Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

 

Εθιμα του λαικού εορτολογίου

Α.σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα

Νήστευαν σαράντα μέρες. Την πρώτη του Αντριά(= Δεκέμβρης) είχαν μια γιορτή που την λεγαν Αντρια. Έριχναν λίγο σιτάρι στα κρεμμύδια κι αυτό το καναν για το σπαρτά τους,για να αντρειωθούν και να μην παγώσουν. Στις τέσσερις του μηνός,της Αγίας Βαρβάρας , έφτιαχναν Βαρβάρα και τη μοίραζαν στην κουμπάρα , στη μάνα και στην πεθερά. Έβραζαν νερό και ρίχναν μέσα πολύ στάρ,λίγο καλαμπόκι,φασόλια,μερικά όσπρια κι όταν έβραζε(όπως και τα κόλυβα)έβαζαν ΄ζάχαρη  και σουσάμι και το τρώγαν. 

Β. το δωδεκαήμερο(25 Δεκ.-5 Ιανουαρ.)

Πριν τα Χριστούγεννα πλέναμε , καθαρίζαμε,ασβεστώναμε , αλλ΄΄α δεν στολίζαμε καθόλου. Ξημερώματα στις 24 του μηνός κατά τις δύο το πρωί αρχινούσαν τα παιδιά,τ’αγόρια να γυρνούν στα σπίτια για τα κάλαντα. Το βράδυ της προηγούμενης (23 του μηνός) ζυμώναμε και φτίαχναμε κουλουράκια και τρία ψωμάκια,το ζυγό,τ’αλέτρι κιένα άλλο. Τα κουλουράκια τα καρφώναμε σε μια μαλλιόροκα και περνούσαν τα παιδιά για τα κάλαντα και τα δώναμε να φάν,μαζί με κανά ξυλοκέρατο. Τα άλλα ψωμάκια τα αφήναμε πάνω στο εικόνισμα της Παναγίας μέχρι τα φώτα. Τα κάλαντα τα λέγανε μέχρι να ξημέρωνε. Το πρωί της Παραμονής οι άντρες σφάζαν τα γουρούνια και οι γυναίκες φτίαχναν τα ψωμιά,το σαραγλί και βράζαν τη φασολάδα. Όλα τα σπίτια είχαν οπωσδήποτε  για τα Χριστούγεννα ένα γουρούνι που το είχαν παχύνει. Μπορεί να ήταν από τριάντα ως διακόσια κιλά. Σ’όλο το χωριό άκουγες το πρωί τα γουρούνια που φώναζαν όταν τα σφάζουν. Εμείς τα παιδιά τρέχαμε και παίρναμε τις γουρουνότριχες από το σβέρκο και τις πηγαίναμε στο μπακάλη για να μας δώσεί λίγα σεκέρια(=καραμέλες). Πριν γδάρουν το γουρούνι έκαναν με το μαχαίρι ένα σταυρό στο στήθος του. Πάνω στο σταυρό έβαζαν ένα κάρβουνο κι ένα σβόλο αλάτι κι αν έσκαζε το αλάτι, έλεγαν ότι θα γίνει βαρύς χειμώνας. Μετά το γδέρναν και το καθάριζαν. Το βράδυ της παραμονης κάμναν το τραπέζι και τρώγαν τα «εννιά)τα φαγητά. Πριν στρώσουν το τραπέζι , η μάνα έπαιρνε ένα γνι(=σίδερο της παπάρας),έβαζε μέσα ένα κάρβουνο και θύμιαζε και λιβάνιζε όλο το σπίτι,τους ανθρώπους και τα ζώα. Ύστερα έβααζε το γνι κάτω από τη σόμπα και αν γινόταν στάχτη το κάρβουνο,έλεγαν «δε θα έχει μπερεκέτι φέτος» , αν έμενε το κάρβουνο χαίρονταν κι έλεγαν «θα’χει μπερεκέτι φέτος» . Έκεινο το βράδυ το κύριο πίατο ήταν φασολάδα με τουρσί. Στρώναν την ψωμέσαλα κι έπρεπε να βάλουν πάνω έννια φαγητά νηστήσιμα. Τα  Χριστούγεννα το πιάνουν όλοι μαζί,το σηκώνουν προς τα πάνω και κόβουν ο καθένας από ένα κομμάτι. Έβαζαν κι ελιές , τουρσιά κι οτιδήποτε για να συμπληρώσουν τα εννιά φαγιά. Έπιναν και λίγο ούζο,κρασί δεν έπιναν. Γλυκίσματα ήταν η γλυκοπατάτα. Σ’αυτό το τραπέχι του σπιτιού του υποσχόταν ένα δώρο και για αυτό προσπαθούσαν όλοι να σφερνιστούν. Όταν σήκωναν το τραπέζι , ο νοικοκυρης του σπιτιού έβαζε μέσα στην ψωμέσαλα λεφτά. Η μεγαλύτερη κόρη η νυφη έπιανε το ψωμέσαλα από τις τέσσερεις άκρες και τη σήκωνε ψηλά. Όλοι πιάνοαν μια άκρη και την τραβούσαν προς τα κάτω τρείς φορές όλοι μαζίι για να είναι τα δέματα τους βαριά. Για τρείς μέρες δεν την τίναζαν την ψωμέσελα.

