Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

 

Έθιμα του λαικού εορτολογίου.

« Στις 17 Ιουλίου γίνεται η πανηγύρις. Καθ΄αυτού η πανηγύρις είναι τετραήμερη, επαργυπουση , τετραημερούση. Αλλά ακριβώς το πανηγύρι που ΄ρχεταί πάρα πολύ κόσμος περίπου στις 30 χιλιάδες κόμος, να μη πώ ότι πειρνάν περισσότεροι , σίγουρα περνάν περισσότεροι. Έρχονται από το βράδυ εδώ στη πλατεία όλο το μέρος όσο βλέπεις ανοιχτό είναι γεμάτο, δεν έχεις να πατώνεις τόπο , που μένουν το βράδυ έξω. Γίνεται έεσπερινος, το βράδυ κάνουμε λειτουργία , έγω του κάνω ΄ς πούμε ολονύχτια , μέχρι το πρωί , δεν κοιμάμαι καθόλου, διαβάζω στους αρρώστους που ΄ρχονται ας πούμε. Τους διαβάζουμε και το πρωί γίνεται η κύρια λειτουργία. Το βράδυ πάλι κάνουμε εσπερινό. Πάλι έρχεται κόσμος γιατί είναι ανύμερα η μέρα της και από κει και πέρα αυτό το πανηγύρι συνεχίζεται , δώ και μια βδουμάδα μετά συνέχεα αυτοί που δεν έχουν έρθει έρχονται καθημερινώς. Έχουμε και τους μωαμεθανούς έδω πάνω πολλούς που΄ρχονται και κάθε μέρα τώρα και μέτα το πανηγύρι έρχονται έδω από τα χωράφια ομάδες ομάδες. Και αυτοί πιστέυουν πάρα πολύ στην Αγία. Αυτοί , οι Οθωμανοί πιστέουν στον Αγιο Γεώργιο και στην Αγία Μαρίνα. Γιατί αυτή η εικόνα έκαμη θάυματα και μες στην Τουρκία. Στήνονται και τα παιχνίδια αυτά έρχονται από την παραμονή. Βέβαια πιο μπροστά έρχονται και πιάνουν το μέρος που΄χουνι να στήσουν πανηγύρι και την άλλη μέρα. Έρχονται πάρα πολλοί έδω κάτω στα πλάτανια κατέβαινουνι, πολλοί άνθρωποι αυτοί οι μικροπωλητές και τελειώνει το πανηγύρι εκεί»           Σταύρος Κατσιπτσακης

 

