Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

 

Β.  ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ

Μέσα στην Σαρακοστή των Χριστουγέννων γιόρταζαν τον Άγιο Μόδιστο, την Αγία Βαρβάρα, τον Άγιο Σάββα και τον Άγιο Νικόλαο. Η γιορτή του Αγίου Μόδιστου ήταν τον Νοέμβριο. Αυτός ήταν ο προστάτης των γεωργών. Έτσι λοιπόν την ημέρα εκείνη, όσοι γεωργοί είχαν ζευγάρι με ζώα, έφτιαχναν άρτο και τον πήγαιναν στην εκκλησία. Στις 4 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την Αγία Βαρβάρα. Εκείνη την ημέρα, νωρίς το πρωί, οι νοικοκυρές έφτιαχναν βαρβάρα. Η βαρβάρα γινότανε με στουμπισμένο σιτάρι, που το έβραζαν. Εκτός από το σιτάρι έβαζαν και στουμπισμένα καρύδια, σταφίδες, σύκα, σουσάμι και ζάχαρη. Το έθιμο αυτό, να φτιάχνουν βαρβάρα, εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα. Στις 5 του μηνός γιόρταζε ο Άγιος Σάββας και στις 6 ο Άγιος Νικόλαος, όμως δεν γινόταν τίποτα ιδιαίτερο τις ημέρες αυτές.

Στις 24 Δεκεμβρίου, την Παραμονή των Χριστουγέννων, τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους από πολύ νωρίς το πρωί, για να πουν τα κάλαντα. Πήγαιναν σε όλα τα σπίτια του χωριού και έλεγαν « Κόλιντα μπάμπου, κόλιντα». Στο ένα χέρι τα παιδιά είχαν ένα ξυλάκι για να παίρνουν τα κόλιντα και ένα καλαθάκι για να βάζουν ό,τι άλλο τους δίνουν. Την ημέρα εκείνη, οι νοικοκύρηδες έσφαζαν του γουρούνι που έθρεφαν τόσο καιρό γι’ αυτήν ακριβώς την μέρα. Το βράδυ μαζεύονταν όλοι στα σπίτια τους για να φάνε τα εννιά φαγητά. Εκείνη την ημέρα έστρωναν το τραπέζι με εννιά νηστίσιμα φαγητά. Ο αφέντης του σπιτιού θυμιάτιζε όσους βρίσκονταν εκεί, το εικόνισμα και τα φαγητά και μετά αφού έκαναν την προσευχή τους άρχιζαν να τρων. Την επόμενη ημέρα τα αγόρια έβγαιναν για να πουν τα κάλαντα. Καμιά φορά είχαν μαζί τους και γκάϊντα. Όσο περπατούσαν στον δρόμο τραγουδούσαν τα κάλαντα για την Παναγία:

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες

Η Παναγιά μας κοιλοπονούσε

Η Παναγιά μας κοιλοπονούσε

Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε

Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε

Τους Αποστόλους, τους Ιεράρχες

Τους Αποστόλους, τους Ιεράρχες

κι οι Αποστόλοι για μύρο τρέχουν 

κι οι Αποστόλοι για μύρο τρέχουν 

κι οι Ιεράρχες μαμμή γυρεύουν

Κι οι Ιεράρχες μαμμή γυρεύουν

κι ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν

Κι ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν

η Παναγιά μας ξηληυθερωθ΄κι

 

Όταν πήγαιναν σε κάποιο σπίτι τραγουδούσαν για την κυρά του σπιτιού:

Π’ αρχοντικό σπίτι βγήκαμι

σ’ αρχοντικό θα πάμι

σ΄ αυτά τα σπίτια τα ψηλά

τα μαρμαροστρωμένα

Εκεί Χριστός γεννήθηκε

στο μέλι και στο γάλα

Το μέλι τρων οι άρχοντες

Το γάλα οι αφεντάδες

Και το μελισσοβότανο 

Το λούζονται οι κυράδες 

Κυρά μ’ καλή, κυρά μ’ χρυσή

κυρά μ΄ ευτυχισμένη.

