Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, ΒΑΛΤΟΥ
Το Δωδεκαήμερο
« Την παραμονή τα παλικάρια του χωριού ετοιμάζονται , για να πάν να πούν τα κάλαντα έβαζαν τα ρούχα τους , στόλιζαν τα καπέλα τους με λουλούδια,χώριζονταν πέντε πέντε άτομα κι αρχίνευαν να τραγουδάνε μόλις σκοτίνιαζε. Πρώτα πήγαιναν στο σπίτι του παπά , ύστερα στου προέδρυ και μετά στα άλλα. Πήγαιναν και στο σπίτι απ’το κορίτσι που αγαπούσαν. Οι νοικοκυρές πάλι εκείνη την μέρα έκαμναν ψωμί, ζύμωναν κολούρια, έκαμναν μπακλαβού, το καινταίφι, ύστερα βγήκε , ετοιμαζαν το τσεκούρι, τα μαχαίρια για την άλλην μέρα που θα σφάξουν το γουρούνι. Όταν έρχονταν τα καλικάρια να πούν τα κάλαντα τα έδιναν κουλούρια, τα κερνούσαν κρασί και μπακλαβού.
Kάλαντα
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ
«Χριστός γεννάται χαρά στον κόσμο , χαρά στον κόσμο στα παλικάρια. Σαράντα μέρες,σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε , παρακαλούσε τους Αγίους Αποστόλους τους Αρχαγγέλους. Κι οι Αϊ-Ποστόλοι μαμές γυρεύουν κι ώσπου να πάνε , κι ώσπου να ‘ρθούν η Παναγία μας ελευθερώνει, ξελευθερώνει μέσα στις πάνες μέσ’ τα λουλούδια μέσα στις πάνες μεσ’τα λουλούδια μέσα στις δάφνες τα κυπαρίσσια. Σαν ήλιος λάμπει , σαν νιό φεγγάρι , φέγγει κι αυτόναν τον νοικοκύρη μετά καλά του με τα παιδιά του με την χρυσή την νοικοκυρά του»
ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ (Αυτό το έλεγαν στο δρόμο όταν πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι)
«Απ’ αρχοντικό σπίτι βγαίνουμε σ’ αρχοντικό θα πάμε,θα πάμε στον αφέντη μας τον πολυχρονεμένο που’χει το σπίτι με το ψηλο παρμάκια και τις μεγάλες τις αυλές τις μαρμαροστρωμένες»
(Όταν πήγαιναν σε σπίτια με κορίτσια έλεγαν άλλα,όταν πήγαιναν σε σπίτια με αγόρια άλλα)
ΠΕΡΙΣΤΕΡΟΥΛΑ ΜΟΥ
Αγόρι: Ήρθα περιστερούλα μου,ήρθα στο μαχαλά σου κι ο μαχαλάς σου ξύπνησε και εσύ βαριά κοιμάσαι
Κορίτσι: Βαριά κοιμάμαι αφέντη μου βαριά κι αναστενάζω
Αγόρι: Σήκω άνοιξε την πόρτα σου την πόρτα σου εσύ την καρένια δύο λόγια έχω να σου πώ κι εκείνα ζαχαρένια
Κορίτσι: Έρχομαι αφέντη μου έρχομαι μπρός είς την πόρτα στέκω και πέστα , πέστα γρήγορα γιατί η βραδία περνάει.
ΚΟΡΗ
«Κόρη μικρή μικρούτσικια σπυρί μαργαριτάρι , κόρη μου στα πετρόγκελα σκοιρίτσια ακουμπισμένη φοράει γαλάζιο κι όμορφο συριωτικό ζωνάρι.
-Γώ το΄χω αυτό απ΄τη μάνα μου αυτό το αγουρό ζωνάρι,σκουλαρίκια λιγκιόχορτα στολίδια με το γράμμα .
