Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΠΡΑΓΓΙΟΥ

Για να φτάσει κανείς στο Πραγγί, ένα από τα γραφικά χωριά της Θράκης στον νομό Έβρου πρέπει να ταξιδέψει με αυτοκινητάμαξα, που ξεκινάει από την Αλεξανδρούπολη για τον Διεθνή Σιδηροδρομικό σταθμό Πυθίου. Η διαδρομή είναι ευχάριστη ο ταξιδιώτης χάνεται στην αχανή κοιλάδα του Έβρου, ακολουθώντας τις Ν.Α υπώρειες της Ροδόπης με τις ατελείωτες κορφές και τα αναρίθμητα διάσελα στο βάθος.

 Πέρα από τον Έβρο ποταμό, δεξιά στο Τουρκικό έδαφος βλέπει την Αίνο, το ελληνικό.

 

Β. Έθιμα Λαϊκού Εορτολογίου

(Ι) Χριστούγεννα

 «Δύο εβδομάδες πριν από τα Χριστούγεννα, κάθε οικογένεια έσφαζε το γουρούνι που έτρεφε όλο τον χρόνο και έφτανε και 200 κιλά. Αφού το σφάζαμε το κρεμούσαμε ανάποδα από ένα δέντρο και το αφήναμε 2-3 μέρες για να στραγγίξει το αίμα του. Μετά το γδέρναμε και αρχίζαμε το κομμάτιασμα. Το κεφάλι και το πόδια τα κάναμε πατσά, το λαρδί δηλαδή το λίπος το κόβαμε κομμάτια και το παστώναμε με αλάτι και το είχαμε όλο το χειμώνα και το βάζαμε στα φαγητά. Παίρναμε τα χοντρά και τα λεπτά τα έντερα και αφού τα πλέναμε καλά με ξύδι τα αφήναμε να ξεραθούν. Με τα χοντρά κάναμε τον καβουρμά λίπος και κρέας του ζώου με τα μυρωδικά. Τα στινά τα κάναμε λουκάνικα.

 Η νοικοκυρά σκέφτεται ποια οικογένεια δεν έχει χοίρο για της προσφέρει ένα κομμάτι για να δείξει την αδελφοσύνη και την αγάπη τις άγιες εκείνες μέρες.

 Την παραμονή τα παιδιά ξυπνούσαν από τα χαράματα και έβγαιναν να πουν τα κάλαντα. 

 Σαράντα μέρες έχουμε

Χριστό που καρτερούμε 

Κι απού σαράντα κι ύστερα

Τούρα Χριστούς γεννάτι

Κερά αργυρή, κέρα χρυσή 

Κέρα μαλαματένια

Για βάλε του χιράκι σου στην αργυρή σου τσέπ’

Για βάλι μια, για βάλι δυό

Για βάλι πέντε-δέκα 

Για βάλι κίτρινου φλουρί κι 

Ας ειν΄ κι κσυρεμένου-

 

Η νοικοκυρά τους φίλευε 

Δίναμε στους καλαντράδες κρασί, χοιρινό κρέας, γλυκά μανταρίνια, κάστανα και νομίσματα καρφωμένα σε μήλο.

Οι καλαντάρηδες κρατούσαν φανάρια και μικρή φάτνη. Κρατούν και σούρβις κι ματσου και από ξύλου κρανιάς που θυμίζουν τα ραβδιά της Βίβλου.

 Την παραμονή πάλι, φτιάχναμε το χριστόψωμο αφού ανάβαμε του καντήλι κι είχαμε κοντά την εικόνα του Χριστού και της Παναγίας. Ήταν συνηθισμένο ψωμί, μέσα όμως βάζαμε το φλουρί και πάνω κάναμε το σχήμα του σταυρού. Ήταν προσφορά στον Χριστό για να φέρει υγεία και χαρά στην οικογένεια. Γύρω βάζαμε ξηρούς καρπούς, πιάτο με σιτάρι και μέλι, ρόδι, σταφύλια και άφθονο κρασί. Το χριστόψωμο το έκοβε ο γεροντότερος.