Κυρά μου κι τον γιόκα σου 

και τον πρωτότοκό σου

για λούσι΄ τον, για χτένισ’ τον

και στείλ’ τον στο σχολειό του

για να τον δειρ’ ο δάσκαλος

με μια χρυσή βεργίτσα

για να τον δειρ’ η δασκάλισσα 

με δυο κλωνάρια μόσχο

Υιέ μ’ για που ΄ν΄ τα γράμματα

υιέ μ’ σ’ απού ‘ ν΄ ο νους σου

τα γράμματα ειν’ στο χαρτί

κι ο νους μου πάει πέρα.

Πολλά είπαμε τον γιόκα σου

Θεός να τον φυλάει

δώσε κυρα μου το μπαξίς 

να πάμε σ΄ άλλη πόρτα.

 

Αν στο σπίτι είχαν κορίτσι, τραγουδούσαν:

Κυρά μ’ την θυγατέρα σου

Κυρά μ’ την ακριβή στου

Κυρά μ’ την έχεις ακριβή

γραμματικό να τ’ δώσεις

Δωσ’ της και χίλια πρόβατα

τριακόσια δαμαλίτσια

δωσ΄ της κι ένα χρυσάλουγο

με την χρυσή τη σέλα

Σέλα ν’ αξίζει τα εκατό 

κι ο μαύρος τα διακόσια

και τα σκαλοπατώματα

τα χίλια πεντακόσια

 

Αν είχαν μικρό μωρό, τραγουδούσαν:

Ένα μικρό, μικρούτσικο 

Σαββατογεννημένο

Σάββατο μέρα γίνηκε 

την Κυριακή βαπτίσ΄κε 

Και την Τετάρτη το πρωί

βγήκε στο μεσοχώρι

Του ΄διαν παπάδες κι άραξαν

κι αρχόντοι συλλογίσ΄καν

Να ρίξω πέτρα, δεν γυρνά

γιοφύρι δεν στεριώνει

θα βάρω (βαρέσω) τον συμπέθερο

να παρ’ ο νιος την κόρη.

 

Την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς οι κυράδες άνοιγαν φύλλα για να φτιάξουν την βασιλόπιτα. Στην βασιλόπιτα έβαζαν και φλουρί. Την παραμονή νωρίς το πρωί έβγαιναν τα παιδιά για τα κάλαντα. Τα παιδιά κρατούσαν στο ένα χέρι το καλάθι και στο άλλο την σουρβίνα. Η σουρβίνα ήταν ένα ξυλάκι που στην κορυφή άνοιγε και είχε δυο κορυφές. (δηλαδή ήταν έτσι Υ). Όταν πήγαιναν στα σπίτια έλεγαν: «σούρβα μπάμπου τσι-τσι-τσι»

Τότε οι γιαγιάδες έβαζαν ένα κομματάκι λουκάνικο στην σουρβίνα. Από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ οι άντρες ήταν στο καφενείο και έπαιζαν χαρτιά, έτσι για το καλό. Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος επέστρεφαν όλοι στα σπίτια τους. Στο σπίτι, κάθονταν όλοι στον σουφρά για να κόψουν την βασιλόπιτα. Ο αφέντης του σπιτιού σήκωνε την βασιλόπιτα τρεις φορές, την γυρνούσε τρεις φορές, την σταύρωνε και στη συνέχεια την έκοβε. Το πρώτο κομμάτι ήταν για Άγιο Βασίλη, το επόμενο για την Παναγία, τον Χριστό, το σπίτι, τα ζώα, τα χωράφια και μετά για τα μέλη της οικογένειας από τον μεγαλύτερο στον μικρότερο. Όλοι αγωνιούσαν για το φλουρί. Όποιος το έβρισκε ήταν ο τυχερός και έπρεπε να το πάει στην εκκλησία.