Λυγίζει τη μεσίτσα της σαν λεμονιάς κλωνάρι και βάζει το χεράκι της στην άργυρη της τσέπη και βγάζει την κεσίτσα της την μεσοκαμπλασμένη
-Κι αν έχεις πέντε έχετα, τα δέκα μη λυπάσαι κι αν έχεις κίτρινο φλουρί μη μας βαρδοκαρδίζεις.
Κι απ την αυλή τον έριχνες και τρέμει σαν το ψάρι. Το ψάρι δίχως το νερό τι πλαίξιμο θα κάνει . Κόρη δίχως το αγούρο τι φταίξιμο θα κάνει φιλήσουν τα στεφάνια τοτς χαρσύμενη χαρά τους»
ΠΕΡΔΙΚΙΤΣΑ ΜΟΥ
«Περδικίτσα μου πλουμιστή, με εννέα κουδουνάκια, τα τρία λαλούν, το πρωί , τα τρία το μεσημέρι,τα τρία πάνε και έρχονται στην πόλη προξενεύσον. Το ένα πάει να βρεί κι τα σπαθιά τ’άλλο την ανδρεία του, το τρίτο το μικρότερα πάει να βρεί κι την φορεσιά του. Οποιος πάει να βρεί κι τα σπαθιά σχοινί να τον κρεμάσουν όποιος πάει να βρεί κι την ανδρεία έδω να μην πατήσει κι όποιος κι την φορεσιά αργλα έδω να φτάσει. Φιλήσουν τα στεφάνια τους χαρούμενη χαρά τους»
Τ΄ΑΡΧΟΝΤΗ ΓΙΟΣ
«Τ΄αρχόντη γιός , τ’ αρχόντη γιός , μικρός και κανακάρης κι η μάνα του τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει να πάει να μάθει τα γράμματα να μάθει το καλαμάρι
-Βρε γιέ μου που είναι τα γράμματα που είναι το καλαμάρι
-Τα γράμματα είναι στο χαρτί , το καλαμάρι στο σπίτι
Κι ο δάσκαλος τον έδερνε με την χρυσή την βέργα . Και η δασκαλιά τον έσκυζε με πέντε ξοδιαμόσκους. Μα αυτός ο νούς του διάβενε πέρα στις μαυρομάτες που’χουν το μάτι σαν ελιά,το φρύδι σαν γαϊτάνι , το πάνω το ματόφρυδο σαν σύρμα, σαν χρυσάφι και μείς τον ευγενίζουμε Χριστός να το φιλάει.»
O ΑΦΕΝΤΗΣ
«Και τι τραγούδι να πούμε να σαρέσει κι αυτός ο αφέντης. Αφέντη μ΄αφεντάκι μου, πέντε φορές αφέντη , αφέντη μου στην τάπλα σου χρυσή καντήλα φέγγει,αν βάλεις λάδι και κερί φέγγει την αρχοντιά σου κι αν βάλεις περισσότερο φέγγει την γειτονιά σου φέγγει κι τις αρχόντησες που γνέθουν το μετάξι , στους ουρανούς το διάζνται , στους κάμπους το τυλίγουν και κοσκινίζουν τα φλουριά και τερμονίζουν τ’ άστρα κι από τα κοσκινίδια τους κερνά τα παλικάρια.