  Φτιάχναμε και τον καπαμά χριστουγεννιάτικο φαγητό, κοψίδια χοιρινού, τα βάζαμε να βράσουν με κόκκινο πιπέρι και σάλτσα. Ακόμα κάναμε και την μπάμπω. Γεμίζαμε το παχύ έντερο με συκώτι, κιμά, πλιγούρι και μπαχαρικά. Το βράζαμε σε σιγανή φωτιά ή το ψήναμε σε ταψί.

  Το πρωί στις 5 η ώρα χτυπούσε η καμπάνα και η οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία. Ο παππούς κοινωνούσε. Στην εκκλησία πηγαίναμε με φαναράκια γιατί ήταν σκοτάδι. 

 Αφού γυρνούσαμε τρώγαμε, πίναμε και κόβαμε το Χριστόψωμο. Ο παππούς έβαζε μέσα σε ξηρά σύκα πενηντάρικα και αφού τα ανακάτευε ο καθένας τραβούσε ένα. Εκείνη την ημέρα μαγειρεύαμε ντολμάδες που γινόντουσαν από λάχανο τουρσί που το φτιάχναμε μόνοι μας και το βάζαμε σε κρασοβάρελα με αλμύρα. Η γέμιση ήταν κιμάς που τον κόβαμε σε κούτσουρο από το λίπος και χοιρινό κρέας».

 

2. Πρωτοχρονιά

 Το βράδυ της παραμονής τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα και κρατούσαν φαναράκια, το χάρτινο το καράβι με κορδέλες και το γνωστό τρίγωνο το τριάγκλι. Αν έβρισκαν άτομο δύστροπο τραγουδούσαν: 

«Εσένα πρεπ’ αφέντη μου 

τορβάς κι δεκανίκι να σι 

τραβάνε τα σκυλιά

κι πέντε δέκα λύκοι.

Την κούρη σου την έμορφη 

Βάλτηνε ζεμπίλι

Κι κρέμασε τηνε ψηλά

Να μην την τρων οι ψύλλοι»

 Τους έδιναν ξυλοκέρατα κάστανα, καρύδια, αμύγδαλα και φρούτα.

 Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, το αρσενικό παιδί έπαιρνε σβούρα, μια βέργα από τα κρανιά και πήγαινε στα σπίτια που τον καλούσαν για να κάνει ποδαρικό. Δηλαδή να ανοίξει σε αυτό το παιδί για πρώτη φορά την πόρτα η νοικοκυρά για να πάει καλά ο χρόνος.

Χτυπούσε τον καθένα από την οικογένεια και έλεγε:

«Σβούρα-σβούρα γερό κορμί, γερό σταυρί

Σαν ασημ’ σαν κρανιά. Κι του χρόνου ουλ’ γιροί 

Κι καλούκαρδοι»

Και του έδιναν λεφτά και γλυκά.

 Του Αγίου Βασιλείου κόβαμε και την βασιλόπιτα και όποιος τύχαινε το φλουρί ήταν ο τυχερός του έτους. Φτιάχναμε πάνω στην πίτα γράμματα από σκελίδες καρυδιού και σχηματίζαμε ένα σταυρό και βάζαμε και αντικείμενα που σχετίζονταν με την γεωργία.

Τέτοια μέρα δεν ξεχνούσαμε τα ζώα και φτιάχναμε ειδική πίτα γι΄αυτά.

 Επίσης, ανήμερα την Πρωτοχρονιά αν φτερνιζόταν κανείς έπρεπε να ασημωθεί γιατί ήταν ο τυχερός του σπιτιού.

 

3. Θεοφάνια

 «Την ημέρα αυτή αγιάζουν τα νιρά και φεύγουν τα παγανά. Ανοίγουν οι ουρανοί κι ότι ζητήσεις γίνεται. Την παραμονή με την πρωτάγιαση, κρυφό αγιασμού ο παπάς φωτίζει τα σπίτια. Οι κοπέλες κόβουν ένα ματσάκι βασιλικό κι το ανταλλάσσουν  με τον βασιλικό του παπά κι έτσι λένε ότι θα παντρευτούν γρήγορα.

