Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ
Πρόλογος
Στη Θράκη στο Νομό Έβρου και στο Δήμο Τυχερού ανήκει σήμερα το χωριό Φυλάκιο. Είναι χτισμένο πάνω σε μια μικρή λοφοσιρά με υψόμετρο γύρω στα 20 μέτρα( από την επιφάνεια της θάλασσας) . Απέχει από την Αλεξανδρούπολη 48χλμ και 22χλμ. Από τις Φέρες. Όλοι οι σημερινοί κάτοικοι του Φυλακίου είναι Έλληνες πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Το μεγαλύτερο μέρος προήλθε από τούρκικης ονομασίας χωριό ΠΑΚΟΥΠ-ΝΠΕΗ. Ελληνικά το χωριό αυτό ονομάζεται ΣΙΤΑΡΙΑ. Γεωγραφικά ανήκε στην Επαρχία της Μικράς Γέφυρας (Ούζου Κιουρί)και σε απόσταση 12χλμ νοτιοδυτικά από την Κων/πολη. Ζούσανε στο χωριό περίπου 70 οικογένειες. Το δεύετρο μέρος των κατοίκων προήλθε από το γειτονικό χωριό Καβαλί με οικογένειες. Η εγκατάσταση υπολογίζεται να έγινε στα 1829-1830.Στο συγκεκριμένο χωριό ήλθαν με την ανταλλαγή πληθυσμών σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων.
Β.Έθιμα του Λαικού Εορτολογίου.
- «Θέλω να μου πείτε λίγα πράγματα για τα έθιμα του λαικού εορτολογίου. Ας αρχίσουμε με την σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα, τι γινόταν;»
«Την σαρακοστή, ε τι γινόταν, ερχόνταν μέρα, εβγαίναμε έξω χορέυαμε , έλεγαν τραγούδια, ύστερα σαρακόστευαν. Πόσο του μήνος είναι για του Αγίου Φιλίππου.Ο Φίλιππας, στο χωράφι απόκρυβε,, έλεγαν»
«Τις Απόκριες , τι γινόταν;»
Τις Απόκριες , απόκρυβαν και δευαρταίνονταν. Όλη τη Σαρακοστή τότε πίστευαν στη Σαρακοστή και δευαρταίνονταν μέχρι που ερχόταν τα Χριστούγεννα. Χαρά μεγάλη , θα’ρχοταν τα Χριστούγεννα, θα’ρχοταν τα κάλαντα, τα κάλιντα που το λέμε μείς, θα γυρνούσαν τα παιδιά, θα έσφαζαν τα γουρούνια και κείνη την μέρα, θα γυρνούσαν τα παιδιά, οι γιαγιάδες θα’έψηναν κουλουράδες τέτοιες κουλούρια, κείνη την ώρα τα ζύμωνα και τα’ψηναν στη μασίνα. Θα ‘έρχοταν τα παίδια, τραγουδούσαν , η καλαμπόκια θα έδιναν , αμύγδαλα , καρύδια αυτά γίνονταν Παραμονή Χριστουγέννων που’λέγαν τα κάλαντα. Οι μπαμπάδες μας έσφαζαν τα γουρούνια, μαζεύονταν δυο τρείς, και παραπαν γιατί είχαμε μεγάλα γουρούνια,διακόσια κιλά, ολόκληρο βόδ’ . Τα σφαζαν,τα γδερναν, οι άντροι έβγαζαν τα συκώτια, τα τηγάνιζαν , τρωγαν με ουζάκι, κράσακι γιατί πάντα χιόνια έσφαζαν τα γουρούνια. Και τα Χριστούγεννα , τα περίμεναν, χτυπούσε η καμπάνα και πήγαιναν στην εκκλησία,μεταλαβαίναν και μετά έτρωγαν την μπαμπού,μπριζόλες , να φαγητά απ’όλα»
«Για τη Σαρακοστή του Πάσχα,για το Πάσχα και μετά το Πάσχα τι έχετε να μου πείτε;»
