Τοπικές ενδυμασίες από ΙΑΣΜΟΥ, Δ. ΙΑΣΜΟΥ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Όνομα φοιτήτριας: Αναστασία Χρυσοχοΐδου
Όνομα χωριού: Ίασμος, νομός Ροδόπης
Όνομα καθηγητή: κύριος Βαρβούνης
Ακαδημαϊκό έτος: 2004 – 2005
Τμήμα: Ιστορίας – Εθνολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Αριθμός μητρώου φοιτήτριας: 1788
Β) Ενδύματα
«Εκείνα τα χρόνια, επειδής ήμασταν σκλάβοι στους Τούρκους, οι ενδυμασίες ήταν τουρκικές. Οι άντρες φορούσαν πουτούρια (=παντελόνια) που ήταν μακριά μέχρι τα γόνατα, φαρδιά, από ‘κει και κάτω ήταν εφαρμοστό στο πόδι με ειδικά κουμπιά για να είναι ζεστό και να μην κρυώνει σαν περπατούν και δουλεύουν. Από πάνω φορούσαν τζαμαντάνια (=γιλέκα) που ήταν υφαντά και τα έφτιαχναν στο αργαλειό οι γυναίκες, κεντημένα με κάτι φυτίλια. Στον αριστερό ώμο κρεμούσαν στην δεξιά τσέπη το ρολόι τους οι κάπως πιο πλούσιοι, το έβγαζαν πατούσαν το καπάκι από πάνω, εκείνο άνοιγε, έβλεπε την ώρα και το έβαζε ξανά στην τσεπούδα. Τα σακάκια ήταν κι αυτά από ύφασμα που οι γυναίκες έραβαν μόνες τους. στο κεφάλι τους φορούσαν τα φέσια όπως οι Τούρκοι.
Οι γυναίκες φορούσαν φορέματα υφαντά, φαρδιά μέχρι κάτω για να σέρνονται στη γη και να μην φαίνεται το παραμικρό, ούτε καν η φτέρνα τους. Ακόμη φορούσαν μαντίλες στα μαλλιά όπως οι Τουρκάλες φερεντζέδες.»
Υπόδεση:
«Τα παπούτσια που φορούσαν ήταν από δέρμα που τα έφτιαχναν οι ειδικοί.»
Παναγιώτης Καραγεωργίου
Κόμμωση:
«Τα μαλλιά των αντρών ήταν αρκετά μακριά, ίσαμε το λαιμό περίπου για να χωρούν μέσα στο καπέλο.
Άφηναν μουστάκι, ως μόδα ήταν τότες και τα είχαν όμορφα, στρυφτά, γυριστά.
Όσο πιο μακριά ήταν τα μαλλιά της γυναίκας τόσο μεγαλύτερη ήταν η φήμη της. τα έφτιαχνε μία ή δύο πλεξίδες και μετά τα μαζεύανε κότσο»
Καλλωπισμός:
«Οι γυναίκες περιποιούνταν τον εαυτό του, κάθονταν, έβαζαν τα μαλλιά τους στο σκαφίδι (=ξύλινο αντικείμενο που το είχαν σκάψει μέσα για να βάζουν νερό να λούζονται οι γυναίκες) που δεν τα έκοβαν, τα έλουζαν και τα χτένιζαν. Μία δεύτερη γυναίκα πήγαινε από πίσω της και της έκανε μία ή δύο πλεξίδες, μία αριστερά και μία δεξιά. Μετά τα μάζευε στο κεφάλι κότσο γύρω γύρω με κάτι φουρκέτες που σκάλωναν σταθερά στο κεφάλι. Στο κεφάλι τέλος, φορούσαν τη μαντίλα για να μην φαίνονται τα μαλλιά.»
Παναγιώτης Καραγεωργίου