Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

 

                                          Πνευματικός Βίος 

Α. Θρησκεία (λαϊκή πίστη και λατρεία)

΄΄ Τότι, πιδίμ’, κοσμάκης όλους πίστιβι πουλύ κι στου θείο κι στου Χριστό κι στην Παναγιά. Πίστιβαμι αυτά που ίλεγαν τα βιβλία , μα τώρα κόσμους δεν πιστέβ(ει), τ΄χάλασαν τ΄ θρησκεία παπάδες. Μείς του θείο τουν φουβούμασταν , κακό δεν ήθηλαμι να κάνουμι στουν άλλουν. Ούτι κουτσουμπόλιβουμι κανέναν , φουβούμασταν θειός να μη μας τιμουρήσ(ει)

Πεχλιβανίδης Μιχάλης

Πεχλιβανίδου Μαρία

Β. Έθιμα του λαϊκου εορτολογίου.

Τα Χριστουγέννα τα γιόρταζαμι πουλύ. Απού μέρες νοικουκυρές αρχίζαμε να καθαρίζουμε τα σπίτια, ασβέστουναμι, σκουπίζαμι , έπλυναμι. Έφκιαναμι τα γλυκά μας που ήταν μπακλαβάς κι γλυκόπτις κι καρτιρούσαμι την παραμόνη για να σφάξουμι τα γρούνια για να φάμι κρέας , γιατί τότι μεις κρατούσαμι όλ(η) τ΄Σαρακουστή. Την παραμονή τα Χριστούγεννα , χαράματα τα παλικάρια διακρναν(γυρνούσαν) στα κάλαντα. Για του προυϊ εσφάζαμε τα γρούνια. Όλα τα σπίτια έκαμναν τι έκαμναν είχαν του γρουν(ι) τα για τα Χριστούγεννα . Νοικοκυρές καταπιάνουνταν όλ(η) μέρα να φκιάνουν πασιουρτές , να βράσουν τουν παστιά , γιόμζαν κι τ΄μπάμπου να είνι έτοιμη για τ΄ν άλλη τ΄ μέρα. Την Παραμουνή το βράδ(υ) του ΄χαμι αντέτ(ι)(=συνήθεια) να βάζουν ενιά φαϊά στου τραπέζ(ι) κι καθούμασταν όλ(οι) γύρου-γύρου κι έτρουγαμι. Τα φαϊά που έβαζαμι ήταν τουρσί , φασούλια , καλαμπούκια βρασμένα , ριζόπιτα, πουλές φουρές κι καρπούζ(ι) που του φούλαγαμι απ΄του καλουκαίρ(ι). Την άλλ(η) τ΄μέρα όλ(οι) παϊναμι στην εκκλησία. Πουλύ προυϊ βαρνούσε τότι καμπάνα , αφού όταν σκουλνούσι εκκλησιά κι παϊναμι σπίτ΄σκουτίδα ήταν κόμα. Έστρουναμι του σουφρά κι έτρουγαμι τ΄μπάμπου. Κι αφού έτρουγαμι , ολοί μάζι παϊναμε στην πλατεία απ΄γίνουνταν τρανός χουράς ως που νύχτουνει. Είτι κρύου είχι είτι βρουχή τέτχις τράνες γιουρτές μεις ήμασταν στην πλατεία κι χόριβαμι. 

Την παραμουνή την Προυτουχρουνιά διάρναν τα πιδούδια σ΄όλου του χουριό κι τραγουδούσαν κι νοικοκυρές τα δούναν αυτού ένα κουμάτ’ παστό. Για την άλλη τ΄μέρα τουν Α-Βασίλη μεις το λίγαμι ότι έπρεπε να έχ(ει) κρύου, χιόνι για να είνι γιρός κόσμους όλη τ΄χρουνιά, γιατί άμα είχι καλή μέρα δε θα είχι γυρουσύνη. Του ίδιου έλιγαμι κι για τα Φώτα. Σταυρός έπριπι να είνι παγουμένους κείν(η) τ΄μέρα. 

Την παραμουνή τα Φώτα γυρίζει παπάς μ΄ένα γαϊδούρ’ . Είχι μαζί τ’ κι ένα αγαρούδ(ι) που κρατούσι ένα δισάκ(ι) απ΄μάζιβι αλεύρ(ι) κι σι κάθι σπίτ(ι) που παϊνει τουν έδουναν κι απού μια κλούρα λουκάνικου. 

Τουν αϊ- Θανάση έφκιαναμι του κουρμπάνι . Έδινει όλου του χουριό δραχμές κι αγόραζαν δύο-τρία κότσια(=κριάρια). Άναβαν φουτιά στ΄μέση στην πλατέα κι τα ψήναν . Κι παϊνει αυτού κάθι σπίτ΄ένα άτουμου μι του πιάτου κι τουν έδουναν όσα άτουμα είχι στου σπίτ’ τόσις μέρις(=μερίδες).

Την Υπαπαντή έφκιαναν καμπόσες νοικοκυρές άρτου κι τουν παϊναν στην εκκλησία. Τουν διάβαζε πάπας κι καντηλανάφες το κουβι κουμάτια κι του μοίραζι σ΄όλα τα σπίτια για να βάλουν στου γιαρμά κι να ταϊσουν τα γιαλάδια, τα πρόβατα να είνι γερά. 