Για την Σαρακοστή του Πάσχα θα ερχόταν, κρατούσαν πάλι,νήστευαν. Μια εβδομάδα , η πρώτη είναι της Τυρινής, αποκρύβαν μοα βδομάδα κι έτρωγαν μόνο τυρί. Απόκρυβαν τα κρέατα. Δύο μήνες δεν άρταινταν καθόλου τίποτα. Ε, ύστερα έκαμναν τις αγρυπνίες . Την Σαρακοστή αφού απόκρυβαν , κρατούσαν όμως πολλοί τρείς μέρες κείνος που ήθελε δεν έτρωγαν τίποτα.Ούτε νερό, πήγαινανε η κοπέλα , η γιαγιά όποια κρατούσε αυτό το τριήμερο, τρείς μέρες δεν έτρωγε τίποτα, πήγαινε στην εκκλησία , μεταλάμβανε κι η μαμά στο σπίτι θα μαγείρευε, θα μαγείρευε φασόλια ή λαλαγγίτες και καλούσαν και μερικές γειτόνισσες και παραβρεθούνν , να φάν και στον άλλο τον κόσμο όταν θα πάν , να μαρτυράν πως κράτησε η Κική τριήμερο. Το Πάσχα ύστερα άρχιζαν αγρυπνίες . Έκαναν τις αγρυπνίες πήγαινε ο κόσμος όλος , τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ύστερα το Πάσχα , ώρα έντεκα όπως τώρα, χτυπούσε καμπάνα, μάζευονταν κόσμος, έκαναν το Χριστός Ανέστη, μεταλάμβανε κόσμος , γυρνούσαν στο σπίτι έφτιαχναν τις μαγειρίτσες, έφτιαχναν τα φαγητά. Α, στη Δεύτερη Ανάσταση, θα πήγαιναν ανήμερα το Πάσχα , χτυπάει η καμπάνα κατά τις δέκα,έντεκα ώρα, βγαίνει η Ανάσταση έξω και γυρίζ’ στο χωριό. Ναι, γυρίζ’ όλο το χωριό. Όσες γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία , πηήγαιναν δύο αυγά και μια πασχαλίτσα , μια κουλούρα. Ε, όταν σχολούσε η εκκλησία έβγαιναν από έξω και όταν ‘βγαζαν τον Χριστό η κάθεμια πήγαινε ότι ήθελε. Άλλη πετσέτα , άλλη πήγαινε μαλλί ε, καθένας ότι ευχαρίστηση είχε τα πήγαιναν στο Χριστό. Αυτό γίνοταν Μ.Πέμπτη με Μ.Παρασκεύη . Και ‘κείνη την ημέρα Δεύτερη Ανάσταση έβγαιναν έξω από την εκκλησία και ‘βγαζαν στη δημοπρασία το χαρέστι, το λέγαμε μείς. Το ‘παιρνε τώρα , απ’ την επιτροπή που ήταν αυτοί, κάποιος ένα είδος απ’αυτό που χαν πάει οι γυναίκες την Μ.Πέμπτη ή την Μ.Παρασκευή κι έλεγε πχ.αυτή η πιτσέτα,5 δραχμές , το χτυπούσε η άλλη 10 δραχμές όχι, 10 δεν ήταν γιατό τότε τόσα λεφτά δεν υπήρχαν, αυτός θα έλεγε δυο δραχμές άλλος θα ‘λεγε τρείς άλλος πέντε και σε όποιον σταματούσε το παίρνε. Μετά έβγαζε άλλο , κανένα κεντημένο, κανένα να μαλλιά, απ’ όλα πήγαιναν πουκάμισα , πανί για πουκάμισα ε, τα βγαζε αυτός από την επιτροπή και φώναζε –χαρέτσ’ δύο δραχμές- χτυπούσε άλλος απ’την κυρατσούδα , τέσσερις δραχμές-απ’ την Κική πέντε δραχμές-θα έλεγες σύ-άμα άλλος δεν απαντούσε θα έμενε σε σένα που έδωσες τα πιο πολλά. Θα το έπαιρνες ύστερα με τόσα λεφτά. Έ, ύστερα στην πλατεία είναι η εκκλησία και κει ύστερα στρώνονταν στο χορό έναν όλη μέρα. Ναι, χόρευαν πολύ όλος ο κόσμος ύστερα, άντρε,γυναίκες μαζεύονταν και χόρευαν, τώρα έχουν κάνει πάρκο εκεί. Μαζεύονταν όπως ήταν ανοιχτό όλο δύο τρείς γύροι , χορός μέχρι που σκοτείνιαζε.
«Μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή είχατε άλλα έθιμα;»
«Δεν θυμάμαι να είχαμε άλλα έθιματα αυτά ήταν»
«Το καλοκαίρι τι γιορτές είχατε;»
«Να αυτές τις γιορτές που γιορτάζουν τώρα, αυτές τις γιορτές είχαμε και τότε, δεν είχαμε άλλες γιορτές»
Τσερκέζη Αναστασία