Το πρωί των Χριστουγέννων νωρίς νωρίς πήγαιναν στην εκκλησία να μεταλάβουν. Η μάνα έμενε στο σπίτι κι έκαμνε μια τηγανιά κρέας απ΄το γουρούνι για να γυρίσουν και να φάνε . Για το μεσημέρι ετοίμαζαν γκιουβέτσι με πληγούρι η ρύζι. Ετρωγαν κι έπιναν κρασι. Στο μεσοχώρι(=πλατεία) γίνοταν χορός και πήγαιναν όλοι. Την επόμενη μέρα άρχιζαν να κομματιάζουν το γουρούνι. Βγάζαν το λίπος,κάναν λουκάνικα και καβούρντιζαν. Καβουρμάδες,πουσωρτή και λίγδα ,όλα αυτά τα βάζαν μέσα στα πήλινα τα τσουκάλια. Από το βράδυ της Παραμονής οι γυναίκες του κάθε σπιτιού αρχινούσαν να ανοίγουν τα φύλλα της βασιλόπιτας. Με αυγα,τυρί,και λίγδα έφτιαχναν τα μιλινούδια με λίπος και ζύμη μόνο. Έβαζαν μεσα τη βασιλόπιτα ένα νόμισμα,ένα κότσαλο(=κομμάτι άχυρο),ένα ξυλάκι,που συμβόλιζε το μαντρί). Τις πρώτες πρωινές ώρες του νέου χρόνου γυρνούσαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τα σούρταλα(=πρωτοχρονιάτικα κάλαντα)και οι νοικοκύρες τους έδιναν κρέατα,λεφτά και κανά σύκο. Συγχρόνως γυρνούσαν και οι γκαντζικες , ήταν πολλοί νέαροι που ντύνονταν με δέρματα ζώων , παλιά ρούχα,κουρέλια και κρεμούσαν κουδούνια γύρω τους και πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να τους δώσουν κρέατα και λεφτα. Οι νοικοκυραίοι προσπαθουσαν να τους αναγνωρίσουν ποίοι είναι. Όταν ξημέρωνε το πρωί της Πρωτοχρονιάς,τα μικρά παιδιά έκοβαν μια μεγάλη βέργα κρανιάς,που συμβόλιζε την υγεία,πήγαιναν με αυτήν στους παππούδες τους που ήταν στο κρεβάτι,τους βαρούσαν με τη βέργα κι ύστερα αυτοί έδιναν λεφτά. Ύστερα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία.Μια γυναίκα έμενε στο σπίτι για να ψήσει πίτες.Τις έβαζε στη γάστρα και τις έψηνε.Όταν γυρνούσαν κάθονταν όλοι γύρω γύρω κι ο πατέρας της οικογένειας σταύρωνε την πίτα,έκοβε κομμάτια για την εκκλησία,το σπίτι,τα χωράφια,τα μαντριά,το νοικοκύρη,τη νοικοκυρά κτλ. Όποιος τύχαινε το νόμισμα σήμαινε ότι θα γίνει πλούσιος,όποιος τύχαινε το κότσαλο σήμαινε ότι τα χωράφια του θα πήγαιναν καλά κι όποιος τύχαινε το μαντρί σήμαινε ότι θα είχε πολλά ζώα. Ύστερα,αφού έτρωγαν πήγαιναν όλοι μαζί στην πλατεία του χωριού για να χορέψουν. Στα Φώτα απ΄το προηγούμενο βράδυ έκαιγαν συνέχεια την φωτιά στο τζάκι. Ένας απ΄το σπίτι δεν κοιμόταν καθόλου και πρόσεχε την φωτιά μην σβήσει και κατέβουν τα καρκαντζέλια απ΄την καμινάδα. Το πρωί πήγαιναν όλοι στην εκκλησία κι από κεί όλο το χωριό μαζί στο ποτάμι .  Εκεί ο παπάς πετούσε το σταυρό και νουτούσαν τα αγόρια για να τον πίασουν. Ύστερα γυρνούσαν με τον σταυρό όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι και οι νοικοκυραίοι τους έδιναν λεφτά. Εκείνη την ημέρα πήγαιναν στην εκκλησία,τα ψωμιά που είχαν αφήσει στην εικόνα της Παναγίας τα Χριστουγέννα,τα βούτουσε στον αγιασμό κι ύστερα όταν γυρνούσαν σπίτι τα δίναν στα ζώα να τα φάν. Όλο το χωριό είχε το ίδιο φαγήτα,γκιουβέτσι με λουκάνικα χοιρινά. Έκαμναν και το μπάμπου. Αυτό ήταν ένα άντερο απ΄το γουρούνι που το γέμιζαν χοιρινό κρέας,πράσα και το μαγείρευαν με ρύζι. Αφού έτρωγαν όλοι πήγαιναν στην πλατεία του χωειού και χόρευαν. Στον Αϊ-Γιάννη μαζεύονταν οι άντρες στο καφενείο κι έβαζαν στοιχήματα με κρασί. Ο καθένας όριζε ότι θα κερνούσε κάποια κιλά κρασί όλους τους άλλους αν έπιαναν κι έριχναν στο ποτάμι έναν άλλο. Εκείνος τότε για να γλιτώσε έπρεπε να τους υποσχεθεί περισσότερα κιλά κρασί αν ρίξουν έναν άλλο. Αυτός ο άλλος έκανε το ίδιο(αν μπορούσε να το πληρώσει βέβαια)και σταματούσαν σε αυτόν που δεν μιλούσε γιατί δεν μπορούσε να κεράσει το κρασί. Αυτόν τον έπιαναν όλοι μάζι και τον πετούσαν στο ποτάμι κι ύστερα έπιναν όλοι μαζί και τον πετούσαν στο πόταμι κι ύστερα έπιναν το κράσι που κερνούσαν οι άλλοι. Εκείνη τη μέρα μαζεύονταν και στην πλατεία του χωριού και χόρευαν. Ο πεθερός έβγαζε μπροστά τη νύφη του,τη χόρευε και της δώριζε λεφτά. 