«Σήμερα τα φώτα κι ου φωτισμούς, αυρ’ της Κεράς μας της Παναγιάς. Κατ΄ στον Ιουρδάν’ ντο μποταμό, κάνταν η κυρά μας η Παναγιά.

Λίβανου βαστούσ’, κιρί κρατεί κι τουν αη Γιάννη παρακαλεί Αϊ Γιάννη αφέντη κι βαπτιστή δύνασι βαφτίσεις Θεού πιδί. Δύναμι κι σώνου κι προσκυνού δια να βαφτίσου Θεού Υιόν.»

Ανήμερα γίνεται ο μεγάλος αγιασμός ο παπάς ρίχνει τον σταυρό μέσα στη θάλασσα και πέφτουν οι βουτηχτάδες να τον πιάσουν. Όποιος τον πιάσει είναι ευνοημένος και καλοφωτισμένος από τη Θεία Χάρη. Παίρνει δώρο από τον παπά χρυσό σταυρουδάκι. Οι γυναίκες εκείνη την ημέρα πλένουν τις εικόνες στη θάλασσα. Οι άντρες πλένουν τα εργαλεία τα γεωργικά και ραντίζουν τα χωράφια με αγιασμό.»

 

4. Γιορτές Φεβρουαρίου 

  «Στις 4 Δεκεμβρίου, στη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας όλοι στο χωριό κάναμε τη Βαρβάρα την οποία μοιράζαμε στο χωριό. Πριν από μια εβδομάδα, όλες οι νοικοκυρές μουσκεύουμε το στάρι κι μετά το χτυπούσαμε με πέτρες για να φύγει η φλούδα του σιταριού. Αφού το πλέναμε με πολλά νερά το στεγνώναμε και το σιτάρι ήταν έτοιμο. Την παραμονή οι νοικοκυρές βάζαμε το σιτάρι στην κατσαρόλα με το νερό και το βράζαμε. Μέσα βάζαμε και όλα τα όσπρια και τα δημητριακά που καλλιεργούσαμε, φασόλια, φακές, ρεβίθια, κουκιά, καλαμπόκι και σουσάμι ακόμη και σκουπόξυλα γιατί κάναμε και χουρταρένις σκούπις.

 Την άλλη μέρα, αφού γυρνούσαμε από την εκκλησία βάζαμε την Βαρβάρα σε γυάλινα κουπάκια κι τη διακοσμούσαμε με μανταρίνια, σπασμένα καρύδια, ζάχαρη και κανέλλα. Όλη η γειτονιά μοσχοβολούσε από την αχνιστή Βαρβάρα. Τις 3 γιορτές, της Βαρβάρας στις 4 ,του Αγίου Σάββα στις 5 και του Αγίου Νικολάου στις 6 και του Αγίου Σπυρίδωνα στις 12 δίναμε μεγάλη σημασία και εμείς οι νοικοκυρές δεν κάναμε αυτές τις μέρες τίποτα. Δεν πλέναμε, δεν σιδερώναμε και από σεβασμό και από φόβο μήπως μας τιμωρήσουν οι άγιοι. Κι λέγαμε την εξής παροιμία:

 Η Βαρβάρα βαρβαρών’ Ου Σάββας σαβών’ κι ου Νικούλας παραχών’ κι Αϊ Σπυρίδουνας γλιτών’

Πιστεύαμε μάλιστα για την Αγία Βαρβάρα ότι προστατεύει του σπίτι από την ευλογία. Γυρίζαμε από σπίτι σε σπίτι και την διώχναμε την ευλογία. Γι’ αυτό αλείφαμε το τζάκι με ασβέστη και το ανάβαμε συνέχεια όταν υπήρχε επιδημία. Βάζαμε κοντά και ένα πιάτο πετιμέζι για να φύγει ευχαριστημένη η Αγία Βαρβάρα από το σπίτι.