                                    Γιορτή Αγίου Αθανάσιου Κουμπάνι 

«Τα παλιά που αρχίνισα και γιορτάζαν τον Αϊ- Θανάση παραδι και θυιάζουνε το ζώο αυτό που κουμπάνι. Κουρμπάνι είναι να το σφαξ , το θυσιάζ το ζώο . Έπεσεν μιαν αρρώστια παλιά στα μικρά παιδιά και πεθάνανε παράδειγματι. Τώρα κι αρρώστια,και τάξανε εκείνη την ημέρα του Αϊ Θανασιου, κάνανε θυσία παλι΄, πολύ παλιά οι Μαϊστριανοι. Δηλαδή απ΄το χωριό αυτό κάνανε θυσία στον Αϊ Θανάσιο ένα ζώο και από τότες που κάναν τη θυσία σταμάτησε η αρρώστια να πεθαίνουν τα παιδιά. Και από τότις κάθε χρόνο , έχει χρόνια πολλά τώρα που γίνεται, έκατό , διακόσια χρόνια συνεχίζεται αυτό το έθιμο. Το έθιμο γίνεται και σε άλλα χωριά σ΄άλλα χωριά, διαφορετικά , για το χωριό μας είναι αυτό. Παίρνουν το  ζώο , το θυσιάζουνε , μαζεύουνε σιταρικά , τώρα μαζεύουνε παράδες. Κάνουνε άρτους στην εκκλησία για να διαβάσουνε τους άρτους στην εκκλησια για να διαβάζουνε και ύστερα κατεβαίνουν εδώ κάτω κκαι γίνεται ένα μικρό γλέντι του Άι- Θανασίου δηλαδή. Στην πλατεία , γινότανε και η θυσία του ζώου, στην πλατεία γίνεται και ύστερα από εκείνα τα χρόνια βάζαν τα καζάνια και τρέχαν τα παιδιά παίρναν ένα πιάτο και σ’έβαζε σένα τη μερίδα σου, το κρέας και το πλιγούρ, πλιγούρ και κρέας βραστό. Πλιγούρ είναι το αλεσμένο σιτάρ και τώρα τα ίδια. Όσοι πληρώσουνε του δίνουν πλιγούρ και ένα κομμάτι κρέας. Αλλά αν πάς εκεί στο γλέντι σε κερνάρε κρασί ,λουκούμια σου δίνουνε εκεί και τρώς , κάθε χρόνο την ίδια μέρα. Τα παλιά τα χρόνια το ζώο το πλήρωναν και το παίρναν και το σφάζανε, το είχαμε για έθιμο καλό , μες στο σπίτι κει , στην αυλή , στο σπίτι μερικόι το σφάζαν. Το πληρώνανε , το ΄χανε τάμα και το παίρνε όποιος ήθελε για καλό και το σφαζέ μές στο σπίτι του . Ύστερα το βράζουν στην πλατεία. Όποιος ήθελε να το πάρει συννενοέτανε και του το δίνανε. Ύστερα δίνανε στον άλλονα και το παίρνανε. Και τώρα έτσι είναι ακόμα. Και ακόμα το΄χουνε για καλό. Πλήρωνες και το παιρνέ ο κάθι΄ένας και το σφαζ σπίτι του, στην αυλη του το ζώο, έτσι το΄χουνε ακόμα. Κ΄ ύστερα πηγαίνουνε όλα τα παιδιά , οι μεγάλοι και παίρνουνε αίμα και κάνουν στην πόρτα ένα σταυρό για να μας βοηθάει. Συνήθως σφάζουνε  μοσχάρι και τα παλιά τα χρόνια . Τα παλιά τα χρόνια κατεβαίνανε ένα ζώο μόνο του και  το σφάζανε , απ’ το βουνό. Μές στη πλατεία εκεί που γινότανε που το σφάζανε, συνέχεια κάθε χρόνο την ίδια μέρα κατεβαίνανε από το βουνό και πηγαίνανε εκεί στο μέρος και βάζε το κεφάλι του και το σφάζανε. Οι παλιοί το λένε , οι παλιοί όλοι. Εγώ δεν το είδα, το ακούω όμως. Το ζώο ερχότανε γιατί ήταν έκ θεού. Το ‘στελνε ο θεός , που ήτανε έκ θεού.Το έστελνε ο θεός  που πιστέυαμε τόσο πολύ κ’τανε θαύμα αυτό. Στη πλατεία μαζευότανε όλοι και διασκεδάζανε , χορέυανε. Είχε και βιολιά τίποτα άλλο, ένα βιολί αν είχε κανείς ή με το στόμα τραγουδούσαν και χορεύανε το βράδ χορεύανε συνέχεια. Το ζώο το σφάζανε την πρώτη ήμερα το σφάζανε, το πρωί κι ύστερα μέχρι το βράδ το βράζανε κι όλη νύχτα. Και την άλλη την ημέρα τρώγανε και κερνούσανε»

                                                                                                             (Γεώργιος Καζάκος)

                                                        Το κουρμπάνι

«Του Αγίου Αθανασίου είναι η πραγματικότητα αυτή τώρα βέβαια το κουρμπάνι είναι λέξη τούρκικη. Όταν κάνουν μια θυσία αυτοί το λέν κουρμπάν. Είναι τούρκικη λέξη άλλα έμπασα πειητούσαν επειδή είμασταν τόσα χρόνια και μείς υποδουλουμένοι εκεί, υποδουλομένοι στην Τουρκία τα μάθαμε αυτά και έχει γίνει κάποια σύγχυση από δώ , μερικούς δικούς μας άς πούμε και παλιά τον μητροπολίτη κτλ ότι είναι ειδωλολατρικό στην ουσία. Στην ουσία , όπως το’ χω μάθει και έγω από ανθρώπους άς πούμε , δεν είναι θυσία ακρίβως είναι ευχάριστα. Δίοτι στην Αίνο πάλι , του Αγίου Αθανασίου στην Αίνο ήρθε κάποια αρρώστια και ψοφούσαν τα ζώα τους και οι άνθρωποι λίγο αρρώσταιναν άς πούμε ειδικά όμως τα ζώα . Πήγαν στην εκκλησία και κεί ακριβώς άς πούμε έιπε πάλι η ειρήνη αυτή λέει ότι θα κάνουμε μια θυσία Αγίου Αθανασίου μια γιορτή , όπως είχαμε το Πάσχα για αυτό λέει σε μερικούς ειδαλωλατρικό. Δεν είναι όμως έτσι είναι ευχαριστία γιατί είναι η ανάσταση είναι ένα γεγονός που και σώθηκε και ο κόσμος από κεί κρατίεται η ορθοδοξία. Λοιπόν, κ’ αυτή κείνη την ημέρα άς πούμε θεώρησε του Αγίου Αθανασίου να κάνουμε ένα πανηγύρι όλοι να προσευχηθούν στην εκκλησία να κάνουν το μυστήριο της εκκλησίας και μετά να σφάξουν το ζώο , να καθήσουν άπ’ έξω όλοι και να πάρουν κάθε ένας στο σπίτι του για ευλογία και από κεί και πέρα ας πούμε το κάναν κάθε χρόνο και σιγά σιγά σταμάτησε η αρρώστια και από κει τώρα οι άνθρωποι το συνεχίζουν αν είναι δύσκολο σήμερα αυτές άς πούμε οι γιορτές , γιατί και ζώα είναι λίγο δύσκολο και η πόλη, μεγάλη, μοντέρνεψε άς πύμε έτσι. Τελικά όμως το συνεχίζουν οι άνθρωποι, τους βοηθάν και ΄γώ πάρα πολύ γιατί είναι ένα καλό δεύετρο πανηγύρ να το πώ για το χωριό. Είναι εύκολο για το χωριό και οχί όπως λένε πολλοί ειδωλολατρικό. Αυτό είναι λάθος. Το ειδωλολατρικό είναι λάθος εκατό του εκατού.» 

