Τοπικές ενδυμασίες από ΠΑΝΑΓΙΑΣ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Λαογραφική εργασία
Παναγία Θάσου
Νομός Καβάλας
Γκρέτσικου Σωτηρία
Καθηγητής: κ. Βαρβούνης
Ακαδημαϊκό έτος 2008-9
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας
Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Οι θασίτικες ενδυμασίες είναι πολλές και πλούσιες σε σχέδια. Κατασκευάζονταν από υφάσματα μεταξωτά, βελούδινα, τσόχινα και λινομέταξα ενώ από την χειμωνιάτικη στολή δε λείπουν και τα μάλλινα υφάσματα. Είχαν χρυσοποίκιλτα κεντήματα και χρυσά, αργυρά ή μεταξωτά κορδόνια.
Γυναικεία ενδυμασία
Κύριο ένδυμα ήταν ένα φόρεμα χωρίς μανίκια και με βαθύ ντεκολτέ, το «φ΄στάν» (φουστάνι). Αυτό γινόταν από έτοιμα υφάσματα σε διάφορα χρώματα, τα οποία αγόραζαν από το εμπόριο. Έπειτα πήγαιναν το ύφασμα για να το ράψουν σε ειδικές μοδίστρες σε απλό στυλ. Τα όποια κεντήματα υπήρχαν από πριν στο ύφασμα. Αυτό που πρόσθετε η μοδίστρα ήταν γύρω-γύρω από το ντεκολτέ και τον ποδόγυρο στενό σιρίτι, το «γαϊτάνι», το οποίο αγόραζαν από το εμπόριο με το μέτρο. Το ένδυμα ήταν μακρύ και έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Το καθημερινό φόρεμα ήταν από χοντρό ύφασμα και το χειμώνα και το καλοκαίρι και λεγόταν «νεφτί».
Μέσα από το «φ΄στάν» φορούσαν το «πουκάμισο» που κάλυπτε τα χέρια και το ντεκολτέ και έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Κάλυπτε όλο το λαιμό και έκλεινε με ένα κουμπί μπροστά στο λαιμό. Μπροστά απ’ το σημείο που ήταν το κουμπί και κατά μήκος του ντεκολτέ υπήρχε άνοιγμα περίπου 15 εκατ., κατά μήκους του οποίου υπήρχε δαντέλα. Δαντέλα υπήρχε και στις άκρες των μανικιών και πλεκόταν από τις γυναίκες που το φορούσαν με λεπτή κλωστή και βελονάκι.
Και το χειμώνα και το καλοκαίρι το πουκάμισο ήταν από λευκό κάμποτο ενώ των πιο εύπορων ήταν από άσπρο καλό χασέ. Το ράψιμο γινόταν από τις μοδίστρες που έραβαν τα φορέματα.
Οι γυναίκες όμως που πήγαιναν στα χωράφια ή στα ζώα αντικαθιστούσαν το μακρύ πουκάμισο με την «τραχ΄λιά». Αυτή ήταν από το ίδιο ύφασμα με το πουκάμισο μόνο που δεν είχε μανίκια, και ήταν κοντό (έφτανε μέχρι τη μέση). Εξάλλου γι’ αυτό δεν φορούσαν το πουκάμισο, επειδή ήταν μακρύ και δεν βόλευε κατά την ώρα της εργασίας τους. Πάνω από αυτό το ένδυμα όλες τις εποχές φορούσαν το «κοντογούνι». Ραβόταν σε ειδικές μοδίστρες από δίμιτο σε διάφορα χρώματα. Έφτανε μέχρι την μέση και ήταν ανοικτό μπροστά, για να φαίνεται η άσπρη δαντέλα που κάλυπτε το ντεκολτέ. Το μανίκι έφτανε μέχρι τον καρπό ενώ την πάνω πλευρά του χεριού και τα δάχτυλα κάλυπτε μια προέκταση του μανικιού σε σχήμα γλώσσας. Γύρω γύρω από το κοντογούνι υπήρχε το «γαϊτάνι» το στενό ειδικό σιρίτι.
Στη γυναικεία στολή υπήρχε και η ποδιά, που ήταν υφαντή σε ορισμένα σχέδια. Υφαίνονταν από τις ίδιες τις γυναίκες που την φορούσαν. Υπήρχαν 3 ή 4 σχέδια και απ’ αυτά διάλεγαν οι γυναίκες κάποιο για να φτιάξουν την καθημερινή τους ποδιά. Η ποδιά ήταν ένα ορθογώνιο κομμάτι που έδενε στη μέση το μάκρος της έφτανε λίγο πάνω από το φόρεμα. Ήταν αρκετά μακριά και φαρδιά έτσι ώστε να μη λερώνεται το φόρεμα. Γύρω γύρω από την ποδιά έβαζαν στενή φάσα και από το ίδιο ύφασμα έφτιαχναν τη ζώνη που έδεναν τη ποδιά στη μέση τους.
Συμπλήρωμα της ενδυμασίας ήταν οι κάλτσες, οι οποίες ήταν άσπρες, μάλλινες και έφταναν μέχρι το γόνατο. Αυτές πλέκονταν με μάλλινη κλωστή από τις ίδιες τις γυναίκες.