 Την 1η του Φλεβάρη κάναμε το κουρμπάν για τον Άγιο Τρύφωνα που προστατεύει τα αμπέλια. Μετά είναι η Υπαπαντή του Κυρίου και ο Άγιος Συμεών. Τις γιορτές αυτές λέμε σμπιογιουρτα γιατί ανήμερα του Συμεών οι έγγειες δεν κάνει να κάνουν καμία δουλειά για να μην βγει το παιδί σημαδεμένο. Ενώ στολιζόταν για να βγει όμορφο.

Γ) Απόκριες 

 «Τις ημέρες της Αποκριάς χορεύουμε και τρώμε γιατί μετά θα ακολουθήσει πένθος και νηστεία για εφτά βδομάδες. Οι μασκαράδες γυρίζουν στον δρόμο και χορεύουν και σατιρίζουν τον γάμο, τη δική τους κατσίβελους. Στην πομπή προχωρούσε ο πρόβουδος με το βούκινο και ακολουθούσε ο τραγουκέρατος κουδουνάς, ο γκαϊτατζής, ο γαμπρός με τη νύφη, τον γάιδαρο κ.α. 

 Στην γιορτή έρχονταν και σεϊμένηδις που ήταν φρόνιμοι. Χόρευαν λεβέντικα με στολή ευζώνων.

 Οι γυναίκες δεν λούζονταν την εβδομάδα της Τυρίνης για να μην ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Την τελευταία Κυριακή γινόταν η συγχώρεση. Οι νέοι ζητούσαν συγχώρεση από τους μεγαλύτερους. Το κέφι άναβε με τα βριτά πνεύματα για την νοικοκυρά. Τα παιδιά γινόντουσαν μουτσούνις- μασκαράδες. Πριν φύγουν όλη βουλώναμε με αυγό το στόμα και ανοίγαμε ξανά με το κόκκινο πασχαλινό αυγό. 

Στο γλέντι δεν ερχόντουσαν μόνο όσοι πενθούσαν. Πιστεύαμε τότε ότι την 1η εβδομάδα της Αποκριάς ερχόντουσαν οι ψυχές των πεθαμένων και θέλαμε εμείς οι ζωντανοί να τους ευχαριστήσουμε έτσι τα Σάββατα της Κρεατίνης, Τυρίνης κι της 1ης εβδομάδας της Σαρακοστής λέγονταν ψυχοσάββατα και προσφέραμε κόλλυβα στους νεκρούς.

 Το έθιμο του Μπέη άνηκε στην Αποκριά και συμβόλιζε την τουρκική εισβολή. Τους Τούρκους τους βάζουν πάνω στο άρμα κι απαγγέλνουν λόγο.

«Καστρινοί κι Καστρινές χουριανοί κι χουριανές Στου εθίμου κανένας μας δεν καν’ πίσου Του θελ’ ου νόμους της ζουής καθ’ δυνάστ’ς να πληρώνει Δυνάστης σας κι γω τούρα στου μάν’ μάν’ θα πρεπ’ να διαβάσου του κουράν’

Ποιον έδειραν και δεν έκλαψε Ποιόν τον χάρισαν και δεν χάρηκε

Φτωχοί τρώνε από την φτώχεια και άρχοντες από τα καϊμάκια. Μικρό παιδί δεν το δέρνεις τρανούσκο δεν το το χαρείς. Αν στη ζωή σου δεν προσέχεις πατάς πάνω και στις νάρκες. Όπου γκρίνια και φαγούρα, μας χρειάζεται μαγκούρα.