                                                                                  (Σταύρος Κατσιπτσάκης)

   

                                                     Άλλες γιορτές

« Η μοναδική μετά που’ναι μία γιορτή που γίνεται σ’όλες τις εκκλησίες είναι του Αγίου Φαναρίου που φέρνουν φανουρόπιτες πάρα πολλές. Αυτές σ’ όλες τις εκκλησίες όμως σήμερα. Της Παναγίας εμείς , παρ’όλο που δεν έχουμε δώ στο όνομα της εκκλησίας της Παναγίας , αλλά έρχονται πάρα πολλά και κοιμούνται πάλι δώ , άλλα άλλο ιδιαίτερο έτσι πανηγύρι δεν έχουμε» 

                                                                                      (Στάυρος Κατσιππτσάκης)

« Κείνα τα χρόνια αυτοί που γιόρταζανε συνέχεις όλους τους πήγαιναν και γλεντούσανε. Δεν κάνανε τίποτας να πάνε δώρα. Πήγαινες μονάχα , είχανε κεράσματα και κερνούσαν κουραμπιέδες, κουφέτα και τα παλικάρια πέντε , δέκα μαζί μια παρέα. Ποιος γιορτάζει παραδείγματι; Γιορτάζει του Αϊ Γιωργίου. Έρχοτανε σε μένα πέντε, δέκα άτομα, τους κέρνουσαμε, και τραγουδούσαν αυτοί , «σ’αυτό το σπίτι που’ήρθαν με πέτρα να μη ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει» και τους κερνούσε ο νοικοκύρης πιοτά, ούζα , κονιάκι, μέντα ότι να’ναι . Έφευγε η παρέα έρχοτανε άλλη παρέα πάλι» 

                                                                                                     (Γεώργιος Καζάκος)

 

                                                           Απόκριες

«Είχαμε και απόκριες πολύ. Καρναβάλια γινόμασταν πάρα πολύ και γυρίζαμε στα σπίτια όλοι με την σειρά. Σε ένα χωριό παραδείγματι έκατο σπίτια , θα γινότανε ένα γλέντι σε δέκα σπίτια, δεκαπέντε σπίτια, μπορεί και είκοσι σπίτια , γινότανε ένα πάρτυ. Μαζευότανε κόσμος και γυρνούσανε τα καρναβάλια. Πήγαινανε ποτέ στο δικό μου το σπίτι , πότε στ’ άλλουνού, εκεί που’τανε συγκετρωμένοι και τραγουδούσανε με τα στόματα τραγούδια αυτά. Ήμασταν σκεπασμένοι με τα σεντόνια με τ’αυτά. Είχα ένα πάπλωμα’γω καινούργιο, το ‘παιρνα, το ‘βαζα πάνω ΄έτς, σκεπαζόμουνα και πήγαινα. Δεν ντυνόμασταν όπως γίνεται τώρα . Με κουβέρτες , με παπλώματα , με τα πάντα, με αρχαία ρούχα, πουτουντούρια , κατάλαβες τέτοια πράγματα. Εκείνοι που βγαίνουνε τη μέρα, βάψανε το πρόσωπο με μουτζούρια. Άλλος έβαζε μουτζούρα απ’ το τηγάνι, από τις σόμπες έπαιρναν μουτζούρες και βάζανε και γίνοτανε τενεκετζήδες, χτυπούσαν τενεκέδες» 

                                                                                                (Γεώργιος Καζάκος)

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
136
Έτος καταγραφής
1996-97
Επώνυμο
Ιατρούδης
Όνομα
Αθανάσιος