλες αποτελούσαν αρχικά τα υποδήματα των γυναικών, τα οποία αντικαταστάθηκαν από μαύρα δερμάτινα παπούτσια με κορδόνια.