 

Στις 6 Ιανουαρίου ήταν η γιορτή των Θεοφανείων, τα Φώτα. Από το προηγούμενο βράδυ, οι νοικοκυρές έβαζαν να βράσουν την μπάμπου. Το φαγητό ήταν έτοιμο το πρωί. Πήγαινε όλη η οικογένεια στην εκκλησία και από εκεί στην βρύση, όπου ο παπάς διάβαζε τα νερά. Οι νοικοκυρές έπαιρναν λίγο από το αγιασμένο νερό για να το βάλουν στο εικονοστάσι. Αφού γυρνούσαν στο σπίτι, κάθονταν για να φάνε την μπάμπου.

Στις 7 Ιανουαρίου γιόρταζαν τον Άγιο Ιωάννη. Εκείνη την μέρα έβρεχαν του Γιάννηδες στο ποτάμι.

Στις 3 Φεβρουαρίου ήταν η γιορτή του Αγίου Συμεών. Την ημέρα αυτή έπρεπε να κρύψουν τα μαχαίρια, τα ψαλίδια και οτιδήποτε έκοβε. Αν έκοβαν κάτι εκείνη την ημέρα και είχαν στο σπίτι έγκυο γυναίκα ή ζώο, θα γεννούσαν παραμορφωμένα  πλάσματα.

Στις 10 Φεβρουαρίου ήταν η γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους. Εκείνη την ημέρα πήγαιναν στην Κορνοφωλιά στο μοναστήρι, έπαιρναν το πόδι του Αγίου Χαραλάμπους και το γυρνούσαν στο χωριό για να γιατρευτούν οι άρρωστοι. 

Τον Φεβρουάριο γιορταζόταν και ο Άγιος Φανούριος. Οι ελεύθερες έφτιαχναν φανουρόπιτα 

και την πήγαιναν στην εκκλησία.  Το βράδυ έβαζαν ένα κομμάτι κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιον θα παντρευτούν.

 

Οι αποκριές άρχιζαν από την Τσικνοπέμπτη. Την ημέρα εκείνη έσφαζαν κότες για να μην τσικνίζει το φαγητό.

Τα ψυχοσάββατα έκαναν μνημόσυνα, όπως συνήθιζαν να τα κάνουν.

Την τελευταία Δευτέρα πριν από την Καθαρά Δευτέρα στο χωριό γινόταν το έθιμο του Μπέη. Στο έθιμο αυτό έπαιρναν μέρος μόνο άντρες. Μ΄αυτό το έθιμο σατίριζαν τους Τούρκους. Τα πρόσωπα αυτού του εθίμου ήταν ο Μπέης, ο Κατής, ο Γιατρός, ο Χατζής, η Καντίνα και οι αράπηδες. Ο Μπέης ήταν αρχηγός. Φορούσε γούνα και είχε μια μεγάλη πίπα στο στόμα. Ο Μπέης ήταν καθισμένος σ΄ένα άλογο. Ο Κατής ήταν ο δικαστής. Η Καντίνα ήταν ένας άντρας ντυμένος με γυναικεία φορεσιά. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα αδράχτι και είχε και μια κούκλα στην αγκαλιά. Οι αράπηδες είχαν μαύρο πρόσωπο και παρίσταναν τους Τούρκους στρατιώτες.  Ο Μπέης μαζί με όλους τους άλλους γυρνούσε σε όλα τα σπίτια του χωριού. Οι νοικοκυρές έβγαιναν και έδιναν αλεύρι, αυγά και ένα μαντήλι στον Μπέη. Εκείνος με την σειρά του ευχότανε «καλά μπιρικέτια» (δηλαδή καλή σοδειά). Όση ώρα ο Μπέης μιλούσε με την νοικοκυρά του σπιτιού, οι αράπηδες έκλεβαν ότι προλάβαιναν. Όταν η Καντίνα συναντούσε κάποιον άντρα, προσποιούταν ότι αυτός προσπάθησε να της κλέψει το παιδί. Τότε οι αράπηδες προσπαθούσαν να τον πιάσουν και αφού τον χτυπούσαν, τον παρέδιναν στον Κατή που του επέβαλε κάποιο πρόστιμο. Αφού γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια, πήγαιναν στην πλατεία. Εκεί ο Μπέης έζενε τέσσερις αράπηδες στο αλέτρι και άρχιζε να οργώνει. Στη συνέχεια ακολουθούσε το θέρισμα. Με μεγάλα σκοινιά έδεναν τα δεμάτια, που ήταν άντρες που πείραζαν συνέχεια τους  αράπηδες. Αφού τελείωνε το έθιμο, άρχιζε το γλέντι στο σπίτι του Μπέη. Το βράδυ πήγαιναν όλα τα αντρόγυνα με γκιουβέτσι και μπουγάτσα. Τότε η γυναίκα του Μπέη τους έδινε από ένα μαντήλι. Στο τέλος όριζαν τον Μπέη για την επόμενη χρονιά. Αυτόν τον πήγαιναν στο σπίτι έχοντάς τον ανεβασμένο στους ώμους.