Για τις πυρές που πήραμε αλλά λόγια δεν χωράνε. Συμφορά τρανή σημάδι στη φωτιά να ρίχνεις το λαό και όλα μόνο με ένα σπίρτο γίνονται κι ο νόων νοείτο. Τώρα εσείς θα κάνετε το κέφι σας και εγώ στο τζάμπα θα καώ με τα στραβά σας»

 

5. Πάσχα

«Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Το πρώτο Σάββατο το λέγαμε Σάββατο του φτωχουλαζάρου. Αυτός ήξερε όλα τα μυστικά του κάτω κόσμου.

 Εκείνη την ημέρα ζυμώναμε κουλούρια, τσουρέκια με ανθρώπινο σχήμα. Τα λέγαμε λαζάρια ή λαζαράκια. Αυτά τα κάναμε για την ψυχή του Λαζάρου. Λέγαμε και το στιχάκι: «όποιος ζυμώσ’ κι δεν μι πλάς’ του φαρμάκ’ μ’ να παρ’» 

Το Σάββατο εκείνο είναι η Πρώτη Λαμπρή. Την ημέρα εκείνη τα κορίτσια με κόκκινα φορέματα γυρνούν στα σπίτια, με μια κούκλα ή ρόκα τυλιγμένη με κουρέλια χρωματιστά, τις λέμε Λαζαρίνες και τραγουδούσαν: «Τις είδις Λάζαρι, τις ειδις εις τουν Αδ’ όπου πήγις; Είδα πόνους, είδα φόβους είδα βάσανα κι τρόμους. Δούστι μι λίγου νιράκ’ να ξυπλύνου του φαρμάκ’ του φαρμάκ’ των χειλεουν κι μη μι ρουτάτι πλέουν»

Την Κυριακή των Βαΐων πάλι τραγουδούσαμε: «Βάγια- βάγια του Βαγιώ, τρούνι ψάρια κι κουλιό κι την άλλη Κυριακή τρόυνι κούκκινο αυγού»

Το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία και παίρναμε τα αυγά. Το βράδυ πηγαίναμε ολονυχτία στο Νυμφαίο. Με τα βάγια χτυπούσαμε τις έγγειες για να ελευθερωθούν εύκολα.

Τη Μεγάλη Δευτέρα δεν κάναμε δουλειές και νηστεύαμε. Τα κορίτσια νήστευαν για να βρουν γαμπρό. Όταν άρχιζε η Μεγάλη Βδομάδα τα παιδιά λέγανε: «Μιγάλ Διφτέρα: Μιγάλ’  μέρα

Μιγάλ’ Τρίτη: Ου Χριστούς εκρίθ’

Μιγάλ’ Τετάρτ’: Ου Χριστός εχάθ’

Μιγάλ’ Πέμπτ’: Ου Χριστός ευρέθ’

Μιγάλ Παρασκευή: Θλίψ’ κι δάκρυα πουλλά

Μιγάλου Σάββατου: Χάρις γεμάτου

Κυριακή του Πάσχα: Μπάσκα, μπούσκα, αυγό κι αρνί.»

Την Μ. Τετάρτη γίνονταν ευχέλαιο στην εκκλησία. Ο παπάς ευλογούσε τα αυγά και το αλεύρι και ετοίμαζε το προζύμι για τα τσουρέκια και τα κουλούρια.

Την Πέμπτη βάφαμε τα αυγά με βάριτζι ή με τε ξύλο του Χριστού, με φύλλα αμυγδαλιάς βάφαμε κίτρινα αυγά. Σταυρώναμε τα παιδιά μας και λέγαμε καλώς ήρθες Πασχαλιά με τα κόκκινα αυγά. Το αυγό το αφήναμε στο εικονοστάσι και το περσινό το πετούσαμε στο ποτάμι ή το χώναμε στο χωράφι και λέγαμε: «Η χάρ’ τ’ φυλάγι του γέννημα, έκαμ’ καλού σταρ’.»

Εφτά Πέμπτής με την κόκκινη, βάφαμε από έξω τα αυγά για να ζει το στεφάνι μας.

