Τοπικές ενδυμασίες από ΠΥΘΙΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
ΣΙΜΟΓΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΠΡΩΤΟ ΕΞΑΜΗΝΟ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΟ ΕΤΟΣ :2007 – 2008
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ : ΜΑΝΟΛΗΣ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός.
Τα κύρια ρούχα των ανδρών του χωριού ήταν: η κάπα, που ήταν ένα είδος παλτού, που το φορούσαν πάνω από τα ρούχα. Το σακάκι υφασμένο σε αργαλειό, τα πουτούρια, τα οποία ήταν παντελόνια, το τζαμναντάνι (τσαμαντάνι) το όποιο είναι γιλέκο χωρίς μανίκια χρώματος μαύρου ή κόκκινου συνήθως. Για υποδήματα είχαν παπούτσια από δέρμα και από μέσα φορούσαν τα καλτσούνια τα οποία ήταν υφαντά σε αργαλειό χοντρά για να αντέχουν το κρύο και τα φορούσαν επίσης με τα τσαρούχια. Το χειμώνα, για να κάνουν οι άνδρες τις δουλειές τους στα χωράφια, όπου υπήρχαν νερά, λάσπες και χιόνια, φορούσαν λαστιχένιες μπότες. Οι γυναίκες του χωριού φορούσαν πουκάμισα υφαντά σε αργαλειό ή χοντρές πλεκτές μπλούζες. Από πάνω φορούσαν τον ντουλαίμνα, ένα είδος γιλέκο χωρίς μανίκια και το καητάνι που ήταν πόδια. Στη μέση φορούσαν το ασημοζούναρο, το οποίο ήταν ζώνη από ασήμι και στην εσωτερική της πλευρά ήταν από ύφασμα. Επίσης φορούσαν χρυσά φλουριά. Οι νέες γυναίκες τα φορούσαν κυρίως για τον χορό και ήταν πολλά αν ήταν πλούσιες, ενώ αν ήταν φτωχές είχαν λίγα φλουριά και όταν βρίσκονταν σε δύσκολη θέση τα πουλούσαν. Τα παπούτσια τους ήταν τα περισσότερα από λάστιχο και ήταν ίσια, ενώ οι πλούσιες μπορούσαν να αγοράσουν και δερμάτινα. Επίσης φορούσαν τα γκαλέτσια που στο κάτω μέρος τους είχαν ξύλο και τακούνι και από πάνω, για να μπορεί να κρατηθεί το πόδι, είχαν ένα λουρί καρφωμένο από τη δεξιά και την αριστερή πλευρά για να κρατηθεί. Οι κάλτσες τους ήταν πλεκτές.
Οι άντρες τα καλοκαίρια με τις τοπικές ενδυμασίες τους φορούσαν μαύρα καπέλα που τα ονόμαζαν καβουράκια. Ο σκελετός τους ήταν από σύρμα και το υπόλοιπο από ύφασμα, για να προστατεύει το κεφάλι τους από τον ήλιο, ενώ το χειμώνα φορούσαν ένα μάλλινο ύφασμα που κάλυπτε το πάνω μέρος του κεφαλιού, το λεγόμενο φέσι. Οι γυναίκες το καλοκαίρι που δούλευαν στα χωράφια χρησιμοποιούσαν μαντήλες από βαμβακερό ύφασμα. Στην εκκλησία και σε διάφορες εκδηλώσεις, φορούσαν κεντημένες μαντήλες, με διάφορα σχέδια ή και στρας που τις φορούσαν με τις τοπικές ενδυμασίες και είχαν χρώμα βυσσινί και κίτρινο.
Η κόμμωση των παιδιών όταν ήταν μικρά από το δημοτικό μέχρι το γυμνάσιο ήταν συνήθως, μαλλιά όσο πιο πολύ γινόταν πιο κοντά με τη μηχανή, για τα αγόρια. Μετά την εφηβική τους ηλικία κουρεύονταν στα κουρεία και γύρω-γύρω τα μαλλιά τους ήταν κοντά, ενώ στο πάνω μέρος που ήταν πιο μακριά, τα χτένιζαν κατά πίσω.
Για να γυαλίσουν τα μαλλιά τους χρησιμοποιούσαν το μηριγιέλι που αποτελούνταν από λάδι και κάποιο άλλο υγρό και το άπλωναν στα μαλλιά τους. Η κόμμωση των κοριτσιών στην εφηβική ηλικία ήταν μακριά μαλλιά και τα έκαναν κοτσίδες, μία κοτσίδα ή δύο και φορούσαν μία υφασμάτινη κορδέλα, συνήθως ήταν λευκή. Τα πιο μεγάλα κορίτσια άφηναν μακριά μαλλιά με πλεγμένες κοτσίδες, όπως και οι μεγάλες γυναίκες. Οι ηλικιωμένες γυναίκες είχαν μεγάλα μαλλιά, αλλά τα είχαν καλυμμένα με μαντήλες. Οι γυναίκες δεν πήγαιναν σε κομμωτήρια. Για καλλωπισμό οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν την πούδρα. (Κασαπίδης Θανάσης)