 

Παρατίθεται φωτογραφία  χωρίς λεζάντα

 

Την Κυριακή πριν από την Καθαρά Δευτέρα  την ονόμαζαν Κυριακή του τυροφάγου. Την ημέρα αυτή συγχωρούνταν όλοι. Έβγαιναν στον δρόμο μ’ ένα μπουκάλι κρασί κι έδιναν συγχώρεση. Το βράδυ στο σπίτι κρεμούσαν τον χαλβά. Όλα τα παιδιά καθόταν κάτω με τα χέρια πίσω και ο παππούς έδενε τον χαλβά μ’ ένα σχοινάκι και το πήγαινε κοντά στα στόματα των παιδιών. Τα παιδιά προσπαθούσαν να δαγκώσουν τον χαλβά. Την ημέρα αυτή ήταν στημένος ο χορός στην πλατεία.

Την Καθαρά Δευτέρα καθάριζαν τα πιάτα από τα μη νηστίσιμα φαγητά, πλένοντάς τα με ζεματισμένο νερό.  Εκείνη την ημέρα, όπως επίσης και την επόμενη, νήστευαν και την Τετάρτη πήγαιναν στην εκκλησία για να πάρουν αντίδωρο.

 

Την πρώτη μέρα του Μάρτη, οι γιαγιάδες έκλωθαν κόκκινη και άσπρη κλωστή για να φτιάξουν τον Μάρτη. Τον Μάρτη τον φορούσαν τα παιδιά στα χέρια για να μην τα κάψει ο Μάρτης και για να φεύγουν μακριά τα φίδια. Τον Μάρτη τον έβγαζαν μόλις έβλεπαν πελαργό και τον έβαζαν κάτω  από μια πέτρα. Οι μάνες καθάριζαν το σπίτι και έκαιγαν τα σκουπίδια στην αυλή. Τα παιδιά πηδούσαν πάνω από την φωτιά για να μην αρρωσταίνουν.

 

Το Σάββατο του Λαζάρου έβγαιναν τα παιδιά και γυρνούσαν στα σπίτια κρατώντας μια κούκλα και τραγουδώντας το τραγούδι του Λαζάρου:

 

Το κόκκινο, το πράσινο

τ΄ αυγό μες την καλάθα

Δωσ΄ μου κυρά μου ένα αυγό

να πάω σ’ άλλο σπίτι

Με καρτερεί η μάνα μου

να πάω να φουκαλίσω

να φουκαλίσω την αυλή

την μαρμαροστρωμένη.

 

Την επόμενη ημέρα, την Κυριακή των Βαΐων ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία, όπου ο παπάς μοίραζε φύλλα δάφνης. Την Κυριακή των Βαΐων συνήθιζαν να τρώνε ψάρια. 