Αν την ουρά που βάφαμε τα αυγά έσπαζε κανένα ήταν κακό σημάδι. Μετά τα δώδεκα Ευαγγέλια πολλές γυναίκες ξενυχτούσαμε τον Χριστό. Περνούσαμε τη νύχτα ψάλλοντας ύμνους: «Σήμερα μαύρους ουρανός σήμιρα μαυρ’ μ’ερα σήμερα ούλοι θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται. Σήμερα βάλαμ’ νουλή οι ανόμ’ οι εβραίοι, οι ανομ’ κι τα σκυλιά κι οι τρισκαταρεμέν’. Ου Κύριους Θέλσε να μπει σι περιβόλ να λαβ’ δείπνο μυστικό για να τουν λάβουν ούλοι»

Ζυμώναμε και τα τσουρέκια και τη λαμπροκουλούρα σε σχήμα σταυρού με 4 αυγά στις άκρες κόκκινα και ένα άσπρο στη μέση. Τη λέγαμε αλών και τα τσόφλια τα χώναμε στο χώμα για να προστατευτούν τα αμπέλια. Τρώγαμε φακές το μεσημέρι κι ήταν τα δάκρυα τις Παναγίας.

Το πρωί τα κορίτσια την Παρασκευή στόλιζαν τον επιτάφιο με λουλούδια και φορούσαν σκούρα ρούχα για το πένθος του Χριστού. Κάτω από τον Επιτάφιο περνούσαν οι άντρες κι μετά εμείς για να μην πονάει το κεφάλι μας και να πιάσει η χάρη του. Τα παιδιά περνούσαν 3 φορές για να είναι γερά.

Όλη την ημέρα φιλούσαμε τον επιτάφιο και γράφαμε τα ονόματα των ζωντανών και νεκρών που θα διάβαζε ο παπάς. Στην περιφορά οι κοπέλες έψελναν:

«Κάτου στα Ιερουσόλυμα κι στου Χριστού τουν τάφου εκεί δεντρί διν ήτανι, δινδρι ξιφανιρώθη Του δέντρου ήταν ου Χριστους η ρίζα η Παναγία οι κλούνι που πιφταν οι Μαρτυροι που μαρτυρούσαν κι έλιγαν για του Χριστού τα πάθη.»

Την μέρα αυτή δεν τρώγαμε παρά νερόβραστα φαγητά με λάδι και ξύδι. Δεν καρφώναμε, δεν ανακατεύαμε χώμα κι δεν κοιμόμασταν στην γη.

Το Σάββατο στολίζαμε την εκκλησία με δαφνόφυλλα κι ο παππούς όταν έλεγε Ανάστα ο Θεός κρίνε την γη έπαιρνε τις δάφνες και σκορπούσαμε και εμείς πριν πέσουν κάπου τα αρπάζαμε και τα βράζαμε στο εικονοστάσι για το ξεμάτιασμα.

Την Κυριακή ο καντηλανάφτης έβγαινε με την κουδούνα στις 2 η ώρα κι χτυπούσαμε για να πάμε στην εκκλησία. Ανάβαμε φαναράκια κι πηγαίναμε και λέγαμε Χριστός Ανέστη και τσουγκρίζαμε τα αυγά. Με τα κεριά γυρνούσαμε στα σπίτια μας και φωτίζαμε τα ζώα και τα δέντρα για να προκόψουν κι τα φιλούσαμε τα λαμπρόκερα για να σταυρώνουμε τον άρρωστο ή ματιασμένο. Μετά πίναμε γάλα, τρώγαμε μαγειρίτσα και τσουρέκι με κασέρι.

Το μεσημέρι τρώγαμε αρνί στη σούβλα, σαρμάδες, μαγειρίτσα και μήλινης. Ο ειδικός εξέταζε τα σημάδια της ωμοπλάτης και έλεγε τα μελλούμενα. 

Εμείς οι κοπέλες στήναμε στις αμυγδαλιές τις κούνιες και λέγαμε: «Είπαμ’ πουλλά κι σων’ ας λαλήσ’ κι αλλ’ αηδούν’. Έλα αγάπη μ’ γλυκιά στη δική μ’ αγκαλιά. Έλα, έλα μι τα μένα να περνάς χαριτουμένα.»

