Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΣΥΚΟΡΡΑΧΗΣ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Είχα λιωθεί στα γέλια. Τάματα κάναμε, έταζε ο καθένας ότι είχε. Αν ήταν για την υγέια του, έταζε μια λαμπάδα μέχρι το μποϊο του, αν δεν είχε λαμπάδα έδινε λεφτά ή άμα ήταν πολύ, έκανε αγιασμό στο σπίτ΄ , ευχέλαια. Ακόμη λέγανε ότι αν κάνει κάποιους κάπανο κακό ο δαίμονας τον σκουντάει έλεγαν ότι ο διάβολος τον έσπρωξε , αλλά είχαν πολύ πίστη μεγάλη πίστη. Όταν έβρεχε, μπουμπούνιζε κυρίως , έριχνε χαλάζ’ έπρεπε να είχαμε τα κόλυβα του αγίου- Θεοδώρου να τα ρίξουμε έξω να σταματήσ’ το χαλάζ’ , του αγίου – Θεοδώρου, έπαιρναν τα κορίτσια τα κόλυβα και τα ‘ βαζάν στον μαξιλάρ 

Β. Έθιμα του λαϊκου εορτολογίου.

Σαρακοστή νηστεύαμε τα χριστούγεννα , τις παραμονές πηγαίναμ’ και τραγουδούσαμ’ τα κορίτσια , παιδιά μαζευόμασταν πηγαινάμ’ στα σπίτια και τραγουδούσαμ’ « Χριστός γεννάτε σήμερον ‘εν τις Βηθλεέμ της πόλεις τραγουδούσαμε τα κάλαντα και μας έδιναν σύκα, ξυλοκέρατα , μανταρίνια χαρά το φορτωμένα εμείς και άμα μας έδινε κάνεις και κανά φράγκο πετούσαμε ως επάν’ . Μια φορά πήγαμε στου Αννίδη και τραγουδήσαμε τον Αϊ- Βασίλη «Αϊ- Βασίλης έρχεται από την Καισαρεϊα , κρατάει κολλά και χαρτί , χαρτί και καλαμάρι και στο σπίτι που είναι ο νοικοκύρης να ζήσει να γεράσει χρόνια πολλά» Μια φορά βγήκε αυτή έξω, μάλλον δεν έβγαινε για να μη δώσ’ τίποτα και εμείς γυρίζουμε και λέμε « σ’αυτό το σπίτι που ρθάμε πέτρα να μη ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτίου να πέσει να ψοφήσει» αυτή βγήκς έξω και άρχισε να μας παρακαλάει να πάρουμε την κατάρα μας πίσω και’μεις την πήραμε πίσω και ένα καιρό δεν ήταν όπως τώρα δρόμ΄’. Έμεις μέσ’ τις λάσπες γινόμασταν μούσκεμα, έρχοταν το παιδί στην πόρτα σ’ λάμπες φορτωμένο και σε λέει τα κάλαντα , για όνομα να μη του δώσεις τίποτα . Μερικές δεν έβγαιναν να δώσουν . Η μητέρα μ’ η συγχωρεμέν’ έλεγε ότι έστω και μια δράχμίτσα έπρεπε να δώσεις στο παιδάκ’, γιατί αυτό σπάει τα ποδαράκια τ’ μόνο και μόνο γ’ αυτό . Μα καρύδια θα είναι , ότι να’ναι , μανταρίνι έστω μισό φράγκο. Με μισό φράγκο έπαιρνες κάτι εκείνη την εποχή , τώρα δε παίρνεις τίποτα,και τα παίδια είχαν λαχτάρα να πάρουν κάτι. Την Πρωτοχρονία έλεγαν κάλαντα και τα Φώτα. Την Πρώτοχρόνια είχαμε έθιμο , πρωί πρωί , μολίς ξημερώσ’ ,τα μεσάνυχτα που γύριζ’ ο χρόνος είχαμε ένα ρόδι , την ώρα που γύριζε η χρονία , το σπάζαμ’ μέσα στο σπίτι το ρόδ’ και λέγαμε «όπως είναι γέματο το ρόδι , έτσι γεμάτο να’ναι και το σπίτι μας»  Το πρωί πάλι , όταν σκωτονόμασταν , έρονταν ταν παίδια , μας έφτιαχναν σούρβα , μ’ ένα ξύλο την ακρανιά και χτυπούσαν τον καθένα. Αν ήταν κορίτσι το βάζαμ’ να καθίσει κάτω να βάλαμ στάρ’ και να φώναζει « κλου, κλου, κλου» να βγάλουμε κλώσσα . Εγώ είχα πολύ πίστη στης Δημητρούλας τον θανάσ’ μικρό σαν ήτανε εκείνο πήγαινα και το παίρνα από το σπίτ’. Είχε πολύ καλό ποδάρικο για κότες. Όταν μεγάλωσε έλεγε «έλα βρε θεία πως θα ΄ρθω τώρα μεγάλωσα» και έγω του΄λεγα πως δεν θα το πω πουθενά. Το Φεβρουάριο είχαμε τα Συμεωργκόρτια. Δώδεκα μέρες για τα Χριστούγεννα τρώγαμε τα πάντα , μια Τετάρτη , μα Παρασκεύη . Μετά από τον Αϊ- Γιάννη , του Αϊ- Γιαννιού τη μπαμπεντέ που λέμε , που είναι για τις μαμές . Εκείνες οι νέες που είχαν παίδια από ‘κείν τη μαμή έπαιρναν ένα καλό σαπούν’, ένα μπουκαλάκ’ λάδι , μια πετσέτα ή ένα τσεμπέρ , κάλτσες και τα πηγαίναν στη μαμή , να φιλήσουν το χέρι της. Αυτά φτιάχναν. Στις Απόκριες κάναν πίτες μακαρόνια κοφτά έφτιαχναν τι ωραία πράγματα ήταν τότε , που τώρα , μάζευονταν όλοι οι συγγένεις σ’ένα σπίτι. Τη μια χρονιά θα πάνε στο τάδε σπίτ’ την άλλη στο άλλο συγγένικο , μαζεύοταν εκεί , έτρωγαν , θύμιαζαν το τραπέζ , γέλια χαρές με τα κρασιά , χόρευαν καρναβάλια ντύνονταν τον Μάρτη , τις Απόκριες για τον Πάσχα. 

Είχαν τότε άλλα έθιματα. Στις τρέις τις ήμερες από Βραδύς έκαναν πίτες,κουλούρια , γλυκά ότι ήθελε ο καθένας και πήγαιναν στα συγγένια τα σπίτια . Ντύνονταν καρναβάλια , μια βδόμαδα πιο μπροστά ήταν η κρεατίνη ή κυρνουνή. 

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
86
Έτος καταγραφής
1995-96
Επώνυμο
Αργυρούλα
Όνομα
Σαρρίδου