Τουν αϊ- Τρύφουνα παϊναμι κι έκουβαμι τρείς Βέργις απ΄τ΄αμπέλ(ι) κι σι τρείς γουνίειες στου χουράφ(ι) έτρεχαν μι αγιασμό που τουν έπιρναμι απ΄τα Φώτα. Αυτό το κάμναμι για να έχουμι καλό μπιρικέτι(=παραγωγή)

Τουν αϊ- Συμιώνη πάλι του χάμι πουλύ για τς έγκυες. Κείν(η) τ΄μέρα δεν έκουβαμι ούτι έραβάμι για να μη γηνθεί σμαδιακό. Τις μικρές τις Αποκριές ντύνουνταν καρναβάλια κι διάιρναν σι όλου του χουριό κι μι τ΄ς  δραχμές που μάζιβαν αγόραζαν κράσι για τ΄ς τράνες Άπουκριές. Τότι γίνουνταν του τράνο του γλέντ(ι) μι τα νταούλια κι μι τ΄ς ζουρνάδες. Μάνις που είχαν τα παλικάρια τ΄ς αρραβουνιασμένα παϊναν τ΄ς νυφούδες χαλβά , ψάρια καμιά κότα γεμιστά κι κανά ζιβγάρ(ι) παντόφλες . Του βράδ(υ) που γίνουνταν του γλέντ(ι) παϊναν αρραβουνιασμένης έπιρναν του χουρό κι όλου του σόι αραδιάζουνταν κι τ΄ς κιρνούσαν, άλλους καμιά δραχμή , άλλους γκιρντάν(ι) χάντρις, κουκαλάκια. Του Λαζάρου διαίρναν μόν τα κουρίτσια κι τραγουδούσαν «Σήκου Λάζαρε και μην κοιμάσαι» κι μάζουναν αβγά.Τα Βαϊού πάλι ήταν τρανή γιορτή. Μικροί τρανοί άλλαζαμι, έβαζαμι τα καλά μας κι πάϊναμι, στην εκκλησιά . Όταν τειλίουνι λειτουργία , μοίραζαμι παπάς τα βάϊα. Οποιανού κλουνάρ(ι) είχι παραπάνω σπόρια τουν έλιγαν ότι φέτος θα έχει καλό σάμι. Αλλού πάλι που είχι μον φύλλ έλιγαν ότι αυτός δε θα βγάλει τίπουτα. Τ΄Μεγαλουβδόμαδα κάθι βράδ(υ) όλις γυναίκες πάϊναν στην εκκλησί. Τα δώδικ Ευαγγέλι του βράδ(υ) όταν τειλίουνει παπάς κι έφυβγει κόσμους κάθουνταν καμιά δέκα-δικαπέντι γυναίκις κι στόλιζαν τουν Επιτιτάφιου . Κι ως του προυϊ κάθουνταν κι τραγουδούσαν . Τ’ Μεγάλη την Παρασκιβή του προυϊ έκαμνι παπάς τ΄λειτουργία κι αφού τειλίουνι γιρνούσι κόσμους να παέν(ει) στουν Επιτάγιου, μάνις μι τα παιδία τις , γιαγιάδις μι τ΄αυγγόνια τ΄ς για να πιράσουν κάτου απ’ τουν. Επιτάφιο τρείς φουρές γιατί του΄χαμι για γερουσύνη. Κείν(η) τ΄μέρα που Χριστός τυραννιόυνταν δεν πάϊνει κανένας στη δλιά. Του Μεγάλου Σαββάτου του προύϊ εβαφάμι τα κόκκινα αυγά κι έσφαζαμι τ΄αρνί. Για του βράδυ πάϊναμι στην Ανάσταση , έπιρναμι του κινούργιο φώς για να ανάψομε την καντήλα που την άφιναμι να καίσι ως του προυϊ . Γυρνώντας σπίτι χαλνούσαμι τ΄Σαρακουστή , έτρουγαμι σούπα, τσουγκρίζαμι αυγά. Την Πασχαλία τ΄μέρα ετρουγάμι ψυμένα κουψίδια , χόριβαμι κι γλιντούσαμι όλη την μέρα. 

Γκιουρίδου Αγγελίνα

Μπιδικούδη Γραμματία

Ριζούδη Ρόϊδου

Δημοτικά Τραγούδια

 

Μι βλέπιτι πως κάθουμι 

Σαν ξένους στου μπαϊρι. 

Όσοι διαβάτοι κι αν πιρνάν (δις)

Μι λέν ντέρτι δεν έχου 

Γώ έχου ντέρτι στην καρδιά μ΄(δις)

κι ζάλη στου κιφάλι μ΄

Δίνου τα χείλια στου κράσι (δις)

Τρακόσια στου πιχνίδι 

Δίνου κι τρείς κι τέσσερις(δις) 

σι μια ντελμπιφιργάδα

Να στέκετι να μας κιρνάει (δις)

να τραγουδεί να πίνω 

κι απ΄του πουλύ του κέρασμα (δις) 

κι απ΄α πουλά τραγούδια 

του χέρι της κουνήθηκε (δις)

ξέγιρει του πουτήρι. 

Κι ούτι σι πέτρα βάρισι (δις)

Κι ούτι σι γής κλουνάρι

Εικί που πάει κι βάρισει (δις)

τ΄αφέντη τσου του γόνα 

Κι αφέντη τσου την κάϊκιουσι (δις) 

Κι θέλει να την πουλήσει 

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
89
Έτος καταγραφής
1995-96
Επώνυμο
Πεκλιβανίδου
Όνομα
Ευαγγελία