Καλύμματα του κεφαλιού
Τα καλύμματα του κεφαλιού ήταν δύο ειδών. Το πρώτο ήταν ένα τετράγωνο μεταξωτό μαντίλι σε πολλά χρώματα με ραμμένα τσιμπιδάκια. Αυτό λεγόταν «τσίπα» και το φορούσαν στο κεφάλι διπλωμένο τριγωνικά και έδεναν λίγο αριστερά. Υπήρχε επίσης και το «μαντίλι» αυτό δεν το φορούσαν ούτε στα χωράφια ούτε στην εκκλησία. Ήταν μεγαλύτερο από την τσίπα 80-90 εκ. και κατασκευαζόταν από εμπριμέ ύφασμα με κίτρινο φόντο «βατίστα». Γύρω-γύρω κρεμόταν δύο σειρές κουμαράκια (μικρές φούντες) κόκκινα και κίτρινα. Επειδή όμως το ύφασμα ήταν χοντρό και γλιστρούσε κάτω από αυτό έβαζαν το «σαρίκι». Αυτό ήταν σκληρό καπελάκι ύψους τριών δακτύλων, κάτι σαν το τούρκικο φέσι. Το έφτιαχναν από πολύ χοντρό κόκκινο ύφασμα και μέσα έβαζαν χαρτόνι για να στέκεται όρθιο. Πάνω από αυτό έβαζαν το μαντίλι και το έδεναν στην κορυφή του κεφαλιού.
Υποδήματα
Οι Θασίτισες όταν πήγαιναν στα χωράφια φορούσαν πέτσινες παντόφλες κλειστές μπροστά και ανοιχτές πίσω και το χειμώνα και το καλοκαίρι. Μέσα στο σπίτι ήταν ξυπόλυτες ή φορούσαν μόνο τις κάλτσες ενώ όταν έβγαιναν έξω φορούσαν πάλι τις παντόφλες. Στις γιορτές όμως και στο γάμο φορούσαν μαύρα λουστρίνια μυτερά μ’ ένα φιόγκο.
Τώρα όσον αφορά την γιορτινή και νυφιάτικη φορεσιά η διαφορά εντοπίζεται στο ότι στις γιορτινές και νυφιάτικες στολές τα υφάσματα ήταν πιο καλά, πιο ακριβά από μετάξια, βελούδα και είχαν πολλά χρυσά κεντήματα.
Ανδρική ενδυμασία
Στην δουλειά τους λοιπόν οι άνδρες φορούσαν το «πουτούρι» της δουλειάς το οποίο ήταν φαρδύ παντελόνι και έφτανε μέχρι το γόνατο. Το χρώμα του ήταν σκούρο, συνήθως μαύρο και το χειμώνα ήταν μάλλινο ενώ το καλοκαίρι πιο λεπτό. Από κάτω φορούσαν το ‟σώβρακο″ που είχε το ίδιο μάκρος ήταν λευκό μάλλινο το χειμώνα και βαμβακερό το καλοκαίρι. Από πάνω φορούσαν σκουρόχρωμο πουκάμισο. Από πάνω σακάκι μαύρο κοντό μέχρι τη μέση, τη ‟μπαλαμάνα″. Στη μέση φορούσαν βαμβακερό φαρδύ ζωνάρι σε εκρού ή μπεζ χρώμα, το οποίο τύλιγαν πολλές φορές πάνω από τη μέση και ήταν κάτω από το σακάκι και πάνω από το παντελόνι και το πουκάμισο.
Υποδήματα
Τα παπούτσια το καλοκαίρι ήταν τα ‟τσερβούλια″ και το χειμώνα ‟καουτσένια″. Κατά τους χρόνους της Κατοχής που υπήρχε έλλειψη δερμάτων τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αργότερα όταν δεν υπήρχε το πρόβλημα των δερμάτων τα παπούτσια τα έφτιανε ο τσαγκάρης και ήταν μαύρα και δεν είχαν κορδόνια.
Καλύμματα κεφαλιού
Για το κεφάλι είχαν ένα μαύρο καπέλο που έμοιαζε με βάρκα και το ονόμαζαν «δίκοχο». Αυτό ήταν από τσόχα και το φορούσαν περισσότερο στις γιορτές.
Τέλος θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην γιορτινή και γαμπριάτικη ανδρική ενδυμασία δεν παρατηρούμε πολλές αλλαγές από την καθημερινή. Αυτό που αλλάζει είναι η ποιότητα των υφασμάτων που γίνεται καλύτερη.
Τώρα όσον αφορά την παιδική ενδυμασία δεν υπάρχουν διαφορές από την γυναικεία και την ανδρική. Η διαφορά της παιδικής ενδυμασίας των κοριτσιών από των γυναικών είναι ότι στην παιδική τα φορέματα ήταν πράσινα και δεν είχαν χρυσά κεντήματα. Η παιδική ενδυμασία των αγοριών και η ανδρική είναι ίδιες.
Κλείνοντας την περιγραφή της ενδυμασίας αξίζει να πούμε ότι οι πιο μεγάλοι φορούσαν τα ίδια ρούχα αλλά σε πιο σκούρα χρώματα αλλά και ότι οι χήρες τα φορούσαν όλα μαύρα εκτός από το πουκάμισο που ήταν λευκό.