-Κέρνα αφέντη μουυ κέρνα μας κι μας τα βραχιασμένα που’χουμε το μάτι σαν ελιά,το φρύδι σαν γαϊτάνι το πάνω το ματόφρυδος σαν σύρμα σαν χρυσάφι και μείς ε ευγενίζουμε Χριστός να σε φυλάει»
ΑΡΧΟΝΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ
«Αρχόντης με την αρχόντισσα στην σκάλα που ανεβαίνουν σε κάθε σκαλοπάτημα φιλάνε και ρωτάνε:
-Κόρη μ΄για δες τι όμορφη κόρη για δές τι άσπρη, κόρη μ΄ για δες τι όμορφη ξανθιά και μαυρομάτα;
-Αν θέλεις να’μια όμορφη , αν θές να’μια άσπρη , αν θές να’μια όμορφη ξανθιά και μαυρομάτα πάρε με τούρκικο γυαλί και φράγκικο καθρέπτη , για να γυροφεγγίζομαι να βλέπω τη ρασιά μου. Να τότε θα΄μια όμορφη , τα τότες θα΄μια όμορφη ξανθιά και μαυρομάτα φιλήσουν τα στεφάνια τους χαρούμενη χαρά τους»
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΡΩΤΟΥΓΕΝΝΑ
Χριστούγεννα , πρωτούγεννα , πρώτη γιορτή του χρόνου, πάψε Χριστός γεννήθηκε κι ο κόσμος δεν το νιώθει. Ο κόσμος και τα υπάρχοντα και ο βασιλιάς αετός μας τα δύο Βαγγέλια λειτουργούν και όλοι οι παπάδες ψέλνουν και ψέλνοντας, διαβάζοντας Χριστού δέντρο ήταν ο Χριστός τα φύλλα οι προφητάδες, προφήτευαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη , πως πιάσαν Εβραίοι το Χριστό και παν να τον σταυρώσουν. Τετάρτη σαν τον έπιασαν, Πέμπτη τον ερωτούσαν Παρασκευή σαν το ταχύ πάνε να τον σταυρώσουν. Το φαραό ανείγγελαν να κόψει τρία πιρσύνια κι αυτός ο ακατάραχτος πηγαίνει και κόβει πέντε , το δύο τα δύο στα όδια του, τ’άλλα τα δύο στα χέρια το πέμπτο φαρμακύτερο άγναντια στην καρδιά του τρέξει αίμα και χολή, να βγεί Χριστιανοσύνη. Και του Χριστού το αίμα τρέχει σαν σιγανό ποτάμι και η Παναγιά τον σκούπιζε μ’ένα χρυσό μαντήλι. Βουλές,βουλές,τον σκούπιζε,βουλές τον μοιρολογεί. Αχ, τον γιόκαμ τον καλό,τον γιοκαμα τον λεβέντη που’χει το στόμα το χρυσό,τη ζαχαρένια γλώσσα,που΄χει τη γλώσσα τη γλυκιά,τ’αγιασμένα λόγια»
ΕΥΧΗ🡪 ΝΤΟΥΒΑΣ
«Έχουμε τον Χριστό μας τον αφέντη σ’ ένα φαρύ γκιρί καθώς στην μέση φλουρί στην μέση φλουρί στην θέση πώς τιμούν τα παλικάρια Χρόνους Πολλούς καλούς.Πέστε παλικάρια. «Αμήν,αμήν»
(Μούσμουλα Φανή)
Χριστούγεννα
«Την μέρα των Χριστούγεννων πήγαιναμε πρωί,πρωί στην εκκλησία , επέρναμε κοινωνία και έλεγαν Χρόνια Πολλά. Άμα απολούσε ο παπάς την εκκλησία μαζεύομασταν όλοι συγγενείς σ’ ένα σπίτι κι έκοβαν το γουρούνι. Οι άντροι έκοβαν το γουρούν , το καθάριζαν, οι γυναίκες ετοίμαζαν τα φαγητά,τις σαλάτες να κάτσαν το μεσημέρι να φάνε να πιούνε όλοι μαζί. Την δεύτερη μέρα,ύστερα μαζεύονταν σ’άλλο σπίτι, την Τρίτη σ’άλλο. Αυτές τις μέρες έτσι τις περνούσαν. Το βράδυ ύστερα πήγαιναν στο χορό. Στην πλατεία και τις τρείς μέρες είχε χορό.