Στις 18 του Γενάρη γιόρταζαν του Αϊ-Θανάση. Ήταν ο Άγιος του χωριού,ο προστάτης του. Γίνοταν μια Επιτροπή και αγόραζε ένα μεγάλο ζώο,μια γελάδα συνήθως. Αυτή τη γελάδα τη γυρνούσαν γύρω γύρω απ΄την εκκλησία τα παιδιά και φώναζαν «Κύριε ελέησον,Κύριε ελέησον» ,ο παπάς το διάβαζε και χτυπούσαν οι καμπάνες. Ύστερα το έσφαζαν μπροστά στην εκκλησία και μαζευόταν όλο το χωριό για να μοιραστεί το κρέας. Ο καθένας έπαιρνε από ένα κομμάτι και μαγείρευε στο σπίτι του το καμπάνι. Αν το φαγητό ήταν το κρέας βραστό με κρεμμύδια. Κείνη τη μέρα γινόταν κι η περιφορά της εικόνας του Αϊ-Θανάση στο χωριό κι αργότερα χόρευαν στην πλατεία.

Γ.Απόκριες

Την ημέρα τις αποκριάς όλη μαγειρεύαμε πίτες κοτόπουλα,μεζέδες , κρέατα. Όταν νύχτωνε παίρναμε ένα μπουκάλι κράσι και πηγαίναμε στη γιαγιά,συγχωρνούμαστε και μαζευόταν εκεί όλα τα παιδιά και τα εγγόνια. Εκεί τρώγαμε και πίναμε , χορεύαμε και τραγουδούσαμε με τα γκάιντα συνήθως. Εκείνο το βράδυ ανάβουμε και μια φωτιά κι κάναμε τα τσακούρια-μπανούρια.Ηταν σατυρικό έθιμο . Πηδούσαμε πάνω απ΄τη φωτιά και καλυβώναμε τους χηρους. Οποιοι ήταν χήροι η χήρες λέγαμε ότι τους παντρεύαμε , για πλάκα. Το επόμενο πρωί,της Δευτέρας , ανάβαμε πάλι μια μεγάλη φωτιά και πηδούσαμε τα παιδιά από πάνω για να κάουν οι ψύλλοι. Από τη Δευτέρα αρχίζουν και τα τρίμερα. Ήταν μια νηστεία που τα παιδιά για τρείς μέρες δεν έτρωγαν ούτε έπιναν τίποτα,ούτε ψωμί ούτε νερό,ένω οι γριές , όταν χτυπούσε η καμπάνα το απόγευμα πήγαιναν στην εκκλησία κι έτρωγαν λίγο αντίδωρο. Την Τετάρτη το πρώι οι μάνες με τα παιδιά πήγαιναν στην εκκλησία για να μεταλάβουν τα παιδιά.Οι μάνες έκαναν κι έπαιρναν μαζί ψωμί και χουσάφι(=κομπόστα) με τζόρτζιλα,γκόρτσο ξερό,ζάχαρη και νερό. Αφού μεταλάμβαιναν τα παιδιά,τους έδιναν να φάνε λίγο να φάνε λίγο λίγο. Μετά άρχιζε η κανονική νηστεία της Σαρακοστής.

Δ.Πάσχα