Χορεύαμε στους δρόμους και γινόντουσαν και γνωριμίες και στηνόντουσαν αρραβώνες. Και τραγουδούσαμε: «Δίπλα τους ‘βαλις Ιλεν’ του μαχαίρ’ κι δεν βγαιν’ Δίπλα του ‘βαλις κυρα μ’ του μαχαίρ’ στην καρδιά μ’»

Τότε πηγαίναμε και στα μνήματα αυγά, κουλούρια και ρυζόγαλο. Τα αυγά τα κατρακυλούσαμε στο μνήμα και τα μάζευαν τα παιδιά.

 Άλλα τραγούδια που παίζουν τα όργανα στην πλατεία ήταν: « Λαμπρινούδα δεν αλλάζ’ στου χουρό δεν κατιβαίν’ στου χουρό δεν κατιβαίν’ τα φλουριά δεν τ’ αραδιάζ’ τα φλουριά διν τ’ αραδιαζ’ κι η μάνα τσ’ τη ρουτάει: Δεν αλλάζεις κι δεν χουρεύ’ς στου χουρό δεν κατιβαίν’ς;»  

Βενέτη Σαράντω ετών 70 νοικοκυρά 

6. Γιορτές της Άνοιξης

«Στους άγιους Σαράντα σπέρναμε βασιλικό για να γίνει σαραντάκλονος και τραγουδούσαμε: «Σαράντα φας, σαράντα πιείς σαράντα δώσ’ για την ψυχή σ’ σαράντα δίντρα φύτιψι να δεις ελεημουσύν’»

Γιορτάζαμε τον Μάρτιο και τον Ευαγγελισμού της Παναγίας. Ήταν αμαρτία να συλλάβει γυναίκα μωρό, γιατί θα γεννιόταν τα Χριστούγεννα και θα γινόταν καλικάντζαρος.

Τον Μάϊο έχουμε την Πρωτομαγιά. Την παραμονή μαζεύουμε λουλούδια και καλαμπόκια πριν βγει ο ήλιος τα κρεμάμε στο κεφάλι μας για να μην πονάει και στην πόρτα μας.

Έχουμε και τα Αναστενάρια την ημέρα του Κωνσταντίνου και της Ελένης και κρατούν 4 μέρες. Οι αναστενάρηδες πάνε πρώτα στην εκκλησία και μετά ανάβουν φωτιές στην πλατεία, θυσιάζουν ταύρο και χορεύουν όλο το βράδυ με τις εικόνες των αγίων ξυπόλητοι πάνω στα κάρβουνα. Έτσι απομακρύνουν το κακό και εξαγιάζονται.

 

7. Γιορτές Καλοκαιριού

«Τον Ιούλιο γιορτάζουμε την αγία Μαρίνα, που φυλάει τα σπαρτά από τα σκαθάρια. Ανήμερα ραντίζουμε και αγιάζουμε τα αμπέλια. Μετά τη λειτουργεία πηγαίνουμε δίπλα σε πηγάδι που έχει μεγάλο δέντρο, αφαιρούμαι και κρεμάμε τα τσατζαλά μας και έτσι αφήνουμε στα κλαδιά την αρρώστια μας.

 Στις 26 γιορτάζουμε την Αγία Παρασκευή που φυλάει τα μάτια. Κάναμε κουρμπάνι και πανηγύρια και σφάζαμε πετεινούς.

Ο Άγιος Παντελεήμονας φροντίζει τους ανάπηρους γι’ αυτό λέγαμε «κουτσοί στραβοί στουν Άγιο Παντελεήμονα.»

Σαράντω Βενέτη ετών 70 νοικοκυρά


 

Κατηγορία

Τοποθεσία

Αρ. χειρογράφου
278
Έτος καταγραφής
1998-99
Επώνυμο
Μάρθας
Όνομα
Ναζλή