Μετά τα Χριστούγεννα ετοιμάζονταν για την Πρωτοχρονιά . Την παραονή ετοιμάζαν οι νοικοκυρές τα φαγητά και τα γλυκά. Έκαμναν τη βασιλόπιτα, τον πατσά κι έτρωγαν το τραπέζι τ’άφηναν στρωμένο, ο καινούργιος χρόνος έλεγαν να το βρεί γεμάτο , για να είναι μετά όλο το χρόνο έτσι. Την άλλη τη μέρα πήγαιναν στην εκκλησία το πρωί κι όταν γυρνούσαν,θυμιάτιζαν τα τραπέζι, έκαβαν την πίτα κι καρτερούσαν τα δούν ποίος , θα είαι τυχερός κι θα βρεί το φλουρί. Το πρώτο το κομμάτι που έκοβαν ήταν του Χριστού,τ’άλλο της Παναγίας τα άλλα για το σπίτι κι ύστερο έκοβαν για τα άτομα της οικογένειας. Οι νοικυρές έκεινη την μέρα δεν μαγείρευαν τίποτα,έτρωγαν ότι είχε μαγειρέψει την παραμονή.
Πρωτοχρονία
Τα παιδιά πάλι τον Αϊ-Βασίλη,έπερναν ένα κλαδί από το δέντρο κι το στόλιζαν με κλωστές, κόκκινες,γαλάζιες,πράσινες,κίτρινες άπ’όλα τα χρώματα,γυρνούσαν στα σπίτια και σουρβάτιζαν για το καλό του χρόνου και μάζευαν μπαξίσια,η λεφτά,φρούτα η καρύδια κ.α. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι κί έλεγαν:
«Σουρβά,σουρβά για χαρά για σταφύδα για παρά,σουρβά,όσες τρυπες στο ντριμπάνι τόσα τόσα αρνάκια μες τ’ αλώνι σουρβά , κόλιντρα,μόλιντρα τρείς χιλιάδες πρόβατα κι ‘άλλα τόσα γίδια,δώσε σε μας καρύδια σπάστα τα κεραμμύδια,δώσε μας μπαντέμια του παπά τα γένια.Σουρβά»
Φώτα
Τα φώτα την παραμονή γυρνούσε ο παπάς στα σπίτια για να φωτίσει. Ανήμερα των Φώτων πήγαιναν όλοι στην εκκλησία για ν’αγιαστούν και να πάρουν , να φέρουν αγιασμό στο σπίτι. Οι γυναίκες εκείνη τη μέρα έπαιρναν τα εικονίσματα απ’το σπίτι κι πήγαιναν να τα βρέξουν στη βρύση του χωριού. Τα παλικάρια πάλι μαζεύονταν κι γυρνούσαν στα σπίτια εκείνων που είχαν γίνει καινούργιοι γαμπροί και τους έβρεχαν. Μετά το βρέξιμο , οι γαμπροί τους έβαζαν μέσα και τους κερνούσαν. Τον Αϊ-Γίαννη πάλι γιόρταζαν οι άντροι μαζεύονταν στην πλατεία κι έκαμναν χορό. Εκείνη την μέρα έκαμναν οι άντροι ότι ήθελαν,ήταν όλη η μέρα δικιά τους.