Τη Μεγάλη Βδομάδα δε γινόταν τίποτα. Όπως σήμερα ετοιμάζαμε τον Επιτάφιο και γινόταν περιφορά. Τα αυγά τα βάφαμε το Σάββατο κόκκινα , άλλα άμα υπήρχε πένταθεος στο σπίτι,τα βάφαμε μαύρα και μπλέ. Κάνοντας άλλες ετοιμασίες,ετοίμαζαν ψωμιά με σουσάμι και με αυγό που τα λέγαν πασχαλιές και σφάζαν το αρνί. Τα Μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Το βράδυ μεταλάβαινε ο κόσμος και περίμενε μέχρι να απολύκει η εκκλησία κατά τις τέσσερεις η ώρα , το πρωί. Την Κυριακή μαγείρευαν γκιουβέτσι έψηναν λίγο αρνί,άλλα όχι στη σούβλα , και το τρώγαν. Η κουμπάρα πήγαινε στη νονά της μια πασχαλιά. Το βράδυ κατά τις δέκα πήγαιναν στην εκκλησία για τη δεύτερη Ανάσταση κι όταν τελείωνε χόρευαν στην πλατεία του χωριού. Τη Δευτερα το πρωί πηγαίνει όλο το χωριό στα μνήματα με αυγά και λίγο ψωμί. Ο παπάς πήγαινει από μνήμα σε μνήμα,διαβάζει τις ψυχές των πεθαμένων και οι συγγενείς αφήνουν στα μνήματα λίγα αυγά ή ψωμί. Τσουγκρίζουν και μεταξύ τους και ύστερα φεύγουν. Τρείς μέρες κρατάει το γλέντι και οι χοροί της Πακαλιάς.

Ε.Γιορτές της άνοιξης

Στις 2 Μαϊου γίνεται το πανηγύρι του Αϊ-Θανάση, οποίος γιορτάζει στις 18 Ιανουαρίου,άλλα τότε είναι χειμώνας κι έτσι το πανηγύρι γίνεται το Μάη. Για το πανηγύρι έσφαζαν αρνιά στα σπίτια τους κι έκαναν ετοιμασίες , έφτιαχναν και γιαούρτια. Τότε ερχόταν πολύς κόσμος από ξένα χωριά,συγγενείς και φίλοι των χωριανών κι αυτοί τους φιλοξενούσαν και τους φίλευαν απ΄τα φαγητά τους. Ερχόταν παλαιστές απ’τα γύρω χωριά,πάλευαν και ιντιούλ(=έπαθλο),που το ‘βαζε η εκκλησία ,ήταν πουκάμισα η κανλα αρνί. Οι σεκερτζήδες πουλούσαν σεκέρια(=καραμέλες)και φώναζαν «Σήμερα στο πανηγύρ κι αύριο στο μπαϊρ» Μετά γινόταν πάλι χορός.

Στ.Γιορτές του Φθινοπώρου

Τον Αϊ-Δημήτρη όλοι στο χωριό έσφαζαν ένα πρόβατο στην αυλή τους. Αν δεν είχαν πρόβατο,έσφαζαν κοτόπουλο. Αυτό το μαγείρευαν κομπάρι με λάχανο. Το έτρωγαν κι ύστερα η κουμπάρα πήγαινε ένα κομμάτι μπούτι στη νονά» 

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
224
Έτος καταγραφής
1997-98
Επώνυμο
Kαραμανίδης
Όνομα
Γιάννης