Την Μεγάλη Δευτέρα πήγαιναν στην εκκλησία. Το ίδιο έκαναν την Μεγάλη Τρίτη, καθώς και την Μεγάλη Τετάρτη. Την Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τρία κόκκινα αυγά, και γι’ αυτό τον λόγο την έλεγαν κόκκινη Πέμπτη. Το ένα απ’ αυτά τα αυγά το έβαζαν στο εικονοστάσι. Το βράδυ όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για να ακούσουν τα δώδεκα Ευαγγέλια. Όταν σχολούσε η Εκκλησία, οι γιαγιάδες με τα εγγονάκια τους καθώς και άλλες γυναίκες έμεναν στην εκκλησία για να ξενυχτήσουν τον Χριστό και να στολίσουν τον Επιτάφιο. Όλη  την νύχτα έψελναν θρήνους και μοιρολόγια.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλοι είχαν πένθος. Η καμπάνα χτυπούσε με πένθιμο ρυθμό. Πριν δύσει ο ήλιος έπρεπε να πάνε λουλούδια στον Επιτάφιο. Τα παιδιά περνούσαν τρεις φορές κάτω από τον επιτάφιο για υγεία. Το βράδυ έψελναν τα εγκώμια. Μετά έβγαζαν τον επιτάφιο στην πόρτα της εκκλησίας και βγαίνοντας περνούσαν όλοι από κάτω. Στη συνέχεια έκαναν την περιφορά του επιταφίου σ’ όλο το χωριό.

 

Το Μεγάλο Σάββατο, τα μεσάνυχτα, όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία για το «Χριστός Ανέστη». Μόλις ακουγόταν το « Χριστός Ανέστη» από το στόμα του παπά, άρχιζαν οι ευχές μεταξύ των συγχωριανών. Τότε τσουγκρούσαν και τα αυγά για το καλό. Έπρεπε να μεταφέρουν το καινούριο φως στο σπίτι και να ανάψουν την καντήλα. Μετά καθόταν στο τραπέζι για να φάνε το αρνί. 

Την Κυριακή αντάλλαζαν πασχαλιές και αυγά με τους συγγενείς. Επίσης η νύφη πήγαινε μια πασχαλιά και κόκκινα αυγά στα πεθερικά της. Η γιαγιά είχε ετοιμάσει για τα εγγόνια της γκουγκουχτούρες και μαζί με την γκουγκουχτούρα τους έδινε και ένα κόκκινο αυγό. Την ίδια μέρα γινότανε η λεγόμενη δεύτερη Ανάσταση. Ο παπάς μοίραζε στις γυναίκες τα λουλούδια του επιταφίου. Αυτές τα έβαζαν στο εικονοστάσι και τα χρησιμοποιούσαν στο ξεμάτιασμα.

Την Πρωτομαγιά, οι νοικοκυρές μάζευαν καρυδόφυλλα για να κρεμάσουν στην πόρτα και για να λουστούν όλα τα μέλη της οικογένειας. Τα παιδιά έτρεχαν να μαζέψουν λουλούδια για να φτιάξουν στεφάνια. Λίγα χρόνια αργότερα η πρωτομαγιά γιορτάζονταν στην εξοχή.

Τον Δεκαπενταύγουστο γιόρταζε η εκκλησία του χωριού. Το πρωί όλοι πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ το βράδυ γινόταν μεγάλο πανηγύρι στην πλατεία του χωριού. Το πανηγύρι κρατούσε τρεις μέρες. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι της Κυριακίτσας που μιλά για το πανηγύρι του χωριού:

Την Παναγιά βρε Κυριακίτσα μ’ 

την Παναγιά παγκύρι θα γένη

την Παναγιά παγκύρι θα γένη

στου Καραμπ΄νάρ΄ κι στο Σκουρτοχώρι

Κόσμος θα πάει βρε Κυριακίτσα μ΄

κόσμος θα πάει στο Καραμπ΄ναρι

κόσμος θα πάει στο Καραμπ΄ναρι

Κυριακίτσα στο Σκουρτοχώρι κ.α.

Στις 26 Οκτωβρίου, ημέρα του Αγίου Δημητρίου συνήθιζαν να κάνουν τα αρραβωνιάσματα.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1020
Έτος καταγραφής
2001-02
Επώνυμο
Κυρούδη
Όνομα
Λαμπρινή
Εικόνες