(Μούσμουλα Φανή)
Γιορτές του Φεβρουαρίου
«Στις 8 του Γενάρη είχαν τη γιορτή της «μπάμπους». Τότε γιόρταζαν μόνο οι γυναίκες. Σηκώνονταν νωρίς, ετοίμαζαν ένα ματσάκι λουλούδια έπαιρναν σαπούνι κι μια πετσέτα κι πήγαινε κάθε γυναίκα στη δικιά της «μπαμπού» , τη μαμή. Το ματσάκι τα λουλούδια τα έβαζαν στο κεφάλι της. Όσες γυναίκες είχε , τόσα ματσάκαι είχε γύρω γύρω στο κεφάλι της η μάμη. Ύστερα κερνούσε η μάμη τις γυναίκες, είχε κι εκείνη ετοιμασία έφευγαν οι γυναίκες πήγαιναν στα σπίτια τους έπαιρναν το φαγητό,το κρασί,τα γλυκά της κι ότι είχε κάθεμια κι μαζεύονταν πάλι στο σπίτι της μάμης για να αρχίσουν το γλέντι. Ο μοναδικός ο άντρας που ήταν μαζί τους ήταν ο γκαιτατζης. Όλοι οι άλλοι, οι άντροι έμεναν στα σπίτια τους και έκαμναν τις δουλειές. Κοίταζαν τα παιδιά,μαγείρευαν,ότι έκαμνε η γυναίκα τις άλλες μέρες εκείνοι το έκαμναν οι άντροι. Γυναίκες πάλι έτρωγαν,έπιναν,χόρευαν μεθούσαν εκείνη τη μέρα μέχρι που θα βραδιάσει για να πάνε σπίτια τους έκαμναν ότι ήθελαν. Τη μπαμπού τη φύλαγαν να μην την κλέψουν οι άντροι που μαζεύονταν έξω όταν οι γυναίκες χόρευαν. Άμα την έκλεβαν ή την έπερναν το μαντήλι της έπρεπε για αντάλαγμα να δώσουν οι γυναίκες κρασί και να πάρουν πίσω ότι τις έκλεβαν»
(Μούσμουλα Φανή)
Απόκριες
Την Κυριακή των Αποκρεών έκαμναν τα παλικάρια στο χωριό τον Μπέη. Έντυναν ένα παλικάρι με γυναικεία ρούχα, παλιά τον έβαζαν και στο κεφάλι το σαρίκι με λουλούδια,στη μέση ένα ζωνάρι και τον έκαμναν «κοντίνο». Αυτός έπρεπε να είναι μπαμπάτσικος άντρος γεροδεμένος. Άλλα παλικάρια γίνονταν καλόγεροι έβαζαν κι εκείνοι γυναικεία ρούχα , μουντουζουναν μια βίτσα για να βάρουν αυτόν που θα προσπαθεί να πεδηκλώσει την «κοντίνο» . Έτσι μαζεύονταν καμία δεκαπέντε παληκάρια του χωριού και γυρνούσαν στα σπίτια έκαμναν σαματά στις αυλές έπερναν αυγά απ΄τα κοτέτσια ,χόρευαν κι άμα συναντούσανε κανένα κορίτσι, κοίταζαν να το φιλήσουν. Για αυτό τα κορίτσια τότες δεν έβγαιναν έξω, φυλάγονταν. Ύστερα μαζεύονταν όλοι στην πλατεία. Εκεί πήγαιναν κι οι χωριανοί. Έζευον δύο καλόγερους στο ζυγό κι η καντίνα από πίσω κι έκαμναν πως έσπερναν.Μετά τη σπορά θα οργώσουν , αλλά πηδηκλώσει κανένας και πάει στραβά η σπορά. Μόλις πήγαινε κανένας τουε να πειράξει με το καμτσίκι τον βαρούσαν .Άμα τελείωναν από κεί όλοι μαζί πήγαιναν απ το βασιλία. Ύστερα μαζεύονταν πάλι χωριανοί στην πλατεία μοίραζαν την πίτα για να βγάλουν άλλον βασιλιά. Εκείνος που τύχαινε το φλουρί τον αλεύρωναν κι την άλλη χρονιά αυτός θα έκανε τα έξοδα κι την πίτα. Μαζεύονταν όλοι στο τέλος σ’ένα μαγαζί κι γλεντούσαν . Έτρωγαν ότι είχαν μαζέψει απ΄τα σπίτια , αυγά , λουκάνικα ,κρέας , κουλούρια , κρασί κι τα τελείωναν όλα με το χορό στην πλατεία. Την άλλη Κυριακή μετά,πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Έκεινη τη μέρα έκαμναν τα «συγχωρεμένα» . Οι μικρότεροι ζητούσαν από τους μεγάλους συγχώρεση . Το βράδυ για να γελάσουμε,έβραζαμε αυγά τα εδέναμε με κλωστή κι προσπαθούσαμε να τα πίασουμε με το στόμα «να τα βουλώσουμε» ελέγαμε. Κάποιος το κουνούσε πέρα δώθε τ’αθγά με την κλωστή , κι προσπαθούσαμε να τα πίασουμε